Σελίδες

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (1991 - 2016)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ο Α΄
Ο ΑΞΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
·    Επί τη συμπληρώσει 25ετούς ευκλεούς και τετιμημένης Πατριαρχείας (1991-2016).
· Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος ως ενοποιός και ειρηνοποιός  ενσάρκωσε το όραμα της Πανορθοδόξου Ενότητος διά της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
· Ο Πρωτόθρονος  και Πρωτεύθυνος Καθηγούμενος Πρωθιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ο οποίος ανέστησε παλαίφατες  Μονές, Εκκλησίες και Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου από την Ανατολική Θράκη μέχρι το Όρος Μελά και την Φανερωμένη της Κυζίκου και από την πολυμαρτυρική Σμύρνη και τις Κυδωνίες μέχρι την Αγιοτόκο Καππαδοκία και την επιφανή Προύσα.   
Ο από Γέροντος Χαλκηδόνος, Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ο Α’, κατά κόσμον Δημήτριος Αρχοντώνης, εγεννήθη την 29η Φεβρουαρίου του έτους 1941 στο χωρίο Άγιοι Θεόδωροι της μαρτυρικής ελληνικής νήσου Ίμβρου από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Χρήστο και την Μερόπη.
Τα εγκύκλια μαθήματα εδιδάχθη στη γενέτειρά του και εν συνεχεία ως ένας εκ των πρώτων αποφοίτων της Κεντρικής Σχολής Ίμβρου, στην Κωνσταντινούπολη, στο περίφημο Ζωγράφειο Λύκειο. Μετά ταύτα εισήχθη στην περιώνυμη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος, κατά το έτος 1961, αφού υπέβαλε την εναίσιμη επί πτυχίω διατριβή του, υπό τον τίτλο: «Ανασύστασις λυθέντος γάμου».

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ Η  ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 
ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ  ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Πριν από ο,τιδήποτε άλλο θα πρέπει ν' αναφέρουμε ότι ο Ιορδανικός Νόμος του 1958 που διέπει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του παλαιφάτου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, στο 1ο Μέρος του, με τίτλο «Προεισαγωγικόν», αναγνωρίζει κατ' απόλυτο τρόπο τον Ελληνορθόδοξο χαρακτήρα του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων.
Συγκεκριμένα στο  Άρθρο 2 του σχετικού νόμου αναφέρεται  ότι: «Η λέξη Πατριαρχείο σημαίνει το γνωστόν ως Ελληνορθόδοξον (Ρουμ Ορθοδόξ) Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων ή Μονατήριον (Ιερόν Κοινόν) του Παναγίου Τάφου (Δέρ Κάμπερ Μουκάδας) ή Αγιοταφιτική Αδελφότης ή Πανάγιος Τάφος ή Ελληνορθόδοξον Μοναστήριον (Δέρ Έρ- Ρούμ Έλ Ορθοδόξ) και θα είναι εφεξής Νομικό Πρόσωπο, το οποίο θα εκπροσωπείται υπό του εκάστοτε Πατριάρχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Η δε λέξη Πατριάρχης σημαίνει τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη των Ιεροσολύμων και περιλαμβάνει και τον Τοποτηρητή του Πατριάρχου με περιπτώσεις ελλείψεως Πατριάρχου ή απουσίας αυτού».

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΒΛΑΣΤΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ : ΘΡΑΚΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΒΛΑΣΤΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
ΘΡΑΚΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ
 ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Συνοπτική ιστορική καταγραφή του βίου και της εν γένει εθναρχικής - εκκλησιαστικής δράσεως των αγνώστων στο ευρύ κοινό Θρακών Οικουμενικών Πατριαρχών

Κύριλλος  Γ΄ ο Σπανός
Καταγόταν από την Ξάνθη. Έγινε Μητροπολίτης Κορίνθου, δύο φορές Φιλιππουπόλεως και τέλος Τυρνόβου. Τον Ιούνιο του 1651 κατέλαβε πραξικοπηματικά τον Οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, απάγοντας τον Ιωαννίκιο Β΄, αλλά η πατριαρχική Σύνοδος δεν τον ανεγνώρισε και μετά οκτώ ημέρες αντικαταστάθηκε από τον Αθανάσιο Β΄ τον Πατελάριο.  Τον Μάρτιο του 1654 αναρριχήθηκε και πάλι στον  Πατριαρχικό Θρόνο και μετά από 14 ημέρες αντικαταστάθηκε από τον Παϊσιο Α΄, ο οποίος τον εξόρισε στην Κύπρο.
Κύριλλος  Στ΄ ο Εθνοϊερομάρτυς
Εγεννήθη στην Αδριανούπολη το 1775 και το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Σερμπετζόγλου. Ο τότε Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Καλλίνικος ο Δ΄ τον βοήθησε να σπουδάσει, τον χειροτόνησε διάκονο και τον προσέλαβε ως γραμματέα του. Παρέμεινε βοηθός του όταν ο Καλλίνικος ανέλαβε τη Μητρόπολη Νικαίας (1792) και αργότερα όταν εξελέγη Πατριάρχης (1801). Ήδη ως αρχιδιάκονος συνέβαλε στην αναδιοργάνωση της Μεγάλης του Γένους Σχολής, προσφέροντας μάλιστα χρήματα από την προσωπική του περιουσία. Υπήρξε λόγιος και συγγραφέας.
Τον Σεπτέμβριο του 1803 εξελέγη Μητροπολίτης Ικονίου, όπου και παρέμεινε για επτά συναπτά έτη οργανώνοντας με κάθε τρόπο την παιδεία, ιδρύοντας σχολεία, ενισχύοντας οικονομικά τους φτωχούς μαθητές, διανέμοντας δωρεάν βιβλία και φροντίζοντας για την επισκευή και την ανέγερση εκκλησιών. Τον Οκτώβριο του 1810 ανέλαβε την Μητρόπολη Αδριανουπόλεως και στις 4 Μαρτίου του 1813 εξελέγη στον Οικουμενικό Θρόνο και αφοσιώθηκε με περισσότερες δυνάμεις στο παιδαγωγικό και κοινωφελές έργο του. Συνετέλεσε στη διάδοση της Αγίας Γραφής της Βιβλικής Εταιρείας και του Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Ενίσχυσε επίσης τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και την αντίστοιχη της Τραπεζούντας, ενώ ίδρυσε σχολή για την διδασκαλία και της βυζαντινής – εκκλησιαστικής μουσικής (1815).
Υπήρξε ακόμη κρυφός σύμβουλος της επαναστατικής Φιλικής Εταιρείας και με απόφαση του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄, εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση από τον Οικουμενικό θρόνο στις 13 Δεκεμβρίου  του 1818, παρά βέβαια τις προσπάθειες πολλών εκπροσώπων των πιστών να τον κρατήσουν στο θρόνο. Εξορίσθηκε στο Άγιον Όρος, έπειτα μετέβη στην Αίνο και  τελικά εγκαταστάθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στην Αδριανούπολη.
Με την έκρηξη της εθνικοαπελευθερωτικής επαναστάσεως του 1821 και τους φοβερούς διωγμούς και σφαγές των κληρικών από τους Οθωμανούς, ο Σουλτάνος διέταξε και την θανάτωση του Κυρίλλου, ο οποίος συνελήφθη από τον Βαλή (Νομάρχη) της Αδριανουπόλεως και απαγχονίστηκε. Το λείψανό του παρέμεινε στην αγχόνη επί τρεις ημέρες και έπειτα ερρίφθη στον ποταμό Έβρο, ώσπου το βρήκε ο μυλωνάς Χρήστος Αργυρίου από το χωριό Πύθιο του Νομού Έβρου. Ο Κύριλλος είναι εθνοϊερομάρτυρας και Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος συνέγραψε γύρω στους 150 λόγους και εξέδωσε διάφορα ιστορικού περιεχομένου δοκίμια.
Αγαθάγγελος
Εγεννήθη σε κάποιο χωριό πλησίον της Αδριανουπόλεως στην οποία έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους και αργότερα (γύρω στα 1800) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίσθηκε εφημέριος στην ελληνική κοινότητα της Μόσχας. Τον Νοέμβριο του 1815 εξελέγη Μητροπολίτης Βελιγραδίου και τον Αύγουστο του 1825 Μητροπολίτης Χαλκηδόνος. Τελικώς στις 26 Σεπτεμβρίού του 1826 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Κατόπιν εντολής του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ έστειλε αντιπροσώπους του Πατριαρχείου στον Ιωάννη Καποδίστρια ζητώντας υποταγή στην Υψηλή Πύλη. Ο Κυβερνήτης όμως απήντησε ότι οι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι να επιμείνουν στον αγώνα τους για την ελευθερία τους. Πάντως η ενέργεια του Πατριάρχου θεωρήθηκε αντεθνική και σε συνδυασμό με κάποιες οικονομικές και διοικητικές ατασθαλίες προκάλεσε τον εκθρονισμό του, στις 5 Ιουλίου του 1830. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα επιτηρήσεώς του από εφημερίους στο Καδίκιοϊ της Κωνσταντινουπόλεως, εξορίσθηκε στην  Καισάρεια, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει στην Αδριανούπολη, όπου εκοιμήθη στις αρχές του 1832.
Άνθιμος Ε΄ ο Χρυσαφίδης
Κατήγετο από το Νεοχώριο Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης. Υπήρξε Πρωτοσύγκελλος της Μητροπόλεως Δέρκων. Αργότερα εξελέγη Μητροπολίτης Αγαθουπόλεως (1815-1821) και στη συνέχεια μετετέθη στις Μητροπόλεις Αγχιάλου (1821-1831) και Κυζίκου (1831-1841). Μετρίας μορφώσεως και παιδείας, αλλά άνδρας ενάρετος και με πολλές διοικητικές ικανότητες υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της εκθρονίσεως του Πατριάρχου Ανθίμου Δ΄, τον οποίο και διεδέχθη στις 5 Μαΐου του 1841. Πατριάρχευσε για ένα περίπου έτος, έως την 12η Ιουνίου του 1842.
Διονύσιος ο Ε΄
Εγεννήθη στην Αδριανούπολη το έτος 1820 και το κοσμικό του επώνυμο ήταν Χαριτωνίδης. Από το 1840 και για 11 συναπτά έτη εδίδασκε το μάθημα  των ελληνικών στις Σαράντα Εκκλησιές και στο Διδυμότειχο. Το 1851 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1856 είχε φθάσει στο αξίωμα του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το έτος 1858 έως και την Κρητική επανάσταση του 1866 υπήρξε Μητροπολίτης Κρήτης και στη συνέχεια Διδυμοτείχου (1868-1837), Αδριανουπόλεως (1873-1880, 1886-1887) και Νικαίας (1880-1886).
Στις 23 Ιανουαρίού του 1887 διαδέχθηκε στον Οικουμενικό και Πατριαρχικό Θρόνο τον Ιωακείμ Δ΄και πατριάρχευσε μέχρι τον θάνατό του στις 13 Αυγούστου του 1891. Τήρησε σκληρή στάση έναντι του Σουλτάνου, όταν έγινε προσπάθεια από την Υψηλή Πύλη να καταργήσει τα προνόμια της Εκκλησίας. Τότε ο Διονύσιος εκήρυξε την Εκκλησία εν διωγμώ και διέκοψε τις ιερουργίες από την 3η Οκτωβρίου του 1890 έως και την 24η Δεκεμβρίου του 1890, κατορθώνοντας να γίνουν σεβαστά τα προνόμια της Ορθοδόξου Εκκλησίας από μέρους του Σουλτάνου. Κυβέρνησε το πλοίο της Εκκλησίας αποτελεσματικά, καρποφόρα, αλλά και πολύ αυστηρά. Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έχει σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα του αειμνήστου Διονυσίου στο έργο του «Με του βοριά τα κύματα».
Ο από Μαρωνείας Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ΄ (1789-1794, 1799-1801)
Ο από Μαρωνείας (1771-1789) μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ΄ υπήρξε  κατά τον πολύ Τ. Γριτσόπουλο «υπήρξε προσωπικότης ουχί η τυχούσα». Ο κατά κόσμον Νικόλαος  εγεννήθη στη μεγαλώνυμο πόλη της Σμύρνης και απέκτησε τη βασική παιδεία στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή της γενέτειράς του πλησίον του γνωστού λογίου της περιόδου εκείνης Ιεροθέου Δενδρινού. Εχρημάτισε στη συνέχεια Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά τον Μάϊο του 1771 εχειροτονήθη Μητροπολίτης Μαρωνείας, την οποία διεποίμανε μέχρι την 1η Μαΐου του 1789, οπότε εξελέγη για πρώτη φορά Οικουμενικός Πατριάρχης. Ο Μαρωνείας Νεόφυτος ως φιλόμουσος και λίαν δραστήριος Ιεράρχης στη διάρκεια της αρχιερατείας του στη Μητρόπολη Μαρωνείας κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αναβάθμιση της παιδείας, την ανέγερση σχολείων, την οργάνωση του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοικήσεως και την ανέγερση νέων ναών, μεταξύ των οποίων και ο παλαίφατος μεταβυζαντινός ιστορικός ιερός ναός της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας Μάκρης, η οποία επί τουρκοκρατίας και μέχρι το έτος 1922 υπήγετο στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.
Τον συγκεκριμένο ναό ο Νεόφυτος  δεν ανήγειρε ως Μητροπολίτης Μαρωνείας, αλλά επειδή ουδέποτε ελησμόνησε την αρχιερατική διακονία του στην Ιερά Μητρόπολη  Μαρωνείας, την οποία εξ όλης ψυχής και καρδίας ηγάπησε, συνέβαλε στην ανέγερσή του ως Οικουμενικός Πατριάρχης με την δωρητήρια οικονομική συνδρομή, κατά το έτος 1800, όταν Μητροπολίτης Μαρωνείας ήταν ο συνονόματός του Νεόφυτος ( 1789-1810), και ανεκαινίσθη εν έτει 1833.Τούτο δε  μαρτυρείται στην σωζομένη και ευρισκομένη μέχρι και σήμερον, άνω του υπερθύρου του ιερού ναού, εντοιχισμένη κτητορική επιγραφή, στην οποία αναγράφονται τα κάτωθι: « 1800/ 1833/Διά δαπάνης και συνδρομής του Παναγιωτάτου και Οικουμενικού Πατριάρχου Κυρίου Νεοφύτου και των τιμιωτάτων πραγματευτών τουτουνζήδων και όλων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανων και παραστασεωσ του Χατζημανωλακη ανακαινησεωσ τουτουντζηδων».
Ίσως, καθ’ υπόθεσιν γράφοντες, ο Πατριάρχης Νεόφυτος σε συνεννόηση με τον τότε Μαρωνείας Νεόφυτο να συνέβαλε στην ανέγερση και του περιπύστου και παλαιφάτου μεταβυζαντινού  ιερού Μητροπολιτικού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής, ο οποίος ανηγέρθη κατά το ίδιο έτος (1800) με τον Ιερό Ναό Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας Μάκρης και ανεκαινίσθη  εν έτει 1832. Ο  Αρχαιολόγος Ευάγγελος Αθ. Παπαθανασίου σε αξιόλογη αρχαιολογική μελέτη του επισημαίνει ότι όλο αυτό το ανοικοδομητικό έργο επετεύχθη στο πλαίσιο της γενικότερης μεταρρυθμιστικής πολιτικής του Σουλτάνου  Σελίμ Γ΄, αφού  κατά την διάρκεια της βασιλείας του  ανηγέρθη μεγάλος αριθμός εκκλησιών σε  πολλές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι το γεγονός ότι στην κτητορική επιγραφή του ιερού ναού της Αγίας Αναστασίας Μάκρης αναγράφεται το όνομα του Οικουμενικού Πατριάρχου Νεοφύτου, ενώ στην αντίστοιχη κτητορική επιγραφή του ιερού Μητροπολιτικού ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής δεν γίνεται μνεία του ονόματος αυτού, αν και η επιγραφή του Μητροπολιτικού ναού Κομοτηνής είναι περισσότερο προσεγμένη εκφραστικά, συντακτικά και ορθογραφικά σε σχέση με εκείνη του ναού της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας Μάκρης. Υποστηρίζεται μάλιστα και η άκρως υποθετική εκδοχή ότι με πρωτοβουλία του Πατριάρχου Νεοφύτου Ζ΄και μεταξύ των ετών 1799-1801 ανηγέρθησαν και οι δύο εκκλησίες ή έστω η μία εξ αυτών της παλαιφάτου ιστορικής κοινότητος Μαρωνείας (Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Τιμίου Προδρόμου), στις οποίες όμως δεν υπάρχουν κτητορικές επιγραφές ώστε νε πιστοποιείται η υποθετική αυτή εκδοχή. Η δε απουσία κτητορικών επιγραφών στις δύο εκκλησίες της Μαρωνείας σημαίνει πιθανότατα ότι από της ανεγέρσεως τους ουδεμία μεταγενέστερη σοβαρή ανακαίνιση ή ανακατασκευή υπήρξε, ώστε να καταγραφεί σε κτητορική επιγραφή.
 Όταν την 1η Μαΐου του 1789 ο Νεόφυτος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης διαδεχθείς τον Πατριάρχη Προκόπιο, απεφάσισε να δώσει άμεσες λύσεις στα χρονίζοντα ζητήματα τα οποία απασχολούσαν το Φανάρι. Κατά την διάρκεια της πρώτης πατριαρχείας του (1789-1794) εκδόθηκαν τρείς «κανονικές διατάξεις» εκ των οποίων η κυριότερη είναι εκείνη με την οποία καταδικάζεται ο Πανθεϊσμός ως αίρεση. Παράλληλα οργάνωσε τα οικονομικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Μοναστηρίων, ενώ συγχρόνως ρύθμισε το διοικητικό εκκλησιαστικό καθεστώς και τα γεωγραφικά κανονικά όρια  πολλών Μητροπόλεων, την εκκλησιαστική υπαγωγή πολλών Ιερών Μονών σε διάφορες Μητροπόλεις. Επί  των ετών της πατριαρχικής διακονίας αυτού πάμπολλες υπήρξαν οι πατριαρχικές και συνοδικές αποφάσεις για την απονομή της σταυροπηγιακής αξίας και τιμής σε πολλές ιστορικές και παλαίφατες Ιερές Μονές  και συνακολούθως για τον τρόπο της εσωτερικής τους διοικήσεως εν σχέσει προς την Πρωτόθρονη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία..
Ο Πατριάρχης Νεόφυτος αναίρεσε συνοδικά την προτέρα συνοδική αποδοκιμασία του βιβλίου «Περί συνεχούς Μεταλήψεως» το οποίο είχε συγγράψει  ο πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου Μακάριος «γράψας και λύσας και των προεκδιδόμενων επιτιμίων τους αναγνώστας αυτού». Το 1792 επανεξεδόθη διορθωμένο το «Ευχολόγιο» της Εκκλησίας και ιδρύθη τακτική ελληνική Σχολή στην Καισάρεια. Το δε επόμενο έτος (1793) με προτροπή του εξεδόθησαν τα δώδεκα «Μηνιαία» της Εκκλησίας με την προσθήκη του τυπικού σε όλες τις εορτές του εκκλησιαστικού ενιαυτού.
Επί των ημερών του Νεοφύτου ανηγέρθη ο Ιερός Ναός του Αγίου Αχιλλείου Λαρίσης (1794) καθώς και ο καταστραφείς από πυρκαγιά (1763) Ιερός ναός της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη (1792) . Ιδιαιτέρα μέριμνα επέδειξε για την ανασύσταση της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής στην Κωνσταντινούπολη (1791) και για την αναδιοργάνωση της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής (1793) .
Ο Πατριάρχης Νεόφυτος την 1η Μαρτίου του 1794 εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, αποσύρθηκε στη νήσο Χάλκη και μετά στη Ρόδο, στην Πάτμο (1796) και στο Άγιον Όρος. Υποστηριζόμενος από τον Μέγα Διερμηνέα της Υψηλής Πύλης Κωνσταντίνο Υψηλάντη εκλήθη  για δεύτερη φορά στη διοίκηση της Εκκλησίας, κατά την 19η Δεκεμβρίου του 1798, και ανέλαβε τα πατριαρχικά του καθήκοντα τον Ιανουάριο του 1799. Η Έλενα Α. Αθανασιάδου γράφει σχετικώς ότι : « Τη 19 Δεκεμβρίου 1798 συνελθούσα η υπό των ενδημούντων αρχιερέων σύνοδος, απεφάσισεν την μετάκλησιν, το δεύτερον, εκ του Αγίου Όρους του πρώην Κωνσταντινουπόλεως Νεοφύτου  του Ζ΄. Η επίσημος ενθρόνισίς του εγένετο τέλη Ιανουαρίου».
Στη διάρκεια της δευτέρας πατριαρχείας του (1798-1801), ο Πατριάρχης Νεόφυτος μερίμνησε κατά τα έτη 1799/1800 για την επαναλειτουργία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος και την επίλυση των προβλημάτων της ιστορικής Σχολής της Νάξου. Παράλληλα ίδρυσε μετά από 413 έτη την Ιερά Μητρόπολη Κερκύρας και ευλόγησε, ύστερα από την σχετική άδεια της Υψηλής Πύλης, την νέα σημαία του Ιονίου Κράτους εντός του εν Φαναρίω πανσέπτου Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου.
Επί του Νεοφύτου ενεκρίθη κατόπιν πολλών συζητήσεων, η μετάφραση και έκδοση στην καθομιλουμένη γλώσσα των Ιερών Κανόνων της Ορθοδόξου κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Τότε εκδόθηκαν «Το Κανονικόν» του Χριστοφόρου και το «Πηδάλιον» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ο οποίος κατά το έτος 1799 εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη και το «Μ. Ευχολόγιον». Με την επίνευση και άδεια του Πατριάρχου Νεοφύτου εξεδόθησαν από το Πατριαρχικό Τυπογραφείο οι Κανόνες του Ιωάννου Νηστευτού, τους οποίους μετέφρασε ο ε Καισαρείας ιερεύς Αβράμιος. Στην προσπάθεια να εμποδίσει την εξάπλωση αιρετικών ή και αντιθέων ιδεών, ο Νεόφυτος αναγκάσθηκε να αφορίσει τον Μοναχό Χριστόδουλο τον Ακαρνάνα του οποίου τα δημόσια κηρύγματα και τα γραπτά κείμενα μετέφεραν στο ποίμνιο ιδέες και θεωρίες, οι οποίες ήταν ουσιαστικά αντίθετες προς την Ορθόδοξη Πίστη.
Ο από Μαρωνείας Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ΄, στις 17 Ιουνίου του 1801, εξαναγκάσθηκε και πάλι σε παραίτηση και εξορίστηκε στο Άγιον Όρος. Τα γεγονότα, σύμφωνα με τα γραφόμενα της Έλενας Αθανασιάδου, εξελίχθησαν ως εξής : «Μετά το Πάσχα του 1801 οι εκ των επαρχιών αρχιερείς ελθόντες εν τη πρωτευούση εκινήθησαν διά την ανατροπήν του Νεοφύτου. Ούτω τη 17 Ιουνίου 1801 επιτυχόντες του σκοπού των εξηνάγκασαν εις παραίτησιν τον Νεοφύτον, ακολούθως τον  εξώρισαν εις Άγιον Όρος». Ο Πατριάρχης Νεόφυτος  στο κείμενο της από του Οικουμενικού Θρόνου παραιτήσεώς του  έγραφε : «Διά της παρούσης μου οικειοθελούς και  αβιάστου παραιτήσεως δηλοποιώ, ότι επειδή από του αγιωνύμου όρους κοινή γνώμη των προκριτωτέρων του γένους προσεκλήθην  το δεύτερον επί την πατριαρχείαν, ήδη δε χρείαν εγένετο αποστήναι  και απομακρυνθήναι του αγιωτάτου πατριαρχικού, αποστολικού και οικουμενικού θρόνου, τούτου χάριν οικειοθελώς και αβιάστως παραιτούμαι αυτού  προς αγίαν και ιεράν ομήγυριν των πανιερωτάτων και θεοπροβλήτων συναδέλφων μοι αγίων αρχιερέων  και προς τους προύχοντας του γένους επευχόμενος και θερμώς  εξαιτούμενος παρά του Υψίστου Θεού, όπως φωτισθώσι τη χάριτι του παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος ελέσθαι και αποκαταστήσαι τον νομίμως και αξίως προστησόμενον του παγκοίνου τούτου σκάφους, και ευδοκημήσαντα παρά πάσιν εις έτη πάμπολλα. Όθεν εις ένδειξιν εγένετο και η παρούσα μου ενυπόγραφος παραίτησις και εστάλη προς την αγίαν εκκλησίαν».
Η εγκατάσταση του παραιτηθέντος πρώην Οικουμενικού  Πατριάρχου Νεοφύτου Ζ΄ στο Άγιον Όρος είναι ιστορικώς μεμαρτυρημένη, αλλά παραμένουν εισέτι άγνωστα τόσο ο χρόνος της κοιμήσεώς του όσο και ο τόπος του ενταφιασμού του.

Υ.Γ. Το παρόν ιστορικό κείμενο αφιερούται στην ιερά μνήμη δύο μεγάλων εκκλησιαστικών ανδρών τους οποίους ανέδειξε η μεγάλη Θρακική Γη, ήτοι του εκ Κομοτηνής αοιδίμου Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου και του εκ της παλαιφάτου Μαρωνείας αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Αμερικής Μιχαήλ, οι οποίοι ηνάλωσαν την όλη ύπαρξή τους στη διακονία της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Έτι δε αφιερούται στον νυν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ. Στέφανο, Πρωτοσυγκελλεύοντα των Πατριαρχείων, ο οποίος έλκει την εκ μητρός καταγωγή του από την ιστορική Μαρώνεια του Ν. Ροδόπης.    

ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ











ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ
·   Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
·   Κριτήριο για τον «χαρακτήρα» και την «ταυτότητα» της εν Κρήτη Συνόδου ως «Αγίας και Μεγάλης» δεν είναι οι «οικεία βουλήσει» ή ένεκα «άλλων σκοπιμοτήτων και βλέψεων» τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες αδικαιολογήτως απείχαν, αλλά εκείνες που αποδέχθηκαν την κλήση του Παρακλήτου της Αληθείας και μετέσχov του μυστηρίου της εν Συνόδου Πεντηκοστής.
·    Η συνεχής επίκληση της «Ομοφωνίας» δεν αποτελεί ούτε καν ικανή πρόφαση και δικαιολογία να αποκρύψει ως «προσωπείον» τα αληθή αίτια της αποχής ενίων, ενώ αυτή η ίδια η αρχή της ομοφωνίας υπήρξε το «εύχρηστο εργαλείο» επι δεκαετίες όχι απλώς για να αναβληθεί αλλά οριστικώς να ματαιωθεί η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών εθνοφυλετικών συνδρόμων και ενός αντιεκκλησιολογικού παποκαισαρικού ηγεμονισμού και ιμπεριαλισμού.
Με συνοχή και συστολή αποτολμούμε να χρησιμοποιήσουμε ή ορθότερα να δανειστούμε ως τίτλο του παρόντος κειμένου τον παρόμοιο τίτλο μιας πρωτοποριακής και εμπνευσμένης θεολογικής μελέτης του μεγάλου Θεολόγου -και δη Εκκλησιολόγου και Ακαδημαϊκού- Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου Ιωάννου (Ζηζιούλα), η οποία περιλαμβάνεται στον συλλογικό, αφιερωματικό-τιμητικό τόμο:«Χαριστήρια εις Τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος». Και γιατί να γίνει χρήση αυτού του τίτλου για το παρόν κείμενο;
Η απάντηση είναι λιτή και απλή. Διότι η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι πλέον μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις συνέβαλε ώστε να καταπέσουν πολλά προσωπεία και να αποκαλυφθούν τα αληθή πρόσωπα ενίων προσυνοδικώς, κατά τις εργασίες της Συνόδου και, τώρα, μετασυνοδικώς. Και μόνο αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου υπήρξε αληθής αποκάλυψη των επι πολλές δεκαετίες κρυφίων και ανομολόγητων ενδόμυχων σκοπιμοτήτων, βλέψεων, προφάσεων, ψευδοδικαιολογιών, αφιλαδέλφων συμπεριφορών, υπονομεύσεων και ανατροπών του πανορθόδοξου αυτού οράματος. Όντως τα προσωπεία κατέπεσαν...

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ
ΑΠΟ ΤΑ INTERNA ΣΤΑ EXTERNA CORPORIS ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
·         Εύλογοι θεολογικοί προβληματισμοί και ερωτήματα για τα «προσυνοδικά», «ενσυνοδικά» και «μετασυνοδικά» «εφύμνια» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.
·         Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
·         Κριτήριο για τον «χαρακτήρα» και την «ταυτότητα» της εν Κρήτη Συνόδου ως «Αγίας και Μεγάλης» δεν είναι οι «οικεία βουλήσει» ή ένεκα «άλλων σκοπιμοτήτων και βλέψεων» τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες αδικαιολογήτως απείχαν, αλλά εκείνες που αποδέχθηκαν την κλήση του Παρακλήτου της Αληθείας και μετέσχov του μυστηρίου της εν Συνόδω Πεντηκοστής.
Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού είναι πλέον μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
Αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συγκλήσεως μετά από αιώνες της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας είναι σημαντικό και ευεργετικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία συγκροτήθηκε σε συνοδικό σώμα « εν τω συνδέσμω της αγάπης και της ειρήνης» του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος της Αληθείας. Έναντι αυτού του ακραιφνώς Εκκλησιαστικού και Πνευματικού γεγονότος εχύθη πολύ μελάνι επιδοκιμαστικής και αποδοκιμαστικής γραφής άλλοτε εξ αγνοίας ή λόγω «διακονίας» και εξυπηρετήσεως ποικίλων σκοπιμοτήτων και άλλοτε από φόβο και ανασφάλεια απέναντι στις προκλήσεις και προσκλήσεις, στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί και να απαντήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία έχοντας πάντοτε ως επίκεντρο της φιλόστοργης αγάπης και μέριμνας αυτής την «εικόνα του Θεού», τον άνθρωπο. Χαρακτηρισμοί και «ετικέτες» περί «προγονοπληξίας» ή «προοδοπληξίας», περί «ομολογιακής αντιστάσεως» και «καινοτόμου τόλμης», περί «γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» και «πεπλανημένων απεμπολούντων την πατρώα πίστη», ωσαύτως περί «σεσωσμένων καθαρών συντηρητικών» και «εν απωλεία καταδικασθέντων προοδευτικών και εκσυγχρονιστών», εν τέλει περί «ενωτικών» και «ανθενωτικών», «φιλοσυνοδικών» και «αντισυνοδικών», προκάλεσαν προσυνοδικώς και κατά την διάρκεια της Συνόδου καθώς συνεχίζουν και μετασυνοδικώς να προκαλούν στους ανθρώπους «πνευματική ζάλη», σύγχυση, αμφιβολίες και «πειρασμικούς λογισμούς».

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ
Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική Οργάνωση κατά την Υστεροθωμανική Περίοδο (17ος – 20ος αιώνας)
Ένας από τους πολλούς ιστορικούς αδάμαντες της «Μεγάλης Θρακώας Πατριαρχικής Γης», που σε πείσμα των επώδυνων στροφών του ιστορικού γίγνεσθαι «φαίνει και ζει αδιαλείπτως» στις «αθάνατες συνειδήσεις» των επιγενομένων γόνων των πονεμένων προσφύγων είναι και η παλαίφατος και μεγάτιμος ελληνορθόδοξη επαρχία της Αίνου στην Ανατολική Θράκη στην οποία πριν από τον πικρό απορφανισμό της κατά το έτος 1922 και την οριστική Αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών με την υπογραφείσα Συνθήκη της Λωζάνης (1923) υπήρχαν ακμαίες ρωμαίϊκες κοινότητες με άρτια εκκλησιαστική εκπαιδευτική οργάνωση όπου διέπρεπαν επιφανείς λόγιοι Μητροπολίτες, Ιερομόναχοι και Διδάσκαλοι του Γένους οι οποίοι ανέθρεψαν και εγαλούχησαν με το «μέλι και το γάλα της ελληνορθοδόξου παιδείας και ευσεβείας» γενεές γενεών ελληνοπαίδων.
Ο Ευαγγελικός λόγος εσπάρη και ο χριστιανισμός εδραιώθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αίνου πολύ νωρίς, όπου ήδη κατά τον τρίτο –πολύ περισσότερο τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα– είχαν οργανωθεί και οι πρώτες μικρές υποτυπώδεις χριστιανικές κοινότητες. Ο πολύς περί την εκκλησιαστική ιστορία των Επισκοπών και Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Καθηγητής της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Βασίλειος Σταυρίδης γράφει σχετικά: «ο χριστιανισμός θα διεδόθη ενωρίς εις την Αίνον, διότι αύτη κατέστη έδρα επισκόπου, άλλοτε πρώτη και άλλας φοράς τετάρτη της επαρχίας Ροδόπης. Επί Ιουστινιανού του Μεγάλου (527-565) έγινεν Αριχεπισκοπή. Επί Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081-1118) ανυψώθη εις Μητρόπολιν, εις την 62αν θέσιν, κατόπιν 73ην εις τας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρχάς του Κ΄ αιώνος ήτο 33η εις την σειράν του Συνταγματίου και ο Μητροπολίτης της Αίνου ετάσσετο αρχικώς μεταξύ των υπερτίμων, εφημίζετο δε έπειτα και ως έξαρχος Ροδόπης. Η έδρα του είχε μετατεθεί εις Δεδέαγατς… η Αίνος, ότε ήτο Αρχιεπισκοπή, ήρχετο εις την σειράν 30η, 31η, 33η και 43η. Ως Μητρόπολις κατά τους βυζαντινούς χρόνους 57η, 62α, 64η, 72α και 73η. Μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως αθρόως 38η και κατά τον Κ΄ αιώνα 33η και 32η».

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΘΡΑΚΙΚΗ ΓΗ : ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ - ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ - ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς


ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΘΡΑΚΙΚΗ ΓΗ 
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ –ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ
 ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ 

Δεν θα ήταν υπερβολή, εάν λέγαμε ότι από τις πλέον εκλεκτές και αγαπημένες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που μέχρι σήμερα παραμένουν αλησμόνητες, υπήρξαν εκείνες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας ή Βορείου Θράκης. Γι’ αυτό συχνότατα γράφουμε και διακηρύττουμε ότι η «Θρακική Γη είναι Γη Πατριαρχική». Οι εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες ανέκαθεν διατηρούσαν ισχυρούς και ακατάλυτους, εκκλησιαστικούς και πνευματικούς δεσμούς με τη Μητέρα Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Τα φρόνημα των Ανατολικοθρακών και των Ανατολικορωμυλιωτών ήταν βαθύτατα πατριαρχικό, βαθύτατα διαποτισμένο από την ζωογόνο εκκλησιαστική πνοή του μαρτυρικού και εσταυρωμένου Φαναρίου, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Και μέχρι σήμερα αυτή η συνείδηση ότι ανήκουμε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει ζωντανή στο νου και στην ψυχή των Θρακών που διαβιούν στην ελληνική Θράκη ως απόγονοι και συνεχιστές της  εκκλησιαστικής, ιστορικής και πολιτισμικής παραδόσεως και πορείας εκείνων των μαρτυρικών προσφύγων προγόνων μας Θρακών που λόγω της εθνοφυλετικής – εθνικιστικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και βιαίας τακτικής των Βουλγάρων εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμυλία και αργότερα λόγω της νεοτουρκικής θηριωδίας μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή (1922), και τις προγονικές τους εστίες στην Ανατολική Θράκη.
Η Ανατολική Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία ως ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και εκκλησιαστικές επαρχίες είχαν συγκριτικά με άλλες περιοχές τις περισσότερες Μητροπόλεις και επισκοπές. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο και περιστασιακό. Αντιθέτως περίτρανα αποδεικνύει τόσο το υψηλό και γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας όσο και την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα που έδιδε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ αυτές τις νευραλγικές εκκλησιαστικές επαρχίες του με τον υψηλού επιπέδου ακμάζοντα ορθόδοξο πληθυσμό, που ήταν αφοσιωμένος, παρά το κόστος που πλήρωναν, λόγω της αφοσιώσεώς τους στην Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι στην Ανατολική Θράκη μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 υπήρχαν και άκμαζαν οι Μητροπόλεις: Αδριανουπόλεως, Ηρακλείας, Αίνου, Τυρολόης και Σερεντίου, Βιζύης και Μηδείας, Σαράντα Εκκλησιών, Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου, Μετρών και Αθύρων, ενώ στην Ανατολική Ρωμυλία οι Μητροπόλεις Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Αγαθουπόλεως, Αγαθονικείας, Βράτσας, Λεύκης, Κωνσταντίας, Λιτίτσης, Μεσημβρίας, Πρεσλάβας, Ροδοστόλου, Σαμακοβίου και Σωζοπόλεως κ.ά.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ
 ΣΤΙΣ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ 
ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

·        Ο εκ Σαράντα Εκκλησιών Μητροπολίτης Μαρωνείας  Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921) καταγράφει την ιστορία της γενέτειράς του

Ο γόνος της πόλεως των Σαράντα Εκκλησιών  της Ανατολικής Θράκης, Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921), κατέγραψε εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα την ιστορία της πατρίδος του, την οποία εξέδωσε κατά το έτος 1897. Ο Μελισσηνός όταν εξέδωσε την μελέτη  του ήταν ακόμη Αρχιμανδρίτης.
Στο αξιόλογο τούτο ιστορικό πόνημα κάνει ιδιαίτερη μνεία στην εκπαιδευτική κατάσταση που επικρατούσε κατά τα τέλη του 20ου αιώνα στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών αναφερόμενος στα κατά την περίοδο εκείνη λειτουργούντα εκπαιδευτικά ιδρύματα καθώς και στα κοινωφελή φιλεκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά Σωματεία των Σαράντα Εκκλησιών.
Ο  τότε Αρχιμανδρίτης Μελισσηνός Χριστοδούλου έγραψε για την εκπαιδευτική κατάσταση της γενέτειράς του, τα εξής: «Η παιδεία στις Σαράντα Εκκλησιές μέχρι της δευτέρας εικοσιπενταετηρίδος του παρόντος αιώνος ευρίσκετο «εν σπαργάνοις», η διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων περιοριζόταν στην Οκτάηχο, το Ψαλτήριο και τον Απόστολο. Από της εποχής δε ταύτης εδόθη ώθηση για καλύτερη καλλιέργεια των γραμμάτων και μείζονα πνευματική ανάπτυξη. Βαθμηδόν δε συνέστησαν τα ήδη υπάρχοντα σχολεία, στην εξιστόρηση των οποίων βαίνω ήδη…»
Οι Κεντρικές Σχολές στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών ήταν: 1) Η Ελληνική και Αστική Σχολή, 2) Το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, 3) Νηπιαγωγείο.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
· Στο πρόσωπο των εκάστοτε Οικουμενικών Πατριαρχών ενσαρκούται και υποστασιάζεται αυτοθυσιαστικώς και αγιοπνευματικώς ο πάντιμος και μαρτυρικώς καθαγιασμένος θεσμός του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
·  Οι από Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και στο διάβα των αιώνων Οικουμενικοί Πατριάρχες πέραν και έξω εθνοφυλετικών κριτηρίων εκφράζουν γνησίως και ανοθεύτως την Οικουμενικότητα του διαχρονικού και πανανθρώπινου σωτηριώδους μηνύματος του Σταυρού και της Αναστάσεως Ιησού Χριστού «εις πάντα τα έθνη».
·    Η ιστορική, πνευματική και όντως υπαρξιακή σχέση του Πρωτοθρόνου της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως του «Πατριάρχου του ευσεβούς Ρωμαίϊκου Γένους» δεν αποτελεί ανούσιο τύπο, μουσειακό απολίθωμα και «νεκρό γράμμα» ενός ενδόξου πάλαι ποτέ βυζαντινισμού, αλλά βιωματική οντολογική αλήθεια και ζωογόνο διαπροσωπική σχέση ζωής, η οποία ζει μέσα στο χωροχρόνο.


    Στο διαχρονικό μέγα ερώτημα, το οποίο καθίσταται έτι περισσότερο αμείλικτο και επίκαιρο κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους του άνευ επιγνώσεως φανατικού και αντιεκκλησιολογικού ζηλωτισμού, του εωσφορικού εγωϊσμού, της συκοφαντήσεως, του ψεύδους και του αντιπατριαρχικού μένους , περί του «τί εστί Πατριάρχης;», η απάντηση δίδεται θεοπνεύστως με τον πλέον σαφή, ακριβή και περιεκτικό ορισμό, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στο Νομικόν Βιβλίον «Επαναγωγή» Βασιλείου Μακεδόνος και Λέοντος Σοφού, όπου αναγιγνώσκουμε: «Τί εστίν Πατριάρχης; Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αληθείαν. Τέλος αυτώ, οι των καταπεπιστευμένων ψυχών σωτηρία και το υπερ της αληθείας και της εκδικήσεως των δογμάτων λαλείν ενώπιον Βασιλέως και ουκ αισχύνεσθαι».

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ, ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ, ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ ΚΑΙ
ΒΙΑΝΝΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.
ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
(Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52)
Βιβλιοπαρουσίαση – Σχολιασμός Εκδόσεως
Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Η μετοχή στις αλήθειες κάθε βιβλίου, το οποίο εκδίδεται και κυκλοφορεί, είτε είναι περισσότερο είτε ολιγότερο επιστημονικό, αποκαλύπτει τόσο στον απλό αναγνώστη, όσο και στον ειδικό επιστήμονα και μελετητή έναν «άγνωστο κόσμο» γεγονότων και προσώπων, αιτίων και αιτιατών, αντικειμενικών ή υποκειμενικών αληθειών, πιστευμάτων και ιδεολογημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως το βιβλίο ως πόνημα ενδιαθέτου σκέψεως και μυσταγωγίας πνεύματος έχει κάτι να εισφέρει στον ειδήμονα ή μη αναγνώστη, ο οποίος ακορέστως αναζητά την γνώση και το δυσχερέστερο αυτής, την Αλήθεια.
Η έκδοση του νέου επιστημονικού ιστορικού πονήματος του πολυγραφότατου και εμπνευσμένου συγγραφέως, Σεβ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέου Νανάκη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό τον τίτλο: «Πτυχές Σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας κατά τον 20ο αιώνα» (Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52), αποτελεί έναν ακόμη επιστημονικό ερευνητικό κρίκο στο όλο πολυδιάστατο και πολυσχιδές συγγραφικό έργο του στο πλαίσιο τόσο των ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων και καθηκόντων του όσο και της εν τη Εκκλησία Χριστομιμήτου λευϊτικής διακονίας του και μάλιστα ως λογίου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος μυσταγωγεί το μυστήριο της Εκκλησίας στην Πατριαρχική μεγαλόνησο Κρήτη. Η δε βιβλιοπαρουσίαση του νέου αυτού επιστημονικού πονήματος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ο οποίος διά τον γράφοντα υπήρξε και παραμένει αμεταθέτως πολυφίλητος και πολυσέβαστος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος και «Ακαδημαϊκός Ανάδοχος» της μετά απαθούς πάθους ενασχολήσεώς μας περί την ιστορία του πολυμαρτυρικού και Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου μας κατά τις μεταπτυχιακές σπουδές μας στον ιστορικό κλάδο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., η βιβλιοπαρουσίαση, λέγω, δεν αποτελεί μία τυπική υποχρέωση ή ένα ανούσιο καθήκον, αλλά ελαχίστη γραπτή δημοσία κατάθεση και δώρημα ψυχής του «αεί διδασκομένου» μαθητού προς τον εμπνευσμένο «αεί Διδάσκαλό» του.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ – ΝΟΜΙΚΟΥ

1. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Ιερεύς στη διακονία του ιερατικού αξιώματος κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Τόμος Πρακτικών ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 247-290.
2. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η «Δογματική Κανονική Ακρίβεια» και η «Εκκλησιαστική Οικονομία» κατά την διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Τόμος Πρακτικών ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 475-537.
3. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Θεϊκή Ουσία και Υποστατικά Ιδιώματα στην περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Τόμος Πρακτικών Κ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 253-279.

4. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927), Θεσσαλονίκη 2001.
5. Ιωάννου Ελ Σιδηρά, Γρηγόριος Καλλίδης (1844-1925). Μητροπολίτης Ηρακλείας και Ραιδεστού. Ο Νέος Θρακιώτης Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Ο βίος και η εν γένει εκκλησιαστική, ποιμαντική και εθνική δράση και προσφορά του, «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 14 (2004) 112-126.
6. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η Φιλεκπαιδευτική και Φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα (Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.) Αφιερωματικός Τόμος «Θράκιος» στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Δαμασκηνό. (Σειρά: Θρακική Βιβλιοθήκη - 10), Κομοτηνή 2006, σσ. 255-285. Αναδημοσιεύεται στο Επιστημονικό Περιοδικό Σύγγραμμα «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 15 (2005-2007) 69-122.
7. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής προσφοράς και δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914) στη Θάσο, «Θασιακά», 13 (2004-2006) 425-456. Η ίδια μελέτη αναδημοσιεύεται στον Τόμο των Πρακτικών του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Τόμ. Β΄, Καβάλα 2007, σσ. 247-281.
8. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής Εκκλησίας στην Κομοτηνή και τον Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι σήμερα, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Κομοτηνή και ο Ευρύτερος Χώρος. Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον», Έκδοση Εταιρείας Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής, Κομοτηνή 2006, σσ. 63-111.
9. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Άγνωστες πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου στη Θάσο κατά την μεταβατική περίοδο 1902-1912. Αφιερωματικός Τόμος «Δώρημα Ψυχής» στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄ επί τη συμπληρώσει δεκαπέντε ετών ευκλεούς Πατριαρχείας (1991-2006), Έκδοση Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Κομοτηνή 2007, σσ. 213-236.
10. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικές σελίδες της Μητροπόλεως Μαρωνείας στη Σαμοθράκη (1899-1912). Πέντε ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Σαμοθράκη. Ιστορία – Αρχαιολογία – Πολιτισμός», Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 165-169.
11. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σελίδες εκκλησιαστικής δράσεως των Μητροπολιτών Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη (1894-1900) και Κωνσταντίου Γαζή (1900-1902) στη Θάσο. Άγνωστες ιστορικές μαρτυρίες από ανέκδοτα εκκλησιαστικά έγγραφα των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. «Θρακική Επετηρίδα», 11 (1999-2009) 429-452. Αναδημοσιεύεται και στα: α) «Θασιακά», 14 (2007-2008) 521-545. β) «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 16/17 (2008-2010) 205-222.
12. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σύμμεικτα Εκκλησιαστικά Έγγραφα. Θάσος: Πρόσωπα και Γεγονότα (1915-1935), «Θασιακά», 16 (2011-2014) 401-417.
13. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934). Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, «Θασιακά», 17 (2015-2016) 304-323. Αναδημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή (βλ.www.ilak.org/docs/proceedings_c/volume_2/08.pdf) στον Τόμο των Πρακτικών του Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Έκδοση Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας, σσ. 725-750.
14. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Δικονομική αλληλογραφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο Βαφείδη επί αστικών υποθέσεων των Θασίων (1887/1888). Τέσσερα ανέκδοτα έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου, «Θασιακά», 18 (2017)457-475.
15. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Οι κατά τα έτη 1905 - 1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας  με επίκεντρο τον Αρχιερατικό Επίτροπο αυτής, Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Βλάχο (υπό έκδοση εισήγηση στο επιστημονικό -  ιστορικό συνέδριο της Καβάλας, Νοέμβριος 2017) 
Ο συγγραφέας έχει δημοσιεύσει σειρά ανέκδοτων εκκλησιαστικών εγγράφων από το Αρχειοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από τα αρχεία Ιερών Μητροπόλεων και από ιδιωτικά αρχεία .
Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συμπόσια,ημερίδες και συνέδρια, και έχει επιμεληθεί την έκδοση επιστημονικών, συλλογικών και συνεδριακών, τόμων στους οποίους έχει δημοσιεύσει επιστημονικές μελέτες, άρθρα και εισηγήσεις που αφορούν την εκκλησιαστική ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Θράκης και της Μακεδονίας. Επιστημονικά μελετήματα και εργασίες του συγγραφέως έχουν δημοσιευθεί και σε σειρά επιστημονικών περιοδικών εκδόσεων.
Εκατοντάδες είναι τα θεολογικά,ιστορικά και νομοκανονικά δημοσιευθέντα κείμενα (άρθρα, βιβλιοπαρουσιάσεις, βιβλιοκριτικές, παρεμβάσεις και σχολιασμοί) του συγγραφέως, ο οποίος αρθρογραφεί τακτικότατα σε εφημερίδες (Παρατηρητής της Θράκης) και περιοδικά της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και σε πανελλαδικής κυκλοφορίας ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου περιοδικά (π.χ. Παύλειος Λόγος) και ιστοσελίδες (Φως Φαναρίου, Ελληνομουσείον Αίνου, Καστροπολίτες Διδυμοτείχου, Radio Μάξιμουμ κ.ά.). 



ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ






ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄
·        Γραφή επετειακής Μνημοσύνης για την συμπλήρωση Εικοσιπενταετίας (1991-2016) από της Κοιμήσεως του
·                 ·      Το «Τάμα» της ζωής του ήταν η «Αυτολύπη»
·        Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων
Και μόνον το «δειλόν τόλμημα» της γραφίδος να σκιαγραφήσει, κατά τα ειθισμένα, τον «αχώρητον της ταπεινώσεως και αυτοταπεινώσεως και εμβαθούς αγάπης» Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, προκρούει εν τοις πράγμασι σε αυτή την όντως ένσαρκη και υποστασιοποιημένη ανυπόκριτη ταπείνωση και «εκούσια αφάνεια» του τηλαυγούς και «μυστηριακού» εκείνου βλέμματος του «πρώτου της Ορθοδοξίας», του όντως μακαριστού και μετά των μακάρων της αλήκτου Βασιλείας του εν Τριάδι Θεού Δημητρίου του Α΄.
Εάν κάποιος θέσει το ερώτημα: Ποιά εικόνα στη μνήμη των ανθρώπων παραμένει ανεξάληπτη από την περπατησιά του αοιδίμου Πατριάρχου στον μάταιο τούτο κόσμο; Η απάντηση είναι και θα είναι αυθόρμητα λαλουμένη: Το μυστηριακό βλέμμα του στα ολόφωτα μάτια του, που ποτέ δεν ήξερες εάν είναι εμβαπτισμένα στη θλίψη ή την απόγνωση, στη σιωπή της προσευχής ή στην έξω του κόσμου αυτού πραγματικότητα του Θεού, στη μοναξιά του σταυρού που αίρει ο «πρώτος της Ορθοδοξίας» ή στην απομόνωση από τους εγγύς και τους μακράν, από τους έσω ή τους έξω του εκκλησιαστικού αμπελώνος αδελφούς ή και τους πολλάκις «προσωπείον φέροντες» ψευδαδέλφους, φίλους και πολεμίους του «εν οστρακίνω σκεύει», παντοδυνάμου κατά Θεόν Φαναρίου, όπως και εκείνος ήταν και παραμένει μέγας στις καρδιές των ανθρώπων Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων, επειδή ακριβώς έναντι των εγκοσμίων κριτηρίων υπήρξε και έζησε κρύπτοντας το «μεγαλείον» του «εν οστρακίνω σκεύει».

ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΤΡΙΤΟΜΟ ΕΡΓΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΤΡΙΤΟΜΟ ΕΡΓΟ
 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ

«Η ΙΕΡΑ ΠΟΡΕΙΑ
  ΑΓΑΠΗΣ, ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΟΣ
  ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α΄»

Βιβλιοπαρουσίαση
Μόνο ως μνημειώδες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το τρίτομο έργο του περισπούδαστου Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος, το οποίο είναι επετειακώς αφιερωμένο στην συμπλήρωση είκοσι ετών (1991-2011) από της κοιμήσεως του αοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου Α΄ και αναφέρεται στην «Ιερά πορεία αγάπης, ειρήνης και ενότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου Α΄».
Το τρίτομο έργο του Σεβασμιωτάτου είδε το φως της δημοσιότητος και έφθασε ως ευλογία και στα χέρια του γράφοντος κατά το τέλος του έτους 2012 και στις 2.966 συνολικά σελίδες και των τριών τόμων ο βαθυνούστατος και εμπειρότατος συγγραφεύς δημοσιεύει με κάθε προσοχή και λεπτομέρεια άπαντα τα σχετικά κείμενα που εκφωνήθηκαν και κατετέθησαν ως «Φωνή της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» από των σεπτών χειλέων του αοιδίμου εν Πατριάρχαις Δημητρίου του Α΄ κατά την ιερά πορεία Αγάπης, Ειρήνης και Ενότητος Αυτού στις ανά την Οικουμένη Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες και Αυτόνομες Εκκλησίες, στο Άγιο Όρος και στις κατά τόπους επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου και όχι μόνο, που άρχισε κατά το σωτήριον έτος 1987 και ολοκληρώθηκε το έτος 1991.

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
·        Πτυχές της ιστορικής, εκκλησιαστικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής πορείας της μέχρι το 1922
·        Τιμητικό αφιέρωμα ιστορικής Μνημοσύνης στους πρόσφυγες της καθαγιασμένης καππαδοκικής γης που συνεχίζουν να έχουν την πνευματική τους αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
Ο πρώτος μητροπολιτικός θρόνος εξ όσων υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι της Αγιοτόκου και καθαγιασμένης Επαρχίας της Καισαρείας, της περιωνύμου πατρίδος του «Έθνους των Καππαδοκών». Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός αναφερόμενος στην τοπική και αρχαιοτάτη Εκκλησία της Καππαδοκίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η περιφανής των λόγων Μητρόπολις, η μητήρ σχεδόν απασών των Εκκλησιών ούσα τε απ’ αρχής και νομιζομένη».
Η μεγαλώνυμος Καισάρεια είναι αρχαιοτάτη πόλη της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Κιλικίας. Ονομαζόταν Μάζανα ή Μάζακα (πόλη της Σελήνης) και ήταν η πρωτεύουσα της Καππαδοκίας και έδρα του εγχώριου ηγεμόνος. Για κάποιες δεκαετίες έφερε και την ονομασία «Ευσέβεια» προς τιμήν του βασιλέως αυτής Αριαράθου του Ευσεβούς, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετονομάσθηκε από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο σε Καισάρεια και παρέμενε πάντοτε η πρώτη πόλη της αγιοτόκου Καππαδοκίας. Η αίγλη της πόλεως παρέμενε αμείωτη καθόλη την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που διήρκεσε από το 395 μέχρι το 1071 μ.Χ.
Όταν τον Δ΄ αιώνα ο Μέγας Βασίλειος ανήγειρε την περίφημη «Βασιλειάδα» προς τα βόρεια της παλαιάς πόλεως, τότε αυτή μετατοπίσθηκε προς τα εκεί και σταδιακά εγκαταλείφθηκε η παλαιά πόλη.  Κατά δε τον Ζ΄ και Η΄ αιώνα η Καισάρεια περιήλθε ένεκα των περιπετειών της ιστορίας, υπό την πολιτική κυριαρχία, κατά μικρά χρονικά διαστήματα, των Περσών και των Αράβων.

Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ
· Η πάγκαλος και θεοτίμητος Επισκοπική Νύμφη του Ελλησπόντου
· Γενέτειρα Γη Φιλόμουσων και φιλοπρόοδων Λογάδων και Εκκκλησιαστικών Ανδρών του Ρωμαίϊκου Γένους

·  Το «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης Θρακώας γης
Μόνον ως «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης θρακώας γης και «πεποικιλμένον περιδέραιον» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Ιερά Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, η οποία δεσπόζει –και όχι δέσποζε– στη θρακώα χερσόνησο, καθώς ανά τους αιώνες δέχεται τη ζωογόνο αύρα του μυστηριακού Ελλησπόντου.
Η Θρακοχερσονήσια Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου δεν ετάφη κάτω από την ιστορική ταφόπλακα αλλά καθώς έχει «ποιμένα και προστάτη άλκιμο και θεοσεβή», συνεχίζει αδιαλείπτως να ζει στις «άσβεστες συνειδήσεις» των επιγενομένων βλαστών που είδαν το φως της ημέρας μακράν της πατρώας γης ως απόγονοι των πονεμένων προσφύγων προγόνων τους. Και κάθε φορά που ο νέος Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου μνημονεύει κατά την ευχαριστιακή σύναξη των ζώντων και κεκοιμημένων απανταχού της γης γόνων της ευάνδρου εκκλησιαστικής επαρχίας του, τότε οντολογικά συγκροτείται «μία ποίμνη με έναν ποιμένα» καθώς καταλύονται τα νομοτελειακά δεσμά και όρια της κτιστής χωροχρονικής πραγματικότητας. Ζώντες και κεκοιμημένοι με αναφορά προς τον Επίσκοπο και Μητροπολίτη τους δορυφορούνται νοερώς ως μέλη οργανικά συνενωμένα στο «ευχαριστιακό σώμα» της τοπικής Εκκλησίας της Καλλιουπόλεως και της Μαδύτου, οπότε οι όροι του ιστορικού γίγνεσθαι αίρονται στην επέκεινα αυτού αλήθεια και ζωή της κατά Θεόν πραγματικότητος.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ : ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΕΘΝΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟ
Όταν οι Οθωμανοί εισήλθαν στην Βασιλεύουσα επεκράτησε πανικός, λεηλασίες, αγριότητα, βιαιοπραγίες, σφαγές, καταστροφές. Οι Οθωμανοί επί τρείς ημέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση που τους είχε δώσει ο κατακτητής Μωάμεθ, λεηλατούσαν και συγκέντρωναν λάφυρα. Όλες οι Εκκλησίες εσυλήθησαν, ιερές εικόνες εκάησαν και πολλά πολύτιμα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και έγγραφα κατεστράφησαν. Στην συνέχεια ο Μωάμεθ διέταξε επίσημα την διακοπή των βιαιοπραγιών και εισήλθε έφιππος στον ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας, όπου προσευχήθηκε στον Αλλάχ, ευχαριστώντας τον για την νίκη του. Διέταξε να επιχρισθούν όλα τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες και μετέτρεψε την Εκκλησία – Σύμβολο της Χριστιανοσύνης σε τέμενος.
Καθώς όμως ο Μωάμεθ άρχισε να περπατά στους δρόμους της πάλαι ποτέ ενδόξου Κωνσταντινουπόλεως, αντίκρυσε την ερημιά, την καταστροφή και τον θάνατο. Απεφάσισε λοιπόν να αναστήσει την Πόλη και έδωσε διαταγή να εξέλθουν από τις κρυψώνες τους οι ολίγοι εναπομείναντες Έλληνες τους οποίους με απόφασή του δεν επρόκειτο να τους βλάψει κανένας από το στρατό του. Γνωρίζοντας ο ίδιος την προσωπικότητα, το ήθος και τη μόρφωση του Γενναδίου Σχολαρίου, αποφάσισε να τον καλέσει στην Κωνσταντινούπολη για να εκλεγεί Πατριάρχης. Ο Μωάμεθ πίστευε ορθά ότι η εκλογή Πατριάρχου θα έδινε θάρρος στους Έλληνες να επαναπατρισθούν και να επανεγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη.