Σελίδες

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (1991 - 2016)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ο Α΄
Ο ΑΞΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
·    Επί τη συμπληρώσει 25ετούς ευκλεούς και τετιμημένης Πατριαρχείας (1991-2016).
· Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος ως ενοποιός και ειρηνοποιός  ενσάρκωσε το όραμα της Πανορθοδόξου Ενότητος διά της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
· Ο Πρωτόθρονος  και Πρωτεύθυνος Καθηγούμενος Πρωθιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ο οποίος ανέστησε παλαίφατες  Μονές, Εκκλησίες και Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου από την Ανατολική Θράκη μέχρι το Όρος Μελά και την Φανερωμένη της Κυζίκου και από την πολυμαρτυρική Σμύρνη και τις Κυδωνίες μέχρι την Αγιοτόκο Καππαδοκία και την επιφανή Προύσα.   
Ο από Γέροντος Χαλκηδόνος, Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ο Α’, κατά κόσμον Δημήτριος Αρχοντώνης, εγεννήθη την 29η Φεβρουαρίου του έτους 1941 στο χωρίο Άγιοι Θεόδωροι της μαρτυρικής ελληνικής νήσου Ίμβρου από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Χρήστο και την Μερόπη.
Τα εγκύκλια μαθήματα εδιδάχθη στη γενέτειρά του και εν συνεχεία ως ένας εκ των πρώτων αποφοίτων της Κεντρικής Σχολής Ίμβρου, στην Κωνσταντινούπολη, στο περίφημο Ζωγράφειο Λύκειο. Μετά ταύτα εισήχθη στην περιώνυμη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος, κατά το έτος 1961, αφού υπέβαλε την εναίσιμη επί πτυχίω διατριβή του, υπό τον τίτλο: «Ανασύστασις λυθέντος γάμου».

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ Η  ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 
ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ  ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Πριν από ο,τιδήποτε άλλο θα πρέπει ν' αναφέρουμε ότι ο Ιορδανικός Νόμος του 1958 που διέπει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του παλαιφάτου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, στο 1ο Μέρος του, με τίτλο «Προεισαγωγικόν», αναγνωρίζει κατ' απόλυτο τρόπο τον Ελληνορθόδοξο χαρακτήρα του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων.
Συγκεκριμένα στο  Άρθρο 2 του σχετικού νόμου αναφέρεται  ότι: «Η λέξη Πατριαρχείο σημαίνει το γνωστόν ως Ελληνορθόδοξον (Ρουμ Ορθοδόξ) Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων ή Μονατήριον (Ιερόν Κοινόν) του Παναγίου Τάφου (Δέρ Κάμπερ Μουκάδας) ή Αγιοταφιτική Αδελφότης ή Πανάγιος Τάφος ή Ελληνορθόδοξον Μοναστήριον (Δέρ Έρ- Ρούμ Έλ Ορθοδόξ) και θα είναι εφεξής Νομικό Πρόσωπο, το οποίο θα εκπροσωπείται υπό του εκάστοτε Πατριάρχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Η δε λέξη Πατριάρχης σημαίνει τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη των Ιεροσολύμων και περιλαμβάνει και τον Τοποτηρητή του Πατριάρχου με περιπτώσεις ελλείψεως Πατριάρχου ή απουσίας αυτού».

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ
Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική Οργάνωση κατά την Υστεροθωμανική Περίοδο (17ος – 20ος αιώνας)
Ένας από τους πολλούς ιστορικούς αδάμαντες της «Μεγάλης Θρακώας Πατριαρχικής Γης», που σε πείσμα των επώδυνων στροφών του ιστορικού γίγνεσθαι «φαίνει και ζει αδιαλείπτως» στις «αθάνατες συνειδήσεις» των επιγενομένων γόνων των πονεμένων προσφύγων είναι και η παλαίφατος και μεγάτιμος ελληνορθόδοξη επαρχία της Αίνου στην Ανατολική Θράκη στην οποία πριν από τον πικρό απορφανισμό της κατά το έτος 1922 και την οριστική Αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών με την υπογραφείσα Συνθήκη της Λωζάνης (1923) υπήρχαν ακμαίες ρωμαίϊκες κοινότητες με άρτια εκκλησιαστική εκπαιδευτική οργάνωση όπου διέπρεπαν επιφανείς λόγιοι Μητροπολίτες, Ιερομόναχοι και Διδάσκαλοι του Γένους οι οποίοι ανέθρεψαν και εγαλούχησαν με το «μέλι και το γάλα της ελληνορθοδόξου παιδείας και ευσεβείας» γενεές γενεών ελληνοπαίδων.
Ο Ευαγγελικός λόγος εσπάρη και ο χριστιανισμός εδραιώθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αίνου πολύ νωρίς, όπου ήδη κατά τον τρίτο –πολύ περισσότερο τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα– είχαν οργανωθεί και οι πρώτες μικρές υποτυπώδεις χριστιανικές κοινότητες. Ο πολύς περί την εκκλησιαστική ιστορία των Επισκοπών και Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Καθηγητής της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Βασίλειος Σταυρίδης γράφει σχετικά: «ο χριστιανισμός θα διεδόθη ενωρίς εις την Αίνον, διότι αύτη κατέστη έδρα επισκόπου, άλλοτε πρώτη και άλλας φοράς τετάρτη της επαρχίας Ροδόπης. Επί Ιουστινιανού του Μεγάλου (527-565) έγινεν Αριχεπισκοπή. Επί Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081-1118) ανυψώθη εις Μητρόπολιν, εις την 62αν θέσιν, κατόπιν 73ην εις τας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρχάς του Κ΄ αιώνος ήτο 33η εις την σειράν του Συνταγματίου και ο Μητροπολίτης της Αίνου ετάσσετο αρχικώς μεταξύ των υπερτίμων, εφημίζετο δε έπειτα και ως έξαρχος Ροδόπης. Η έδρα του είχε μετατεθεί εις Δεδέαγατς… η Αίνος, ότε ήτο Αρχιεπισκοπή, ήρχετο εις την σειράν 30η, 31η, 33η και 43η. Ως Μητρόπολις κατά τους βυζαντινούς χρόνους 57η, 62α, 64η, 72α και 73η. Μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως αθρόως 38η και κατά τον Κ΄ αιώνα 33η και 32η».

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
· Στο πρόσωπο των εκάστοτε Οικουμενικών Πατριαρχών ενσαρκούται και υποστασιάζεται αυτοθυσιαστικώς και αγιοπνευματικώς ο πάντιμος και μαρτυρικώς καθαγιασμένος θεσμός του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
·  Οι από Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και στο διάβα των αιώνων Οικουμενικοί Πατριάρχες πέραν και έξω εθνοφυλετικών κριτηρίων εκφράζουν γνησίως και ανοθεύτως την Οικουμενικότητα του διαχρονικού και πανανθρώπινου σωτηριώδους μηνύματος του Σταυρού και της Αναστάσεως Ιησού Χριστού «εις πάντα τα έθνη».
·    Η ιστορική, πνευματική και όντως υπαρξιακή σχέση του Πρωτοθρόνου της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως του «Πατριάρχου του ευσεβούς Ρωμαίϊκου Γένους» δεν αποτελεί ανούσιο τύπο, μουσειακό απολίθωμα και «νεκρό γράμμα» ενός ενδόξου πάλαι ποτέ βυζαντινισμού, αλλά βιωματική οντολογική αλήθεια και ζωογόνο διαπροσωπική σχέση ζωής, η οποία ζει μέσα στο χωροχρόνο.


    Στο διαχρονικό μέγα ερώτημα, το οποίο καθίσταται έτι περισσότερο αμείλικτο και επίκαιρο κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους του άνευ επιγνώσεως φανατικού και αντιεκκλησιολογικού ζηλωτισμού, του εωσφορικού εγωϊσμού, της συκοφαντήσεως, του ψεύδους και του αντιπατριαρχικού μένους , περί του «τί εστί Πατριάρχης;», η απάντηση δίδεται θεοπνεύστως με τον πλέον σαφή, ακριβή και περιεκτικό ορισμό, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στο Νομικόν Βιβλίον «Επαναγωγή» Βασιλείου Μακεδόνος και Λέοντος Σοφού, όπου αναγιγνώσκουμε: «Τί εστίν Πατριάρχης; Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αληθείαν. Τέλος αυτώ, οι των καταπεπιστευμένων ψυχών σωτηρία και το υπερ της αληθείας και της εκδικήσεως των δογμάτων λαλείν ενώπιον Βασιλέως και ουκ αισχύνεσθαι».

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ – ΝΟΜΙΚΟΥ

1. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Ιερεύς στη διακονία του ιερατικού αξιώματος κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Τόμος Πρακτικών ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 247-290.
2. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η «Δογματική Κανονική Ακρίβεια» και η «Εκκλησιαστική Οικονομία» κατά την διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Τόμος Πρακτικών ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 475-537.
3. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Θεϊκή Ουσία και Υποστατικά Ιδιώματα στην περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Τόμος Πρακτικών Κ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 253-279.

4. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927), Θεσσαλονίκη 2001.
5. Ιωάννου Ελ Σιδηρά, Γρηγόριος Καλλίδης (1844-1925). Μητροπολίτης Ηρακλείας και Ραιδεστού. Ο Νέος Θρακιώτης Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Ο βίος και η εν γένει εκκλησιαστική, ποιμαντική και εθνική δράση και προσφορά του, «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 14 (2004) 112-126.
6. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η Φιλεκπαιδευτική και Φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα (Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.) Αφιερωματικός Τόμος «Θράκιος» στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Δαμασκηνό. (Σειρά: Θρακική Βιβλιοθήκη - 10), Κομοτηνή 2006, σσ. 255-285. Αναδημοσιεύεται στο Επιστημονικό Περιοδικό Σύγγραμμα «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 15 (2005-2007) 69-122.
7. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής προσφοράς και δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914) στη Θάσο, «Θασιακά», 13 (2004-2006) 425-456. Η ίδια μελέτη αναδημοσιεύεται στον Τόμο των Πρακτικών του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Τόμ. Β΄, Καβάλα 2007, σσ. 247-281.
8. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής Εκκλησίας στην Κομοτηνή και τον Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι σήμερα, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Κομοτηνή και ο Ευρύτερος Χώρος. Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον», Έκδοση Εταιρείας Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής, Κομοτηνή 2006, σσ. 63-111.
9. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Άγνωστες πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου στη Θάσο κατά την μεταβατική περίοδο 1902-1912. Αφιερωματικός Τόμος «Δώρημα Ψυχής» στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄ επί τη συμπληρώσει δεκαπέντε ετών ευκλεούς Πατριαρχείας (1991-2006), Έκδοση Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Κομοτηνή 2007, σσ. 213-236.
10. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικές σελίδες της Μητροπόλεως Μαρωνείας στη Σαμοθράκη (1899-1912). Πέντε ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Σαμοθράκη. Ιστορία – Αρχαιολογία – Πολιτισμός», Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 165-169.
11. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σελίδες εκκλησιαστικής δράσεως των Μητροπολιτών Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη (1894-1900) και Κωνσταντίου Γαζή (1900-1902) στη Θάσο. Άγνωστες ιστορικές μαρτυρίες από ανέκδοτα εκκλησιαστικά έγγραφα των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. «Θρακική Επετηρίδα», 11 (1999-2009) 429-452. Αναδημοσιεύεται και στα: α) «Θασιακά», 14 (2007-2008) 521-545. β) «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 16/17 (2008-2010) 205-222.
12. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σύμμεικτα Εκκλησιαστικά Έγγραφα. Θάσος: Πρόσωπα και Γεγονότα (1915-1935), «Θασιακά», 16 (2011-2014) 401-417.
13. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934). Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, «Θασιακά», 17 (2015-2016) 304-323. Αναδημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή (βλ.www.ilak.org/docs/proceedings_c/volume_2/08.pdf) στον Τόμο των Πρακτικών του Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Έκδοση Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας, σσ. 725-750.
14. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Δικονομική αλληλογραφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο Βαφείδη επί αστικών υποθέσεων των Θασίων (1887/1888). Τέσσερα ανέκδοτα έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου, «Θασιακά», 18 (2017)457-475.
15. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Οι κατά τα έτη 1905 - 1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας  με επίκεντρο τον Αρχιερατικό Επίτροπο αυτής, Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Βλάχο (υπό έκδοση εισήγηση στο επιστημονικό -  ιστορικό συνέδριο της Καβάλας, Νοέμβριος 2017) 
Ο συγγραφέας έχει δημοσιεύσει σειρά ανέκδοτων εκκλησιαστικών εγγράφων από το Αρχειοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από τα αρχεία Ιερών Μητροπόλεων και από ιδιωτικά αρχεία .
Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συμπόσια,ημερίδες και συνέδρια, και έχει επιμεληθεί την έκδοση επιστημονικών, συλλογικών και συνεδριακών, τόμων στους οποίους έχει δημοσιεύσει επιστημονικές μελέτες, άρθρα και εισηγήσεις που αφορούν την εκκλησιαστική ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Θράκης και της Μακεδονίας. Επιστημονικά μελετήματα και εργασίες του συγγραφέως έχουν δημοσιευθεί και σε σειρά επιστημονικών περιοδικών εκδόσεων.
Εκατοντάδες είναι τα θεολογικά,ιστορικά και νομοκανονικά δημοσιευθέντα κείμενα (άρθρα, βιβλιοπαρουσιάσεις, βιβλιοκριτικές, παρεμβάσεις και σχολιασμοί) του συγγραφέως, ο οποίος αρθρογραφεί τακτικότατα σε εφημερίδες (Παρατηρητής της Θράκης) και περιοδικά της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και σε πανελλαδικής κυκλοφορίας ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου περιοδικά (π.χ. Παύλειος Λόγος) και ιστοσελίδες (Φως Φαναρίου, Ελληνομουσείον Αίνου, Καστροπολίτες Διδυμοτείχου, Radio Μάξιμουμ κ.ά.). 



ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ






ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄
·        Γραφή επετειακής Μνημοσύνης για την συμπλήρωση Εικοσιπενταετίας (1991-2016) από της Κοιμήσεως του
·                 ·      Το «Τάμα» της ζωής του ήταν η «Αυτολύπη»
·        Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων
Και μόνον το «δειλόν τόλμημα» της γραφίδος να σκιαγραφήσει, κατά τα ειθισμένα, τον «αχώρητον της ταπεινώσεως και αυτοταπεινώσεως και εμβαθούς αγάπης» Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, προκρούει εν τοις πράγμασι σε αυτή την όντως ένσαρκη και υποστασιοποιημένη ανυπόκριτη ταπείνωση και «εκούσια αφάνεια» του τηλαυγούς και «μυστηριακού» εκείνου βλέμματος του «πρώτου της Ορθοδοξίας», του όντως μακαριστού και μετά των μακάρων της αλήκτου Βασιλείας του εν Τριάδι Θεού Δημητρίου του Α΄.
Εάν κάποιος θέσει το ερώτημα: Ποιά εικόνα στη μνήμη των ανθρώπων παραμένει ανεξάληπτη από την περπατησιά του αοιδίμου Πατριάρχου στον μάταιο τούτο κόσμο; Η απάντηση είναι και θα είναι αυθόρμητα λαλουμένη: Το μυστηριακό βλέμμα του στα ολόφωτα μάτια του, που ποτέ δεν ήξερες εάν είναι εμβαπτισμένα στη θλίψη ή την απόγνωση, στη σιωπή της προσευχής ή στην έξω του κόσμου αυτού πραγματικότητα του Θεού, στη μοναξιά του σταυρού που αίρει ο «πρώτος της Ορθοδοξίας» ή στην απομόνωση από τους εγγύς και τους μακράν, από τους έσω ή τους έξω του εκκλησιαστικού αμπελώνος αδελφούς ή και τους πολλάκις «προσωπείον φέροντες» ψευδαδέλφους, φίλους και πολεμίους του «εν οστρακίνω σκεύει», παντοδυνάμου κατά Θεόν Φαναρίου, όπως και εκείνος ήταν και παραμένει μέγας στις καρδιές των ανθρώπων Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων, επειδή ακριβώς έναντι των εγκοσμίων κριτηρίων υπήρξε και έζησε κρύπτοντας το «μεγαλείον» του «εν οστρακίνω σκεύει».

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
·        Πτυχές της ιστορικής, εκκλησιαστικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής πορείας της μέχρι το 1922
·        Τιμητικό αφιέρωμα ιστορικής Μνημοσύνης στους πρόσφυγες της καθαγιασμένης καππαδοκικής γης που συνεχίζουν να έχουν την πνευματική τους αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
Ο πρώτος μητροπολιτικός θρόνος εξ όσων υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι της Αγιοτόκου και καθαγιασμένης Επαρχίας της Καισαρείας, της περιωνύμου πατρίδος του «Έθνους των Καππαδοκών». Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός αναφερόμενος στην τοπική και αρχαιοτάτη Εκκλησία της Καππαδοκίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η περιφανής των λόγων Μητρόπολις, η μητήρ σχεδόν απασών των Εκκλησιών ούσα τε απ’ αρχής και νομιζομένη».
Η μεγαλώνυμος Καισάρεια είναι αρχαιοτάτη πόλη της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Κιλικίας. Ονομαζόταν Μάζανα ή Μάζακα (πόλη της Σελήνης) και ήταν η πρωτεύουσα της Καππαδοκίας και έδρα του εγχώριου ηγεμόνος. Για κάποιες δεκαετίες έφερε και την ονομασία «Ευσέβεια» προς τιμήν του βασιλέως αυτής Αριαράθου του Ευσεβούς, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετονομάσθηκε από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο σε Καισάρεια και παρέμενε πάντοτε η πρώτη πόλη της αγιοτόκου Καππαδοκίας. Η αίγλη της πόλεως παρέμενε αμείωτη καθόλη την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που διήρκεσε από το 395 μέχρι το 1071 μ.Χ.
Όταν τον Δ΄ αιώνα ο Μέγας Βασίλειος ανήγειρε την περίφημη «Βασιλειάδα» προς τα βόρεια της παλαιάς πόλεως, τότε αυτή μετατοπίσθηκε προς τα εκεί και σταδιακά εγκαταλείφθηκε η παλαιά πόλη.  Κατά δε τον Ζ΄ και Η΄ αιώνα η Καισάρεια περιήλθε ένεκα των περιπετειών της ιστορίας, υπό την πολιτική κυριαρχία, κατά μικρά χρονικά διαστήματα, των Περσών και των Αράβων.

Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ
· Η πάγκαλος και θεοτίμητος Επισκοπική Νύμφη του Ελλησπόντου
· Γενέτειρα Γη Φιλόμουσων και φιλοπρόοδων Λογάδων και Εκκκλησιαστικών Ανδρών του Ρωμαίϊκου Γένους

·  Το «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης Θρακώας γης
Μόνον ως «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης θρακώας γης και «πεποικιλμένον περιδέραιον» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Ιερά Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, η οποία δεσπόζει –και όχι δέσποζε– στη θρακώα χερσόνησο, καθώς ανά τους αιώνες δέχεται τη ζωογόνο αύρα του μυστηριακού Ελλησπόντου.
Η Θρακοχερσονήσια Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου δεν ετάφη κάτω από την ιστορική ταφόπλακα αλλά καθώς έχει «ποιμένα και προστάτη άλκιμο και θεοσεβή», συνεχίζει αδιαλείπτως να ζει στις «άσβεστες συνειδήσεις» των επιγενομένων βλαστών που είδαν το φως της ημέρας μακράν της πατρώας γης ως απόγονοι των πονεμένων προσφύγων προγόνων τους. Και κάθε φορά που ο νέος Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου μνημονεύει κατά την ευχαριστιακή σύναξη των ζώντων και κεκοιμημένων απανταχού της γης γόνων της ευάνδρου εκκλησιαστικής επαρχίας του, τότε οντολογικά συγκροτείται «μία ποίμνη με έναν ποιμένα» καθώς καταλύονται τα νομοτελειακά δεσμά και όρια της κτιστής χωροχρονικής πραγματικότητας. Ζώντες και κεκοιμημένοι με αναφορά προς τον Επίσκοπο και Μητροπολίτη τους δορυφορούνται νοερώς ως μέλη οργανικά συνενωμένα στο «ευχαριστιακό σώμα» της τοπικής Εκκλησίας της Καλλιουπόλεως και της Μαδύτου, οπότε οι όροι του ιστορικού γίγνεσθαι αίρονται στην επέκεινα αυτού αλήθεια και ζωή της κατά Θεόν πραγματικότητος.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ : ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΕΘΝΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟ
Όταν οι Οθωμανοί εισήλθαν στην Βασιλεύουσα επεκράτησε πανικός, λεηλασίες, αγριότητα, βιαιοπραγίες, σφαγές, καταστροφές. Οι Οθωμανοί επί τρείς ημέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση που τους είχε δώσει ο κατακτητής Μωάμεθ, λεηλατούσαν και συγκέντρωναν λάφυρα. Όλες οι Εκκλησίες εσυλήθησαν, ιερές εικόνες εκάησαν και πολλά πολύτιμα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και έγγραφα κατεστράφησαν. Στην συνέχεια ο Μωάμεθ διέταξε επίσημα την διακοπή των βιαιοπραγιών και εισήλθε έφιππος στον ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας, όπου προσευχήθηκε στον Αλλάχ, ευχαριστώντας τον για την νίκη του. Διέταξε να επιχρισθούν όλα τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες και μετέτρεψε την Εκκλησία – Σύμβολο της Χριστιανοσύνης σε τέμενος.
Καθώς όμως ο Μωάμεθ άρχισε να περπατά στους δρόμους της πάλαι ποτέ ενδόξου Κωνσταντινουπόλεως, αντίκρυσε την ερημιά, την καταστροφή και τον θάνατο. Απεφάσισε λοιπόν να αναστήσει την Πόλη και έδωσε διαταγή να εξέλθουν από τις κρυψώνες τους οι ολίγοι εναπομείναντες Έλληνες τους οποίους με απόφασή του δεν επρόκειτο να τους βλάψει κανένας από το στρατό του. Γνωρίζοντας ο ίδιος την προσωπικότητα, το ήθος και τη μόρφωση του Γενναδίου Σχολαρίου, αποφάσισε να τον καλέσει στην Κωνσταντινούπολη για να εκλεγεί Πατριάρχης. Ο Μωάμεθ πίστευε ορθά ότι η εκλογή Πατριάρχου θα έδινε θάρρος στους Έλληνες να επαναπατρισθούν και να επανεγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ Ο ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς 


ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β' ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ Ο ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΣ
·        Ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως
·        Με αφορμή την θλιβερή ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως.
Παρήλθαν 564 έτη αλλά η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή
Ο Γεννάδιος εγεννήθη στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1400 και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γεώργιος Σχολάριος. Το επώνυμο Κουρτέσης με το οποίο τον αναφέρουν ορισμένες ιστορικές πηγές αποτελεί επινόηση της ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας με σκοπό να παρουσιάσει τον Γεννάδιο ως λατινόφρονα.
Σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, οι οποίες όμως αμφισβητούνται, ο Σχολάριος εσπούδασε πλησίον  του Θεόκλητου Δαμασκηνού και του νομοδιδασκάλου Μεθοδίου. Βεβαία πάντως θεωρείται η φοίτησή του στη σχολή του Ιωάννου Χορτασμένου (μετέπειτα Ιγνατίου Σηλυβρίας) στην ιερά μονή του Σωτήρος στην Κωνσταντινούπουλη. Από τη σχολή αυτή προήλθαν επίσης ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, η ηγετική αυτή μορφή των ανθενωτικών και πνευματικός πατέρας του Σχολαρίου. Συμφοιτητές του Γενναδίου υπήρξαν και οι μεταπηδήσαντες στον παπισμό Βησσαρίων Νικαίας και Ισίδωρος Κιέβου. Ο Γεννάδιος τότε ακριβώς εμελέτησε σε βάθος τη φιλοσοφική διδασκαλία του Γεωργίου Πλήθωνος προς τον οποίο κατά τα επόμενα έτη αντετάχθη με σθένος, αλλά και με σεβασμό. Ήταν δε και άριστος γνώστης της λατινικής γλώσσης.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτωρ Μανουήλ Παλαιολόγος εκτίμησε την βαθεία μόρφωση του Σχολαρίου και τον αξιοποίησε ως σύμβουλό του. Γύρω στο 1430 ο Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος (1425-1438) όρισε τον Σχολάριο γραμματέα του, ανώτατο δικαστή και επίσημο διδάσκαλο της Θεολογίας.

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΜΒΡΟΥ ΚΑΙ ΤΕΝΕΔΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ
Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΜΒΡΟΥ ΚΑΙ ΤΕΝΕΔΟΥ
·  Συνοπτική ιστορική αναδρομή στους σημαντικότερους σταθμούς της Εκκλησιαστικής, Επισκοπικής, κοινωνικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής οργανώσεώς της
·        Η κανδήλα της Ρωμιοσύνης παραμένει ακοίμητη στη μαρτυρική νήσο
Η νήσος Ίμβρος ευρίσκεται στο στόμιον των στενών των Δαρδανελίων. Βρέχεται από το θρακικό πέλαγος και γειτονεύει με τις νήσους Τένεδο, Σαμοθράκη και Λήμνο. Η ονομασία της νήσου προέρχεται από τον Καρικό θεό Ίμβραμο, ο οποίος εταυτίζετο με τον Ερμή. Πρώτοι δε κάτοικοι της νήσου ήσαν οι Έλληνες Κάρες.
Η Ίμβρος από του Ε’ αιώνος π.Χ. και μέχρι των ρωμαϊκών χρόνων, το έτος 197 μ.Χ., παρέμενε κληρουχία των Αθηναίων, οι οποίοι συνέχιζαν την παρουσία τους και κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες εχρησιμοποιούσαν την Ίμβρο ως τόπο εξορίας επιφανών προσώπων. Κατά δε την περίοδο της Δ’ Σταυροφορίας η Ίμβρος περιήλθε υπό την κυριαρχία των Παπικών Σταυροφόρων, κατόπιν πάλι ευρέθη πάλι υπό την εξουσία των βυζαντινών.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως η Ίμβρος υπετάγη στους αλλόθρησκους Οθωμανούς, αλλά η διοίκησή της ανετέθη στον Ίμβριο Μιχαήλ Κριτόβουλο. Μετά από πέντε αιώνες Οθωμανικής σκληράς κυριαρχίας η νήσος Ίμβρος, κατά την περίοδο 1914-1923, διετέλει υπό ελληνική κυριαρχία. Από δε του έτους 1923 και μέχρι σήμερα, δια της συνθήκης της Λωζάνης, ευρίσκεται και πάλι εντός των ορίων της τουρκικής επικράτειας και υπάγεται διοικητικώς στο νομό των Δαρδανελίων, ως μια των υποδιοικήσεών του.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΙΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΙΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
·  Επετειακό Αφιέρωμα επί τη συμπληρώσει εικοσιεπταετούς (1992-2019) ευκλεούς και τετιμημένης αρχιεπισκοπικής διακονίας στην μαρτυρική θυγατέρα Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας.
·      Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε αγαστή συνεργασία και φιλάδελφο πνεύμα ήραν στους ώμους τους το ευθυνοφόρο έργο για την επιτυχή ολοκλήρωση της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη κατά το έτος 1937 κατόπιν εκδόσεως πατριαρχικού και συνοδικού τόμου, αλλά μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο αντιμετώπισε το σκληρό πρόσωπο του αθεϊστικού κομμουνιστικού καθεστώτος, όταν το έτος 1969 η Αλβανία έγινε το πρώτο αθεϊστικό κράτος της υφηλίου, ενώ το Σύνταγμα του 1976 απαγόρευσε αυστηρώς κάθε έκφραση θρησκευτικής πίστεως και λατρείας. Προς το τέλος του 1990 ο διωγμός κατέπαυσε και άρχισε σταδιακά η λειτουργία ολίγων εκκλησιών.
Στις αρχές Ιανουαρίου 1991 ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος Α’ (1972-1991) και η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου όρισε ως πατριαρχικό έξαρχο στην Αλβανία τον τότε επίσκοπο (μετέπειτα μητροπολίτη) Ανδρούσης κ. Αναστάσιο, καθηγητή του πανεπιστημίου Αθηνών για να μεριμνήσει για την ανασύσταση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας. Η σχετική άδεια της αλβανικής κυβερνήσεως εδόθη περί τα μέσα Ιουλίου 1991. Τον Αύγουστο του 1991 συνεκλήθη η πρώτη γενική κληρικολαϊκή συνέλευση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας στα Τίρανα για την αναδιοργάνωση των εκεί επαρχιών.