Σελίδες

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (1991 - 2016)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ο Α΄
Ο ΑΞΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
·    Επί τη συμπληρώσει 25ετούς ευκλεούς και τετιμημένης Πατριαρχείας (1991-2016).
· Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος ως ενοποιός και ειρηνοποιός  ενσάρκωσε το όραμα της Πανορθοδόξου Ενότητος διά της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
· Ο Πρωτόθρονος  και Πρωτεύθυνος Καθηγούμενος Πρωθιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ο οποίος ανέστησε παλαίφατες  Μονές, Εκκλησίες και Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου από την Ανατολική Θράκη μέχρι το Όρος Μελά και την Φανερωμένη της Κυζίκου και από την πολυμαρτυρική Σμύρνη και τις Κυδωνίες μέχρι την Αγιοτόκο Καππαδοκία και την επιφανή Προύσα.   
Ο από Γέροντος Χαλκηδόνος, Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ο Α’, κατά κόσμον Δημήτριος Αρχοντώνης, εγεννήθη την 29η Φεβρουαρίου του έτους 1941 στο χωρίο Άγιοι Θεόδωροι της μαρτυρικής ελληνικής νήσου Ίμβρου από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Χρήστο και την Μερόπη.
Τα εγκύκλια μαθήματα εδιδάχθη στη γενέτειρά του και εν συνεχεία ως ένας εκ των πρώτων αποφοίτων της Κεντρικής Σχολής Ίμβρου, στην Κωνσταντινούπολη, στο περίφημο Ζωγράφειο Λύκειο. Μετά ταύτα εισήχθη στην περιώνυμη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος, κατά το έτος 1961, αφού υπέβαλε την εναίσιμη επί πτυχίω διατριβή του, υπό τον τίτλο: «Ανασύστασις λυθέντος γάμου».

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Το ΕΝ ΦΑΝΑΡΙΩ ΑκροπαΛλΑδιον της ΕλληνορθοδΟξου ΠαιδεΙας
Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Επέτειος 563 Ετών (1454-2017)

   Όταν εάλω η Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη και η καταχθόνια ομίχλη της υποδουλώσεως του ευσεβούς και φιλόμουσου Γένους μας είχε καλύψει ως νεκροσάβανο τα πάντα, η πρώτη απροσδόκητη και ελπιδοφόρα αχτίδα φωτός και ζωής για την πολύπαθη και μαρτυρική Ρωμηοσύνη ανέτειλε με την υπό του πρώτου μετά την άλωση της Πόλεως Οικουμενικού Πατριάρχου Γενναδίου του Β’ (Σχολαρίου) ανίδρυση της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής κατά το έτος 1454,η οποία απετέλεσε την ιστορική συνέχεια της από τον 9ο μ.Χ. αιώνα λεγομένης «Πατριαρχικής Σχολής» ή «Πατριαρχικής Ακαδημίας», γνωστής και ως το «Μέγα Βήμα».
    Ποια ήταν όμως η περίφημη αυτή «Πατριαρχική Σχολή» ή «Πατριαρχική Ακαδημία», όπως την ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός Βιλμέν;
 Ο Περ. Εμμ. Κομνηνός σύμφωνα με όσα γράφει στα τεύχη 908(1.5.1966) και 909(15.5.1966) της «Νέας Εστίας» υπό τον τίτλο: «Θεόκτιστα Τείχεα», πληροφορούμεθα ότι «…εκτός από το διδακτήριο που προοριζόταν για την εγκύκλια παιδεία και μόρφωνε δημόσιους λειτουργούς, λειτουργούσε παράλληλα στην Πόλη, με την επίβλεψη του Πατριάρχη, ανώτερη σχολή ειδική για τον καταρτισμό θεολόγων και κληρικών. Αναφέρεται για πρώτη φορά σε κείμενο του Ζ ‘αιώνα, μας γίνεται όμως ουσιαστικά γνωστή μόνον από τον Θ’ αιώνα. Οι διδάσκαλοί της ήταν όλοι διάκονοι της Αγίας Σοφίας και είχαν θέση στην ιεραρχία των πατριαρχικών αξιωματούχων, με επικεφαλής τον «Οικουμενικό Διδάσκαλο». Και εδώ ο πρώτος κύκλος μαθημάτων αφορούσε τη «θύραθεν» σοφία, που έπρεπε να τη γνωρίσουν όλοι πριν περάσουν την «θύρα», η οποία οδηγούσε στο άδυτο της θεολογίας. Δύο «μαΐστορες», με πολλούς ασφαλώς βοηθούς, ήταν επιφορτισμένοι με το έργο αυτό, ενώ τρεις «διδάσκαλοι», με ακόμη περισσότερους βοηθούς, είχαν την κατεύθυνση των καθαρώς θεολογικών σπουδών.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ Η  ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 
ΕΚΛΟΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ  ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
Πριν από ο,τιδήποτε άλλο θα πρέπει ν' αναφέρουμε ότι ο Ιορδανικός Νόμος του 1958 που διέπει το νομικό και διοικητικό καθεστώς του παλαιφάτου Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, στο 1ο Μέρος του, με τίτλο «Προεισαγωγικόν», αναγνωρίζει κατ' απόλυτο τρόπο τον Ελληνορθόδοξο χαρακτήρα του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων.
Συγκεκριμένα στο  Άρθρο 2 του σχετικού νόμου αναφέρεται  ότι: «Η λέξη Πατριαρχείο σημαίνει το γνωστόν ως Ελληνορθόδοξον (Ρουμ Ορθοδόξ) Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων ή Μονατήριον (Ιερόν Κοινόν) του Παναγίου Τάφου (Δέρ Κάμπερ Μουκάδας) ή Αγιοταφιτική Αδελφότης ή Πανάγιος Τάφος ή Ελληνορθόδοξον Μοναστήριον (Δέρ Έρ- Ρούμ Έλ Ορθοδόξ) και θα είναι εφεξής Νομικό Πρόσωπο, το οποίο θα εκπροσωπείται υπό του εκάστοτε Πατριάρχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού. Η δε λέξη Πατριάρχης σημαίνει τον Ελληνορθόδοξο Πατριάρχη των Ιεροσολύμων και περιλαμβάνει και τον Τοποτηρητή του Πατριάρχου με περιπτώσεις ελλείψεως Πατριάρχου ή απουσίας αυτού».

Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΒΛΑΣΤΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ : ΘΡΑΚΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ



Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΒΛΑΣΤΟΙ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
 ΘΡΑΚΕΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ
 ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Συνοπτική ιστορική καταγραφή του βίου και της δράσεως των αγνώστων στο ευρύ κοινό Θρακών Πατριαρχών
Κύριλλος  Γ΄ ο Σπανός
Καταγόταν από την Ξάνθη. Έγινε μητροπολίτης Κορίνθου, δύο φορές Φιλιππουπόλεως και τέλος Τυρνόβου. Τον Ιούνιο του 1651 κατέλαβε πραξικοπηματικά τον Οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, απάγοντας τον Ιωαννίκιο Β΄, αλλά η πατριαρχική Σύνοδος δεν τον ανεγνώρισε και μετά οκτώ ημέρες αντικαταστάθηκε από τον Αθανάσιο Β΄ τον Πατελάριο.  Τον Μάρτιο του 1654 αναρριχήθηκε και πάλι στον  Πατριαρχικό θρόνο και μετά από 14 ημέρες αντικαταστάθηκε από τον Παϊσιο Α΄, ο οποίος τον εξόρισε στην Κύπρο.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟΝ
·   Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
·   Κριτήριο για τον «χαρακτήρα» και την «ταυτότητα» της εν Κρήτη Συνόδου ως «Αγίας και Μεγάλης» δεν είναι οι «οικεία βουλήσει» ή ένεκα «άλλων σκοπιμοτήτων και βλέψεων» τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες αδικαιολογήτως απείχαν, αλλά εκείνες που αποδέχθηκαν την κλήση του Παρακλήτου της Αληθείας και μετέσχov του μυστηρίου της εν Συνόδου Πεντηκοστής.
·    Η συνεχής επίκληση της «Ομοφωνίας» δεν αποτελεί ούτε καν ικανή πρόφαση και δικαιολογία να αποκρύψει ως «προσωπείον» τα αληθή αίτια της αποχής ενίων, ενώ αυτή η ίδια η αρχή της ομοφωνίας υπήρξε το «εύχρηστο εργαλείο» επι δεκαετίες όχι απλώς για να αναβληθεί αλλά οριστικώς να ματαιωθεί η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας για την εξυπηρέτηση ιδιοτελών εθνοφυλετικών συνδρόμων και ενός αντιεκκλησιολογικού παποκαισαρικού ηγεμονισμού και ιμπεριαλισμού.
Με συνοχή και συστολή αποτολμούμε να χρησιμοποιήσουμε ή ορθότερα να δανειστούμε ως τίτλο του παρόντος κειμένου τον παρόμοιο τίτλο μιας πρωτοποριακής και εμπνευσμένης θεολογικής μελέτης του μεγάλου Θεολόγου -και δη Εκκλησιολόγου και Ακαδημαϊκού- Μητροπολίτου Γέροντος Περγάμου Ιωάννου (Ζηζιούλα), η οποία περιλαμβάνεται στον συλλογικό, αφιερωματικό-τιμητικό τόμο:«Χαριστήρια εις Τιμήν του Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος». Και γιατί να γίνει χρήση αυτού του τίτλου για το παρόν κείμενο;
Η απάντηση είναι λιτή και απλή. Διότι η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είναι πλέον μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις συνέβαλε ώστε να καταπέσουν πολλά προσωπεία και να αποκαλυφθούν τα αληθή πρόσωπα ενίων προσυνοδικώς, κατά τις εργασίες της Συνόδου και, τώρα, μετασυνοδικώς. Και μόνο αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου υπήρξε αληθής αποκάλυψη των επι πολλές δεκαετίες κρυφίων και ανομολόγητων ενδόμυχων σκοπιμοτήτων, βλέψεων, προφάσεων, ψευδοδικαιολογιών, αφιλαδέλφων συμπεριφορών, υπονομεύσεων και ανατροπών του πανορθόδοξου αυτού οράματος. Όντως τα προσωπεία κατέπεσαν...

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ
ΑΠΟ ΤΑ INTERNA ΣΤΑ EXTERNA CORPORIS ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
·         Εύλογοι θεολογικοί προβληματισμοί και ερωτήματα για τα «προσυνοδικά», «ενσυνοδικά» και «μετασυνοδικά» «εφύμνια» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.
·         Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
·         Κριτήριο για τον «χαρακτήρα» και την «ταυτότητα» της εν Κρήτη Συνόδου ως «Αγίας και Μεγάλης» δεν είναι οι «οικεία βουλήσει» ή ένεκα «άλλων σκοπιμοτήτων και βλέψεων» τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες αδικαιολογήτως απείχαν, αλλά εκείνες που αποδέχθηκαν την κλήση του Παρακλήτου της Αληθείας και μετέσχov του μυστηρίου της εν Συνόδω Πεντηκοστής.
Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού είναι πλέον μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
Αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συγκλήσεως μετά από αιώνες της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας είναι σημαντικό και ευεργετικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία συγκροτήθηκε σε συνοδικό σώμα « εν τω συνδέσμω της αγάπης και της ειρήνης» του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος της Αληθείας. Έναντι αυτού του ακραιφνώς Εκκλησιαστικού και Πνευματικού γεγονότος εχύθη πολύ μελάνι επιδοκιμαστικής και αποδοκιμαστικής γραφής άλλοτε εξ αγνοίας ή λόγω «διακονίας» και εξυπηρετήσεως ποικίλων σκοπιμοτήτων και άλλοτε από φόβο και ανασφάλεια απέναντι στις προκλήσεις και προσκλήσεις, στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί και να απαντήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία έχοντας πάντοτε ως επίκεντρο της φιλόστοργης αγάπης και μέριμνας αυτής την «εικόνα του Θεού», τον άνθρωπο. Χαρακτηρισμοί και «ετικέτες» περί «προγονοπληξίας» ή «προοδοπληξίας», περί «ομολογιακής αντιστάσεως» και «καινοτόμου τόλμης», περί «γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» και «πεπλανημένων απεμπολούντων την πατρώα πίστη», ωσαύτως περί «σεσωσμένων καθαρών συντηρητικών» και «εν απωλεία καταδικασθέντων προοδευτικών και εκσυγχρονιστών», εν τέλει περί «ενωτικών» και «ανθενωτικών», «φιλοσυνοδικών» και «αντισυνοδικών», προκάλεσαν προσυνοδικώς και κατά την διάρκεια της Συνόδου καθώς συνεχίζουν και μετασυνοδικώς να προκαλούν στους ανθρώπους «πνευματική ζάλη», σύγχυση, αμφιβολίες και «πειρασμικούς λογισμούς».

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΠΕΛΑΓΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΝΟΥ
Εκκλησιαστική και Εκπαιδευτική Οργάνωση κατά την Υστεροθωμανική Περίοδο (17ος – 20ος αιώνας)
Ένας από τους πολλούς ιστορικούς αδάμαντες της «Μεγάλης Θρακώας Πατριαρχικής Γης», που σε πείσμα των επώδυνων στροφών του ιστορικού γίγνεσθαι «φαίνει και ζει αδιαλείπτως» στις «αθάνατες συνειδήσεις» των επιγενομένων γόνων των πονεμένων προσφύγων είναι και η παλαίφατος και μεγάτιμος ελληνορθόδοξη επαρχία της Αίνου στην Ανατολική Θράκη στην οποία πριν από τον πικρό απορφανισμό της κατά το έτος 1922 και την οριστική Αναγκαστική Ανταλλαγή των πληθυσμών με την υπογραφείσα Συνθήκη της Λωζάνης (1923) υπήρχαν ακμαίες ρωμαίϊκες κοινότητες με άρτια εκκλησιαστική εκπαιδευτική οργάνωση όπου διέπρεπαν επιφανείς λόγιοι Μητροπολίτες, Ιερομόναχοι και Διδάσκαλοι του Γένους οι οποίοι ανέθρεψαν και εγαλούχησαν με το «μέλι και το γάλα της ελληνορθοδόξου παιδείας και ευσεβείας» γενεές γενεών ελληνοπαίδων.
Ο Ευαγγελικός λόγος εσπάρη και ο χριστιανισμός εδραιώθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Αίνου πολύ νωρίς, όπου ήδη κατά τον τρίτο –πολύ περισσότερο τον τέταρτο μ.Χ. αιώνα– είχαν οργανωθεί και οι πρώτες μικρές υποτυπώδεις χριστιανικές κοινότητες. Ο πολύς περί την εκκλησιαστική ιστορία των Επισκοπών και Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Καθηγητής της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης Βασίλειος Σταυρίδης γράφει σχετικά: «ο χριστιανισμός θα διεδόθη ενωρίς εις την Αίνον, διότι αύτη κατέστη έδρα επισκόπου, άλλοτε πρώτη και άλλας φοράς τετάρτη της επαρχίας Ροδόπης. Επί Ιουστινιανού του Μεγάλου (527-565) έγινεν Αριχεπισκοπή. Επί Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081-1118) ανυψώθη εις Μητρόπολιν, εις την 62αν θέσιν, κατόπιν 73ην εις τας Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρχάς του Κ΄ αιώνος ήτο 33η εις την σειράν του Συνταγματίου και ο Μητροπολίτης της Αίνου ετάσσετο αρχικώς μεταξύ των υπερτίμων, εφημίζετο δε έπειτα και ως έξαρχος Ροδόπης. Η έδρα του είχε μετατεθεί εις Δεδέαγατς… η Αίνος, ότε ήτο Αρχιεπισκοπή, ήρχετο εις την σειράν 30η, 31η, 33η και 43η. Ως Μητρόπολις κατά τους βυζαντινούς χρόνους 57η, 62α, 64η, 72α και 73η. Μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως αθρόως 38η και κατά τον Κ΄ αιώνα 33η και 32η».

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΘΡΑΚΙΚΗ ΓΗ : ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ - ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ - ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς


ΦΑΝΑΡΙΟΣΚΕΠΑΣΤΗ ΘΡΑΚΙΚΗ ΓΗ 
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ –ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ
 ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ 

Δεν θα ήταν υπερβολή, εάν λέγαμε ότι από τις πλέον εκλεκτές και αγαπημένες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που μέχρι σήμερα παραμένουν αλησμόνητες, υπήρξαν εκείνες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας ή Βορείου Θράκης. Γι’ αυτό συχνότατα γράφουμε και διακηρύττουμε ότι η «Θρακική Γη είναι Γη Πατριαρχική». Οι εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες ανέκαθεν διατηρούσαν ισχυρούς και ακατάλυτους, εκκλησιαστικούς και πνευματικούς δεσμούς με τη Μητέρα Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Τα φρόνημα των Ανατολικοθρακών και των Ανατολικορωμυλιωτών ήταν βαθύτατα πατριαρχικό, βαθύτατα διαποτισμένο από την ζωογόνο εκκλησιαστική πνοή του μαρτυρικού και εσταυρωμένου Φαναρίου, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Και μέχρι σήμερα αυτή η συνείδηση ότι ανήκουμε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει ζωντανή στο νου και στην ψυχή των Θρακών που διαβιούν στην ελληνική Θράκη ως απόγονοι και συνεχιστές της  εκκλησιαστικής, ιστορικής και πολιτισμικής παραδόσεως και πορείας εκείνων των μαρτυρικών προσφύγων προγόνων μας Θρακών που λόγω της εθνοφυλετικής – εθνικιστικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και βιαίας τακτικής των Βουλγάρων εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμυλία και αργότερα λόγω της νεοτουρκικής θηριωδίας μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή (1922), και τις προγονικές τους εστίες στην Ανατολική Θράκη.
Η Ανατολική Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία ως ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και εκκλησιαστικές επαρχίες είχαν συγκριτικά με άλλες περιοχές τις περισσότερες Μητροπόλεις και επισκοπές. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο και περιστασιακό. Αντιθέτως περίτρανα αποδεικνύει τόσο το υψηλό και γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας όσο και την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα που έδιδε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ αυτές τις νευραλγικές εκκλησιαστικές επαρχίες του με τον υψηλού επιπέδου ακμάζοντα ορθόδοξο πληθυσμό, που ήταν αφοσιωμένος, παρά το κόστος που πλήρωναν, λόγω της αφοσιώσεώς τους στην Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι στην Ανατολική Θράκη μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 υπήρχαν και άκμαζαν οι Μητροπόλεις: Αδριανουπόλεως, Ηρακλείας, Αίνου, Τυρολόης και Σερεντίου, Βιζύης και Μηδείας, Σαράντα Εκκλησιών, Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου, Μετρών και Αθύρων, ενώ στην Ανατολική Ρωμυλία οι Μητροπόλεις Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Αγαθουπόλεως, Αγαθονικείας, Βράτσας, Λεύκης, Κωνσταντίας, Λιτίτσης, Μεσημβρίας, Πρεσλάβας, Ροδοστόλου, Σαμακοβίου και Σωζοπόλεως κ.ά.

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ε. Σιδηράς
ΙΕΡΟΝ ΔΙΠΤΥΧΟΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ
Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ
ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΗΣ

·        Αμφιετηρίδα 120 ετών (1896-2016) από της ανεγέρσεως του παλαιφάτου κτιρίου της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και της κοιμήσεως του χαρισματικού λογίου Θρακός συγγραφέως Γεωργίου Βιζυηνού.
·        Η τροφός Θεολογική Σχολή της Χάλκης αγκάλιασε στοργικά τον νεαρό ιεροσπουδαστή της Γεώργιο Βιζυηνό, ο οποίος γεύθηκε στον «Λόφο της Ελπίδος ή των Παπάδων» την κατά Θεόν και κατ’ άνθρωπον γνώση και σοφία διευρύνοντας τους πνευματικούς του ορίζοντες.
·        Το «Πρωτόλειο Ποίημα» του Χαλκίτη ιεροσπουδαστή, το οποίο συνέγραψε, αφιέρωσε και δημοσίευσε το 1873 ως «Δώρημα ψυχής» στην περίπυστη και παλαίφατη εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Αμφιετηρίδα για ένα κτίριο και έναν άνθρωπο που συνδέθηκαν οντολογικά (υπαρξιακά) μέσα στον χωροχρόνο και τοιουτοτρόπως μνημονεύονται από τους «εραστές της γραφίδος και του λόγου». Το «Ιερόν Δίπτυχον Μνημοσύνης 120 Ετών» μέσα από γεγονότα και συμβολισμούς, επετειακές αναμνήσεις και αναγωγές στο «ένδοξο πάλαι» με την πικρά γεύση στα χείλη για τα «περασμένα μεγαλεία», όταν αποφθέγγονται δύο «αδιαίρετες, ασύγχυτες, άτρεπτες και αναλλοίωτες» μέσα στον πανδαμάτορα χρόνο περιφράσεις, οι οποίες ως «Ιερόν Δίδυμον» εγείρουν «εκ του της ιστορίας ταμείου» τις «καθεύδουσες συνειδήσεις» των επιγενομένων, ήτοι τις κατά προαίρεση εναλλάξ γραφόμενες ή λεγόμενες περιφράσεις «Γεώργιος Βιζυηνός και Χάλκη» ή «Χάλκη και Γεώργιος Βιζυηνός» σε μία θαυμαστή και υπερβατική «αλληλοπεριχώρηση» και «αντίδοση ιδιωμάτων και βιωμάτων», τα οποία ως ακατάλυτος ,διαχρονικός, οντολογικός (υπαρξιακός), ιστορικός και βαθύτατα ζωντανός συμβολικός «ομφάλιος λώρος» συνέδεσαν, συνέζευξαν τον νεαρό Θράκα ιεροσπουδαστή με την κατά Χάλκη φιλόστοργη τροφό και παλαίφατη Ιερά θεολογική Σχολή του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, το «ιερώτατον τούτο παλλάδιον των Μουσών», την όντως «Ακρόπολιν της Θεολογίας».
Έκθαμβος συλλογίζομαι και ανακαλώ στην μνήμη «εκ του ταμείου της ιστορικής ιχνηλασίας και γνώσης» ένα έτος «ορόσημο» τόσο για την Θεολογική Σχολή της Χάλκης όσο και για τον Ουρανοβάμωνα της σκέψεως και της κεχαριτωμένης ενήδονης και ευαίσθητης γραφίδος Γεώργιο Βιζυηνό. Πρόκειται για το «Σωτήριον Έτος 1896», όταν ο της Θρακώας γης και της μυριοτραγουδισμένης ιστορικής Βιζυής ευκλεής γόνος, Γεώργιος, ο προσφυώς αποκληθείς «Βιζυηνός», «μετέστη προς την όντως ζωήν» και κατά το αυτό έτος «χάριτι Θεού» και «όλη δαπάνη» του μεγατίμου και φιλογενούς Παύλου Σκυλίτση Στεφάνοβικ ανηγέρθη εκ θεμελίων και ενεκαινιάσθη το μέχρι και σήμερον υπάρχον, νέο τότε κτίριο της Ιεράς και περιπύστου Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ύστερα από τον καταστροφικό σεισμό του έτους 1894, ο οποίος «έπληξε ολοσχερώς»  το προϋπάρχον αρχικό και παλαίφατο κτίριο της Σχολής που είχε ανεγερθεί το 1844 – έτος ιδρύσεως και λειτουργίας αυτής – υπό του αοιδίμου οραματιστού και φιλόμουσου εν Πατριάρχαις Γερμανού του Δ’.

ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός και Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ
 ΣΤΙΣ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΕΣ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ
ΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΣΩΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ 
ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

·        Ο εκ Σαράντα Εκκλησιών Μητροπολίτης Μαρωνείας  Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921) καταγράφει την ιστορία της γενέτειράς του

Ο γόνος της πόλεως των Σαράντα Εκκλησιών  της Ανατολικής Θράκης, Μητροπολίτης Μαρωνείας Μελισσηνός Χριστοδούλου (1914-1921), κατέγραψε εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα την ιστορία της πατρίδος του, την οποία εξέδωσε κατά το έτος 1897. Ο Μελισσηνός όταν εξέδωσε την μελέτη  του ήταν ακόμη Αρχιμανδρίτης.
Στο αξιόλογο τούτο ιστορικό πόνημα κάνει ιδιαίτερη μνεία στην εκπαιδευτική κατάσταση που επικρατούσε κατά τα τέλη του 20ου αιώνα στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών αναφερόμενος στα κατά την περίοδο εκείνη λειτουργούντα εκπαιδευτικά ιδρύματα καθώς και στα κοινωφελή φιλεκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά Σωματεία των Σαράντα Εκκλησιών.
Ο  τότε Αρχιμανδρίτης Μελισσηνός Χριστοδούλου έγραψε για την εκπαιδευτική κατάσταση της γενέτειράς του, τα εξής: «Η παιδεία στις Σαράντα Εκκλησιές μέχρι της δευτέρας εικοσιπενταετηρίδος του παρόντος αιώνος ευρίσκετο «εν σπαργάνοις», η διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων περιοριζόταν στην Οκτάηχο, το Ψαλτήριο και τον Απόστολο. Από της εποχής δε ταύτης εδόθη ώθηση για καλύτερη καλλιέργεια των γραμμάτων και μείζονα πνευματική ανάπτυξη. Βαθμηδόν δε συνέστησαν τα ήδη υπάρχοντα σχολεία, στην εξιστόρηση των οποίων βαίνω ήδη…»
Οι Κεντρικές Σχολές στην πόλη των Σαράντα Εκκλησιών ήταν: 1) Η Ελληνική και Αστική Σχολή, 2) Το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, 3) Νηπιαγωγείο.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
· Στο πρόσωπο των εκάστοτε Οικουμενικών Πατριαρχών ενσαρκούται και υποστασιάζεται αυτοθυσιαστικώς και αγιοπνευματικώς ο πάντιμος και μαρτυρικώς καθαγιασμένος θεσμός του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
·  Οι από Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και στο διάβα των αιώνων Οικουμενικοί Πατριάρχες πέραν και έξω εθνοφυλετικών κριτηρίων εκφράζουν γνησίως και ανοθεύτως την Οικουμενικότητα του διαχρονικού και πανανθρώπινου σωτηριώδους μηνύματος του Σταυρού και της Αναστάσεως Ιησού Χριστού «εις πάντα τα έθνη».
·    Η ιστορική, πνευματική και όντως υπαρξιακή σχέση του Πρωτοθρόνου της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως του «Πατριάρχου του ευσεβούς Ρωμαίϊκου Γένους» δεν αποτελεί ανούσιο τύπο, μουσειακό απολίθωμα και «νεκρό γράμμα» ενός ενδόξου πάλαι ποτέ βυζαντινισμού, αλλά βιωματική οντολογική αλήθεια και ζωογόνο διαπροσωπική σχέση ζωής, η οποία ζει μέσα στο χωροχρόνο.


    Στο διαχρονικό μέγα ερώτημα, το οποίο καθίσταται έτι περισσότερο αμείλικτο και επίκαιρο κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους του άνευ επιγνώσεως φανατικού και αντιεκκλησιολογικού ζηλωτισμού, του εωσφορικού εγωϊσμού, της συκοφαντήσεως, του ψεύδους και του αντιπατριαρχικού μένους , περί του «τί εστί Πατριάρχης;», η απάντηση δίδεται θεοπνεύστως με τον πλέον σαφή, ακριβή και περιεκτικό ορισμό, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στο Νομικόν Βιβλίον «Επαναγωγή» Βασιλείου Μακεδόνος και Λέοντος Σοφού, όπου αναγιγνώσκουμε: «Τί εστίν Πατριάρχης; Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αληθείαν. Τέλος αυτώ, οι των καταπεπιστευμένων ψυχών σωτηρία και το υπερ της αληθείας και της εκδικήσεως των δογμάτων λαλείν ενώπιον Βασιλέως και ουκ αισχύνεσθαι».

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ, ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙΟΥ, ΚΑΣΤΕΛΛΙΟΥ ΚΑΙ
ΒΙΑΝΝΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΑΝΑΚΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ Α.Π.Θ.
ΠΤΥΧΕΣ ΣΧΕΣΕΩΝ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
(Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52)
Βιβλιοπαρουσίαση – Σχολιασμός Εκδόσεως
Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Η μετοχή στις αλήθειες κάθε βιβλίου, το οποίο εκδίδεται και κυκλοφορεί, είτε είναι περισσότερο είτε ολιγότερο επιστημονικό, αποκαλύπτει τόσο στον απλό αναγνώστη, όσο και στον ειδικό επιστήμονα και μελετητή έναν «άγνωστο κόσμο» γεγονότων και προσώπων, αιτίων και αιτιατών, αντικειμενικών ή υποκειμενικών αληθειών, πιστευμάτων και ιδεολογημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως το βιβλίο ως πόνημα ενδιαθέτου σκέψεως και μυσταγωγίας πνεύματος έχει κάτι να εισφέρει στον ειδήμονα ή μη αναγνώστη, ο οποίος ακορέστως αναζητά την γνώση και το δυσχερέστερο αυτής, την Αλήθεια.
Η έκδοση του νέου επιστημονικού ιστορικού πονήματος του πολυγραφότατου και εμπνευσμένου συγγραφέως, Σεβ. Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέου Νανάκη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό τον τίτλο: «Πτυχές Σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας κατά τον 20ο αιώνα» (Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 219 + 52), αποτελεί έναν ακόμη επιστημονικό ερευνητικό κρίκο στο όλο πολυδιάστατο και πολυσχιδές συγγραφικό έργο του στο πλαίσιο τόσο των ακαδημαϊκών ενδιαφερόντων και καθηκόντων του όσο και της εν τη Εκκλησία Χριστομιμήτου λευϊτικής διακονίας του και μάλιστα ως λογίου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος μυσταγωγεί το μυστήριο της Εκκλησίας στην Πατριαρχική μεγαλόνησο Κρήτη. Η δε βιβλιοπαρουσίαση του νέου αυτού επιστημονικού πονήματος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ο οποίος διά τον γράφοντα υπήρξε και παραμένει αμεταθέτως πολυφίλητος και πολυσέβαστος Πανεπιστημιακός Διδάσκαλος και «Ακαδημαϊκός Ανάδοχος» της μετά απαθούς πάθους ενασχολήσεώς μας περί την ιστορία του πολυμαρτυρικού και Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου μας κατά τις μεταπτυχιακές σπουδές μας στον ιστορικό κλάδο της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., η βιβλιοπαρουσίαση, λέγω, δεν αποτελεί μία τυπική υποχρέωση ή ένα ανούσιο καθήκον, αλλά ελαχίστη γραπτή δημοσία κατάθεση και δώρημα ψυχής του «αεί διδασκομένου» μαθητού προς τον εμπνευσμένο «αεί Διδάσκαλό» του.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΘΕΟΛΟΓΟΥ – ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ – ΝΟΜΙΚΟΥ

1. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Ιερεύς στη διακονία του ιερατικού αξιώματος κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, Τόμος Πρακτικών ΙΗ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 247-290.
2. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η «Δογματική Κανονική Ακρίβεια» και η «Εκκλησιαστική Οικονομία» κατά την διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Τόμος Πρακτικών ΙΘ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 475-537.
3. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Θεϊκή Ουσία και Υποστατικά Ιδιώματα στην περί Αγίας Τριάδος διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Τόμος Πρακτικών Κ΄ Θεολογικού Συνεδρίου, με θέμα: «Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός», Έκδοση Ορθοδόξου Ιδρύματος Παιδείας και Πολιτισμού Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 253-279.

4. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927), Θεσσαλονίκη 2001.
5. Ιωάννου Ελ Σιδηρά, Γρηγόριος Καλλίδης (1844-1925). Μητροπολίτης Ηρακλείας και Ραιδεστού. Ο Νέος Θρακιώτης Άγιος της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Ο βίος και η εν γένει εκκλησιαστική, ποιμαντική και εθνική δράση και προσφορά του, «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 14 (2004) 112-126.
6. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η Φιλεκπαιδευτική και Φιλοπρόοδος προσφορά και δράση των Μητροπολιτών Μαρωνείας από το 1860 μέχρι και σήμερα (Συμβολή στην εκκλησιαστική και επισκοπική ιστορία της Μητροπόλεως Μαρωνείας.) Αφιερωματικός Τόμος «Θράκιος» στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής Δαμασκηνό. (Σειρά: Θρακική Βιβλιοθήκη - 10), Κομοτηνή 2006, σσ. 255-285. Αναδημοσιεύεται στο Επιστημονικό Περιοδικό Σύγγραμμα «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 15 (2005-2007) 69-122.
7. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής προσφοράς και δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου (1902-1914) στη Θάσο, «Θασιακά», 13 (2004-2006) 425-456. Η ίδια μελέτη αναδημοσιεύεται στον Τόμο των Πρακτικών του Β΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών: «Η Καβάλα και τα Βαλκάνια. Η Καβάλα και το Αιγαίο», Τόμ. Β΄, Καβάλα 2007, σσ. 247-281.
8. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Η πολιτισμική και πνευματική προσφορά της τοπικής Εκκλησίας στην Κομοτηνή και τον Νομό Ροδόπης από το 1860 μέχρι σήμερα, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Η Κομοτηνή και ο Ευρύτερος Χώρος. Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον», Έκδοση Εταιρείας Παιδαγωγικών Επιστημών Κομοτηνής, Κομοτηνή 2006, σσ. 63-111.
9. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Άγνωστες πτυχές της εκκλησιαστικής και εθνικής δράσεως του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου Σακκόπουλου στη Θάσο κατά την μεταβατική περίοδο 1902-1912. Αφιερωματικός Τόμος «Δώρημα Ψυχής» στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄ επί τη συμπληρώσει δεκαπέντε ετών ευκλεούς Πατριαρχείας (1991-2006), Έκδοση Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Κομοτηνή 2007, σσ. 213-236.
10. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικές σελίδες της Μητροπόλεως Μαρωνείας στη Σαμοθράκη (1899-1912). Πέντε ανέκδοτα ιστορικά έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Αρχειοφυλακίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Τόμος Πρακτικών Επιστημονικού Συνεδρίου «Σαμοθράκη. Ιστορία – Αρχαιολογία – Πολιτισμός», Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008, σσ. 165-169.
11. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σελίδες εκκλησιαστικής δράσεως των Μητροπολιτών Μαρωνείας Ιωακείμ Βαλασιάδη (1894-1900) και Κωνσταντίου Γαζή (1900-1902) στη Θάσο. Άγνωστες ιστορικές μαρτυρίες από ανέκδοτα εκκλησιαστικά έγγραφα των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. «Θρακική Επετηρίδα», 11 (1999-2009) 429-452. Αναδημοσιεύεται και στα: α) «Θασιακά», 14 (2007-2008) 521-545. β) «Θρακικά» (Σειρά Δεύτερη), 16/17 (2008-2010) 205-222.
12. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Σύμμεικτα Εκκλησιαστικά Έγγραφα. Θάσος: Πρόσωπα και Γεγονότα (1915-1935), «Θασιακά», 16 (2011-2014) 401-417.
13. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Ιστορικά σύμμεικτα περί την Καβάλα. Πρόσωπα και Γεγονότα (1904-1934). Ιστορικές μαρτυρίες από τα ανέκδοτα έγγραφα αλληλογραφίας του αρχείου της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, «Θασιακά», 17 (2015-2016) 304-323. Αναδημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή (βλ.www.ilak.org/docs/proceedings_c/volume_2/08.pdf) στον Τόμο των Πρακτικών του Γ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Έκδοση Ιστορικού και Λογοτεχνικού Αρχείου Καβάλας, σσ. 725-750.
14. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Δικονομική αλληλογραφία του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον Μητροπολίτη Μαρωνείας Κωνσταντίνο Βαφείδη επί αστικών υποθέσεων των Θασίων (1887/1888). Τέσσερα ανέκδοτα έγγραφα εκ των κωδίκων της πατριαρχικής αλληλογραφίας του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακίου, «Θασιακά», 18 (2017)457-475.
15. Ιωάννου Ελ. Σιδηρά, Οι κατά τα έτη 1905 - 1906 διπλωματικές και εκκλησιαστικές διενέξεις στην ελληνορθόδοξη κοινότητα Καβάλας  με επίκεντρο τον Αρχιερατικό Επίτροπο αυτής, Αρχιμανδρίτη Σπυρίδωνα Βλάχο (υπό έκδοση εισήγηση στο επιστημονικό -  ιστορικό συνέδριο της Καβάλας, Νοέμβριος 2017) 
Ο συγγραφέας έχει δημοσιεύσει σειρά ανέκδοτων εκκλησιαστικών εγγράφων από το Αρχειοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από τα αρχεία Ιερών Μητροπόλεων και από ιδιωτικά αρχεία .
Έχει συμμετάσχει σε επιστημονικά συμπόσια,ημερίδες και συνέδρια, και έχει επιμεληθεί την έκδοση επιστημονικών, συλλογικών και συνεδριακών, τόμων στους οποίους έχει δημοσιεύσει επιστημονικές μελέτες, άρθρα και εισηγήσεις που αφορούν την εκκλησιαστική ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Θράκης και της Μακεδονίας. Επιστημονικά μελετήματα και εργασίες του συγγραφέως έχουν δημοσιευθεί και σε σειρά επιστημονικών περιοδικών εκδόσεων.
Εκατοντάδες είναι τα θεολογικά,ιστορικά και νομοκανονικά δημοσιευθέντα κείμενα (άρθρα, βιβλιοπαρουσιάσεις, βιβλιοκριτικές, παρεμβάσεις και σχολιασμοί) του συγγραφέως, ο οποίος αρθρογραφεί τακτικότατα σε εφημερίδες (Παρατηρητής της Θράκης) και περιοδικά της Θράκης και της Μακεδονίας, αλλά και σε πανελλαδικής κυκλοφορίας ιστορικού και θεολογικού περιεχομένου περιοδικά (π.χ. Παύλειος Λόγος) και ιστοσελίδες (Φως Φαναρίου, Ελληνομουσείον Αίνου, Καστροπολίτες Διδυμοτείχου, Radio Μάξιμουμ κ.ά.). 



ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ






ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΤΟ ΟΣΤΡΑΚΙΝΟΝ ΣΚΕΥΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Α΄
·        Γραφή επετειακής Μνημοσύνης για την συμπλήρωση Εικοσιπενταετίας (1991-2016) από της Κοιμήσεως του
·                 ·      Το «Τάμα» της ζωής του ήταν η «Αυτολύπη»
·        Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων
Και μόνον το «δειλόν τόλμημα» της γραφίδος να σκιαγραφήσει, κατά τα ειθισμένα, τον «αχώρητον της ταπεινώσεως και αυτοταπεινώσεως και εμβαθούς αγάπης» Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο, προκρούει εν τοις πράγμασι σε αυτή την όντως ένσαρκη και υποστασιοποιημένη ανυπόκριτη ταπείνωση και «εκούσια αφάνεια» του τηλαυγούς και «μυστηριακού» εκείνου βλέμματος του «πρώτου της Ορθοδοξίας», του όντως μακαριστού και μετά των μακάρων της αλήκτου Βασιλείας του εν Τριάδι Θεού Δημητρίου του Α΄.
Εάν κάποιος θέσει το ερώτημα: Ποιά εικόνα στη μνήμη των ανθρώπων παραμένει ανεξάληπτη από την περπατησιά του αοιδίμου Πατριάρχου στον μάταιο τούτο κόσμο; Η απάντηση είναι και θα είναι αυθόρμητα λαλουμένη: Το μυστηριακό βλέμμα του στα ολόφωτα μάτια του, που ποτέ δεν ήξερες εάν είναι εμβαπτισμένα στη θλίψη ή την απόγνωση, στη σιωπή της προσευχής ή στην έξω του κόσμου αυτού πραγματικότητα του Θεού, στη μοναξιά του σταυρού που αίρει ο «πρώτος της Ορθοδοξίας» ή στην απομόνωση από τους εγγύς και τους μακράν, από τους έσω ή τους έξω του εκκλησιαστικού αμπελώνος αδελφούς ή και τους πολλάκις «προσωπείον φέροντες» ψευδαδέλφους, φίλους και πολεμίους του «εν οστρακίνω σκεύει», παντοδυνάμου κατά Θεόν Φαναρίου, όπως και εκείνος ήταν και παραμένει μέγας στις καρδιές των ανθρώπων Πατριάρχης του Γένους και Πρωτόθρονος των Ορθοδόξων, επειδή ακριβώς έναντι των εγκοσμίων κριτηρίων υπήρξε και έζησε κρύπτοντας το «μεγαλείον» του «εν οστρακίνω σκεύει».

ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΤΡΙΤΟΜΟ ΕΡΓΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΤΡΙΤΟΜΟ ΕΡΓΟ
 ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ

«Η ΙΕΡΑ ΠΟΡΕΙΑ
  ΑΓΑΠΗΣ, ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΟΣ
  ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α΄»

Βιβλιοπαρουσίαση
Μόνο ως μνημειώδες θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το τρίτομο έργο του περισπούδαστου Μητροπολίτου Φιλαδελφείας κ. Μελίτωνος, το οποίο είναι επετειακώς αφιερωμένο στην συμπλήρωση είκοσι ετών (1991-2011) από της κοιμήσεως του αοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου Α΄ και αναφέρεται στην «Ιερά πορεία αγάπης, ειρήνης και ενότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου Α΄».
Το τρίτομο έργο του Σεβασμιωτάτου είδε το φως της δημοσιότητος και έφθασε ως ευλογία και στα χέρια του γράφοντος κατά το τέλος του έτους 2012 και στις 2.966 συνολικά σελίδες και των τριών τόμων ο βαθυνούστατος και εμπειρότατος συγγραφεύς δημοσιεύει με κάθε προσοχή και λεπτομέρεια άπαντα τα σχετικά κείμενα που εκφωνήθηκαν και κατετέθησαν ως «Φωνή της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» από των σεπτών χειλέων του αοιδίμου εν Πατριάρχαις Δημητρίου του Α΄ κατά την ιερά πορεία Αγάπης, Ειρήνης και Ενότητος Αυτού στις ανά την Οικουμένη Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες και Αυτόνομες Εκκλησίες, στο Άγιο Όρος και στις κατά τόπους επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου και όχι μόνο, που άρχισε κατά το σωτήριον έτος 1987 και ολοκληρώθηκε το έτος 1991.

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
·        Πτυχές της ιστορικής, εκκλησιαστικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής πορείας της μέχρι το 1922
·        Τιμητικό αφιέρωμα ιστορικής Μνημοσύνης στους πρόσφυγες της καθαγιασμένης καππαδοκικής γης που συνεχίζουν να έχουν την πνευματική τους αναφορά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο
Ο πρώτος μητροπολιτικός θρόνος εξ όσων υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι της Αγιοτόκου και καθαγιασμένης Επαρχίας της Καισαρείας, της περιωνύμου πατρίδος του «Έθνους των Καππαδοκών». Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Νανζιαζηνός αναφερόμενος στην τοπική και αρχαιοτάτη Εκκλησία της Καππαδοκίας γράφει χαρακτηριστικά: «Η περιφανής των λόγων Μητρόπολις, η μητήρ σχεδόν απασών των Εκκλησιών ούσα τε απ’ αρχής και νομιζομένη».
Η μεγαλώνυμος Καισάρεια είναι αρχαιοτάτη πόλη της Μικράς Ασίας στην περιοχή της Κιλικίας. Ονομαζόταν Μάζανα ή Μάζακα (πόλη της Σελήνης) και ήταν η πρωτεύουσα της Καππαδοκίας και έδρα του εγχώριου ηγεμόνος. Για κάποιες δεκαετίες έφερε και την ονομασία «Ευσέβεια» προς τιμήν του βασιλέως αυτής Αριαράθου του Ευσεβούς, ενώ κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετονομάσθηκε από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο σε Καισάρεια και παρέμενε πάντοτε η πρώτη πόλη της αγιοτόκου Καππαδοκίας. Η αίγλη της πόλεως παρέμενε αμείωτη καθόλη την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που διήρκεσε από το 395 μέχρι το 1071 μ.Χ.
Όταν τον Δ΄ αιώνα ο Μέγας Βασίλειος ανήγειρε την περίφημη «Βασιλειάδα» προς τα βόρεια της παλαιάς πόλεως, τότε αυτή μετατοπίσθηκε προς τα εκεί και σταδιακά εγκαταλείφθηκε η παλαιά πόλη.  Κατά δε τον Ζ΄ και Η΄ αιώνα η Καισάρεια περιήλθε ένεκα των περιπετειών της ιστορίας, υπό την πολιτική κυριαρχία, κατά μικρά χρονικά διαστήματα, των Περσών και των Αράβων.

Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΘΡΑΚΟΧΕΡΣΟΝΗΣΙΑ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΛΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΜΑΔΥΤΟΥ
· Η πάγκαλος και θεοτίμητος Επισκοπική Νύμφη του Ελλησπόντου
· Γενέτειρα Γη Φιλόμουσων και φιλοπρόοδων Λογάδων και Εκκκλησιαστικών Ανδρών του Ρωμαίϊκου Γένους

·  Το «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης Θρακώας γης
Μόνον ως «περικαλλέστατον κόσμημα» στην ακρώρεια της ευλογημένης θρακώας γης και «πεποικιλμένον περιδέραιον» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Ιερά Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, η οποία δεσπόζει –και όχι δέσποζε– στη θρακώα χερσόνησο, καθώς ανά τους αιώνες δέχεται τη ζωογόνο αύρα του μυστηριακού Ελλησπόντου.
Η Θρακοχερσονήσια Μητρόπολη Καλλιουπόλεως και Μαδύτου δεν ετάφη κάτω από την ιστορική ταφόπλακα αλλά καθώς έχει «ποιμένα και προστάτη άλκιμο και θεοσεβή», συνεχίζει αδιαλείπτως να ζει στις «άσβεστες συνειδήσεις» των επιγενομένων βλαστών που είδαν το φως της ημέρας μακράν της πατρώας γης ως απόγονοι των πονεμένων προσφύγων προγόνων τους. Και κάθε φορά που ο νέος Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου μνημονεύει κατά την ευχαριστιακή σύναξη των ζώντων και κεκοιμημένων απανταχού της γης γόνων της ευάνδρου εκκλησιαστικής επαρχίας του, τότε οντολογικά συγκροτείται «μία ποίμνη με έναν ποιμένα» καθώς καταλύονται τα νομοτελειακά δεσμά και όρια της κτιστής χωροχρονικής πραγματικότητας. Ζώντες και κεκοιμημένοι με αναφορά προς τον Επίσκοπο και Μητροπολίτη τους δορυφορούνται νοερώς ως μέλη οργανικά συνενωμένα στο «ευχαριστιακό σώμα» της τοπικής Εκκλησίας της Καλλιουπόλεως και της Μαδύτου, οπότε οι όροι του ιστορικού γίγνεσθαι αίρονται στην επέκεινα αυτού αλήθεια και ζωή της κατά Θεόν πραγματικότητος.

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ : ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΕΘΝΑΡΧΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β΄ ΠΟΡΘΗΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΓΕΝΝΑΔΙΟ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟ
Όταν οι Οθωμανοί εισήλθαν στην Βασιλεύουσα επεκράτησε πανικός, λεηλασίες, αγριότητα, βιαιοπραγίες, σφαγές, καταστροφές. Οι Οθωμανοί επί τρείς ημέρες, σύμφωνα με την υπόσχεση που τους είχε δώσει ο κατακτητής Μωάμεθ, λεηλατούσαν και συγκέντρωναν λάφυρα. Όλες οι Εκκλησίες εσυλήθησαν, ιερές εικόνες εκάησαν και πολλά πολύτιμα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα και έγγραφα κατεστράφησαν. Στην συνέχεια ο Μωάμεθ διέταξε επίσημα την διακοπή των βιαιοπραγιών και εισήλθε έφιππος στον ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας, όπου προσευχήθηκε στον Αλλάχ, ευχαριστώντας τον για την νίκη του. Διέταξε να επιχρισθούν όλα τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες και μετέτρεψε την Εκκλησία – Σύμβολο της Χριστιανοσύνης σε τέμενος.
Καθώς όμως ο Μωάμεθ άρχισε να περπατά στους δρόμους της πάλαι ποτέ ενδόξου Κωνσταντινουπόλεως, αντίκρυσε την ερημιά, την καταστροφή και τον θάνατο. Απεφάσισε λοιπόν να αναστήσει την Πόλη και έδωσε διαταγή να εξέλθουν από τις κρυψώνες τους οι ολίγοι εναπομείναντες Έλληνες τους οποίους με απόφασή του δεν επρόκειτο να τους βλάψει κανένας από το στρατό του. Γνωρίζοντας ο ίδιος την προσωπικότητα, το ήθος και τη μόρφωση του Γενναδίου Σχολαρίου, αποφάσισε να τον καλέσει στην Κωνσταντινούπολη για να εκλεγεί Πατριάρχης. Ο Μωάμεθ πίστευε ορθά ότι η εκλογή Πατριάρχου θα έδινε θάρρος στους Έλληνες να επαναπατρισθούν και να επανεγκατασταθούν στην Κωνσταντινούπολη.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ: ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΟΣ ΜΕΛΙΤΩΝΟΣ 
ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
· Ο προ σαράντα ετών αφυπνιστικός λόγος του μεγάλου εν Ιεράρχαις αοιδίμου Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913-1989) «επί τη Ιερά Συνάξει της εν Ευρώπη Ιεραρχίας» κατά το έτος 1976, είναι περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρος για την Ευρώπη όπου ανθεί η Ορθοδοξία
· Η Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς έναν γεωγραφικό χώρο όπου εκτείνεται η κανονική εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά φέρει ανεξίτηλα την ιστορική, πνευματική και εκπολιτιστική σφραγίδα της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας
· Στην Ευρώπη η Ορθοδοξία έχει ρίζες αιώνιες και η γηραιά Ήπειρος δεν αποτελεί αποκλειστικό τιμάριο του Ρωμαιοκαθολικισμού ή του Προτεσταντισμού
Ο Σταυραναστάσιμος λόγος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως εκφράζεται και βιούται υπό της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ήτοι του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου, αποτελεί οντολογική (υπαρξιακή) και όχι ηθικιστική ή ευσεβιστική πρόταση ζωής προς «πάντα τα έθνη», χωρίς αποκλεισμούς, περιθωριοποιήσεις και αξιολογικές «ετικετοποιήσεις» για να «ζήσει ο κόσμος» και να υπερβεί τον «έσχατον εχθρόν», τον θάνατον. Είναι δε ο Σταυραναστάσιμος λόγος της Ορθοδοξίας περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρος και αποτελεί την μόνη σωτήρια εν Χριστώ οδό σε έναν κόσμο, ο οποίος βιώνει την «οντολογική ανυπαρξία» και τον «αυτομηδενισμό» του. Γι’ αυτό η αποστολή της Ορθοδοξίας έναντι του συγχρόνου ανθρώπου σε χαλεπούς καιρούς συνιστά και το Μέτρο της ιστορικής πνευματικής ευθύνης της.

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β΄ ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ Ο ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς 


ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ Β' ΣΧΟΛΑΡΙΟΣ Ο ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΣ
·        Ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως
·        Με αφορμή την θλιβερή ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως.
Παρήλθαν 564 έτη αλλά η ιστορική μνήμη παραμένει ζωντανή
Ο Γεννάδιος εγεννήθη στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1400 και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γεώργιος Σχολάριος. Το επώνυμο Κουρτέσης με το οποίο τον αναφέρουν ορισμένες ιστορικές πηγές αποτελεί επινόηση της ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας με σκοπό να παρουσιάσει τον Γεννάδιο ως λατινόφρονα.
Σύμφωνα με ορισμένες παραδόσεις, οι οποίες όμως αμφισβητούνται, ο Σχολάριος εσπούδασε πλησίον  του Θεόκλητου Δαμασκηνού και του νομοδιδασκάλου Μεθοδίου. Βεβαία πάντως θεωρείται η φοίτησή του στη σχολή του Ιωάννου Χορτασμένου (μετέπειτα Ιγνατίου Σηλυβρίας) στην ιερά μονή του Σωτήρος στην Κωνσταντινούπουλη. Από τη σχολή αυτή προήλθαν επίσης ο Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, η ηγετική αυτή μορφή των ανθενωτικών και πνευματικός πατέρας του Σχολαρίου. Συμφοιτητές του Γενναδίου υπήρξαν και οι μεταπηδήσαντες στον παπισμό Βησσαρίων Νικαίας και Ισίδωρος Κιέβου. Ο Γεννάδιος τότε ακριβώς εμελέτησε σε βάθος τη φιλοσοφική διδασκαλία του Γεωργίου Πλήθωνος προς τον οποίο κατά τα επόμενα έτη αντετάχθη με σθένος, αλλά και με σεβασμό. Ήταν δε και άριστος γνώστης της λατινικής γλώσσης.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτωρ Μανουήλ Παλαιολόγος εκτίμησε την βαθεία μόρφωση του Σχολαρίου και τον αξιοποίησε ως σύμβουλό του. Γύρω στο 1430 ο Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος (1425-1438) όρισε τον Σχολάριο γραμματέα του, ανώτατο δικαστή και επίσημο διδάσκαλο της Θεολογίας.

Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΜΒΡΟΥ ΚΑΙ ΤΕΝΕΔΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗΣ
Η ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΜΒΡΟΥ ΚΑΙ ΤΕΝΕΔΟΥ
·  Συνοπτική ιστορική αναδρομή στους σημαντικότερους σταθμούς της Εκκλησιαστικής, Επισκοπικής, κοινωνικής, κοινοτικής και εκπαιδευτικής οργανώσεώς της
·        Η κανδήλα της Ρωμιοσύνης παραμένει ακοίμητη στη μαρτυρική νήσο
Η νήσος Ίμβρος ευρίσκεται στο στόμιον των στενών των Δαρδανελίων. Βρέχεται από το θρακικό πέλαγος και γειτονεύει με τις νήσους Τένεδο, Σαμοθράκη και Λήμνο. Η ονομασία της νήσου προέρχεται από τον Καρικό θεό Ίμβραμο, ο οποίος εταυτίζετο με τον Ερμή. Πρώτοι δε κάτοικοι της νήσου ήσαν οι Έλληνες Κάρες.
Η Ίμβρος από του Ε’ αιώνος π.Χ. και μέχρι των ρωμαϊκών χρόνων, το έτος 197 μ.Χ., παρέμενε κληρουχία των Αθηναίων, οι οποίοι συνέχιζαν την παρουσία τους και κατά τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες εχρησιμοποιούσαν την Ίμβρο ως τόπο εξορίας επιφανών προσώπων. Κατά δε την περίοδο της Δ’ Σταυροφορίας η Ίμβρος περιήλθε υπό την κυριαρχία των Παπικών Σταυροφόρων, κατόπιν πάλι ευρέθη πάλι υπό την εξουσία των βυζαντινών.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως η Ίμβρος υπετάγη στους αλλόθρησκους Οθωμανούς, αλλά η διοίκησή της ανετέθη στον Ίμβριο Μιχαήλ Κριτόβουλο. Μετά από πέντε αιώνες Οθωμανικής σκληράς κυριαρχίας η νήσος Ίμβρος, κατά την περίοδο 1914-1923, διετέλει υπό ελληνική κυριαρχία. Από δε του έτους 1923 και μέχρι σήμερα, δια της συνθήκης της Λωζάνης, ευρίσκεται και πάλι εντός των ορίων της τουρκικής επικράτειας και υπάγεται διοικητικώς στο νομό των Δαρδανελίων, ως μια των υποδιοικήσεών του.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΙΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΙΡΑΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
·  Επετειακό Αφιέρωμα επί τη συμπληρώσει εικοσιπενταετούς (1992-2017) ευκλεούς και τετιμημένης αρχιεπισκοπικής διακονίας στην μαρτυρική Εκκλησία της Αλβανίας.
·      Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε αγαστή συνεργασία και φιλάδελφο πνεύμα ήραν στους ώμους τους το ευθυνοφόρο έργο για την επιτυχή ολοκλήρωση της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη κατά το έτος 1937 κατόπιν εκδόσεως πατριαρχικού και συνοδικού τόμου, αλλά μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο αντιμετώπισε το σκληρό πρόσωπο του αθεϊστικού κομμουνιστικού καθεστώτος, όταν το έτος 1969 η Αλβανία έγινε το πρώτο αθεϊστικό κράτος της υφηλίου, ενώ το Σύνταγμα του 1976 απαγόρευσε αυστηρώς κάθε έκφραση θρησκευτικής πίστεως και λατρείας. Προς το τέλος του 1990 ο διωγμός κατέπαυσε και άρχισε σταδιακά η λειτουργία ολίγων εκκλησιών.
Στις αρχές Ιανουαρίου 1991 ο μακαριστός Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος Α’ (1972-1991) και η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου όρισε ως πατριαρχικό έξαρχο στην Αλβανία τον τότε επίσκοπο (μετέπειτα μητροπολίτη) Ανδρούσης κ. Αναστάσιο, καθηγητή του πανεπιστημίου Αθηνών για να μεριμνήσει για την ανασύσταση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας. Η σχετική άδεια της αλβανικής κυβερνήσεως εδόθη περί τα μέσα Ιουλίου 1991. Τον Αύγουστο του 1991 συνεκλήθη η πρώτη γενική κληρικολαϊκή συνέλευση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας στα Τίρανα για την αναδιοργάνωση των εκεί επαρχιών.