Σελίδες

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (1991 - 2016)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΧΡΥΣΟΥΝ ΙΩΒΗΛΑΙΟΝ
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ο Α΄
Ο ΑΞΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
·    Επί τη συμπληρώσει 25ετούς ευκλεούς και τετιμημένης Πατριαρχείας (1991-2016).
· Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος ως ενοποιός και ειρηνοποιός  ενσάρκωσε το όραμα της Πανορθοδόξου Ενότητος διά της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
· Ο Πρωτόθρονος  και Πρωτεύθυνος Καθηγούμενος Πρωθιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ο οποίος ανέστησε παλαίφατες  Μονές, Εκκλησίες και Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου από την Ανατολική Θράκη μέχρι το Όρος Μελά και την Φανερωμένη της Κυζίκου και από την πολυμαρτυρική Σμύρνη και τις Κυδωνίες μέχρι την Αγιοτόκο Καππαδοκία και την επιφανή Προύσα.   
Ο από Γέροντος Χαλκηδόνος, Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ο Α’, κατά κόσμον Δημήτριος Αρχοντώνης, εγεννήθη την 29η Φεβρουαρίου του έτους 1941 στο χωρίο Άγιοι Θεόδωροι της μαρτυρικής ελληνικής νήσου Ίμβρου από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Χρήστο και την Μερόπη.
Τα εγκύκλια μαθήματα εδιδάχθη στη γενέτειρά του και εν συνεχεία ως ένας εκ των πρώτων αποφοίτων της Κεντρικής Σχολής Ίμβρου, στην Κωνσταντινούπολη, στο περίφημο Ζωγράφειο Λύκειο. Μετά ταύτα εισήχθη στην περιώνυμη Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία απεφοίτησε αριστούχος, κατά το έτος 1961, αφού υπέβαλε την εναίσιμη επί πτυχίω διατριβή του, υπό τον τίτλο: «Ανασύστασις λυθέντος γάμου».

Αμέσως μετά την αποφοίτησή του εκ της τροφού Θεολογικής Σχολής, κατά την 13η Αυγούστου 1961, εχειροτονήθη διάκονος υπό του Γέροντός του, Μητροπολίτου Ίμβρου και Τενέδου, έπειτα Ηλιουπόλεως και Θείρων, είτα δε Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913-1989), και μετονομάστηκε Βαρθολομαίος προς τιμή και εις ανάμνηση «Βαρθολομαίου του Κουτλουμουσιανού», διορθωτού και εκδότου των μηνιαίων και άλλων λειτουργικών βιβλίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος κατήγετο εξ Ίμβρου και θεωρείται ως ο φωτιστής αυτής.
Από του έτους 1961 μέχρι και το 1963 εξεπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ως έφεδρος αξιωματικός και εν συνεχεία μετέβη στην Ευρώπη για περαιτέρω σπουδές ως υπότροφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην εσπερία και για τα έτη 1963-1968 μετεξεπαιδεύθη στο Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών Ρώμης, στο Οικουμενικό Ινστιτούτο Bossey Ελβετίας και στο πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ειδικευθείς στο Κανονικό Δίκαιο, ανηγορεύθη διδάκτωρ του Ανατολικού Κανονικού Δικαίου του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών της Ρώμης (Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο), αφού υπέβαλε πρωτότυπη διατριβή, με θέμα: «Περί την Κωδικοποίησιν των Ιερών Κανόνων και των Κανονικών Διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία».
Μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών και διδακτορικών του σπουδών στην Ευρώπη επέστρεψε, κατά το έτος 1968, στην Κωνσταντινούπολη και διορίστηκε βοηθός Σχολάρχου στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου επρόκειτο να διδάξει ως καθηγητής αυτής το μάθημα του Κανονικού Δικαίου, αλλά το Τουρκικό Κράτος αιφνιδίως και οριστικώς απαγόρευσε την λειτουργία της  Τροφού Σχολής, κατά το έτος 1971, οπότε το όνειρό του για ακαδημαϊκή καριέρα δεν πραγματοποιήθηκε. Κατά το έτος 1969, στο ναΐδριο της Σχολής, εχειροτονήθη πρεσβύτερος υπό του Γέροντός του, Μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, και μετά την παρέλευση εξαμήνου ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄ του απένειμε και το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου, στο ιδιαίτερο πατριαρχικό παρεκκλήσιο του Αγίου Ανδρέου.
Όταν ο από Ίμβρου και Τενέδου Δημήτριος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης (1972) και ίδρυσε το ιδιαίτερο Πατριαρχικό Γραφείο, εκάλεσε ως πρώτο Διευθυντή αυτού τον νεαρό τότε Αρχιμανδρίτη Βαρθολομαίο Αρχοντώνη, τον οποίο προήγαγε κατά το επόμενο έτος (Χριστούγεννα του 1973) σε επίσκοπο και Μητροπολίτη Φιλαδελφείας. Ήταν μάλιστα ο νεώτερος σε ηλικία Μητροπολίτης του Οικουμενικού Θρόνου, μόλις 33 ετών. Επί κεφαλής του νεοϊδρυθέντος ιδιαιτέρου Πατριαρχικού Γραφείου έμεινε μέχρι της εκλογής του στην Γεροντική Μητρόπολη Χαλκηδόνος (Ιανουάριος 1990), στην οποία διεδέχθη τον μακαριστό Γέροντά του, Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Μελίτωνα Χατζή. Από τον Μάρτιο του 1974, όταν εξεδήμησε εις Κύριον ο Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Δωρόθεος, και μέχρι της αναρρήσεώς του στον Οικουμενικό Θρόνο διετέλεσε μέλος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου, καθώς και πολλών Συνοδικών επιτροπών, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο υπεύθυνο έργο τους με την κατάρτιση και τον ζήλο του. Την 22α Οκτωβρίου του 1991, διαδεχόμενος τον αοίδιμο Πατριάρχη Δημήτριο τον Α΄ (1972-1991), εξελέγη παμψηφεί υπό της Αγίας και Ιεράς Ενδημούσης Συνόδου Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, και ενθρονίστηκε την 2α Νοεμβρίου στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Φανάρι.
Είναι ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας του Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών», της οποίας επί έτη διετέλεσε Αντιπρόεδρος. Επί δεκαπενταετία υπήρξε μέλος (1975 κ.εξ) και επί οκταετία Αντιπρόεδρος (1983-1991) της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Έλαβε μέρος στις Γενικές Συνελεύσεις του ΠΣΕ, Δ΄ (Uppsala, 1968), Στ΄ (Vancouver, 1983) και Ζ΄ (Camberra, 1991). Υπό της τελευταίας εξελέγη μέλος της Κεντρικής και Εκτελεστικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
Αντιπροσώπευσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε πλείστα Διορθόδοξα και Διαχριστιανικά Συνέδρια, σε επίσημες πατριαρχικές αποστολές προς την Τουρκική Κυβέρνηση, προς τις αδελφές Ορθόδοξες και μη Εκκλησίες, προς τις ανά τον κόσμο επαρχίες του Θρόνου και προς το Άγιον Όρος, του οποίου οι πατέρες και μοναχοί εξετίμησαν ιδιαιτέρως την ευλάβεια και την αγάπη του προς το «Περιβόλι της Παναγίας» και δικαίως εχαρακτήρισαν αυτόν ως «ένθερμον φιλααθωνίτην».
Το έτος 1990 προήδρευσε της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου Επιτροπής, η οποία συνεκλήθη στη Γενεύη και εξέτασε το θέμα της «Ορθοδόξου Διασποράς». Συνόδευσε τον αοίδιμο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο στην ιερά πορεία «Αγάπης, Ειρήνης και Ενότητος» αυτού σε όλες σχεδόν τις ορθόδοξες κατά τόπους Εκκλησίες, την Ρώμη, την Καντουαρία και το ΠΣΕ.
Είναι εταίρος της Ορθοδόξου Ακαδημίας της Κρήτης, επίτιμο μέλος του ιδρύματος «Pro Oriente» της Βιέννης και επίτιμος διδάκτωρ πλείστων όσων πανεπιστημίων της Ελλάδος, της Ευρώπης, της Αμερικής, της Ασίας και της Αυστραλίας. Τυγχάνει επίσης επίτιμος δημότης πολλών πόλεων και ιστορικών κοινοτήτων της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και της Κομοτηνής, όπου και η έδρα του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
Ομιλεί πλην της Ελληνικής γλώσσας, την Τουρκική, την Λατινική, την Ιταλική, την Αγγλική, την Γαλλική και την Γερμανική. Εδημοσίευσε επιστημονικά άρθρα, μελέτες και λόγους, προσκληθείς δε έδωσε κατά καιρούς διαλέξεις σε διάφορα ανά τον κόσμο πανεπιστήμια και ινστιτούτα επί θεμάτων επίκαιρων ή σχετιζόμενων προς την ειδικότητά του ως διδάκτορος του Κανονικού Δικαίου (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Λουβαίν, Μαδρίτη, Βιέννη, Ρώμη, κ.ά).
Αμέσως μετά την «Χάριτι Θεία» ανάρρησή του στον πάνσεπτο Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως (22 Οκτωβρίου 1991), διαδεχόμενος τον αοίδιμο Πατριάρχη Δημήτριο τον Α΄ (1972-1991), έθεσε σε εφαρμογή το πολυσχιδές και πολύπλευρο έργο του σύμφωνα με τις εξαγγελίες του στις προγραμματικές δηλώσεις του στον ενθρονιστήριο πατριαρχικό λόγο του.
Πρωταρχικό μέλημα του νεοκλεγέντος Πατριάρχου Βαρθολομαίου υπήρξε η πανορθόδοξη ενότητα και συνεργασία. Για την προώθηση του στόχου αυτού συνεκάλεσε στο Φανάρι τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών και από κοινού εξαπέλυσαν μήνυμα προς την Καθόλου Εκκλησία και τον κόσμο, το οποίο εχαρακτηρίσθη ως η ενιαία φωνή της Ορθοδοξίας (Α΄ Σύναξη, Κυριακή της Ορθοδοξίας, 1992). Παρόμοιες συνάξεις πραγματοποιήθηκαν υπό την προεδρία του και κατά τα επόμενα έτη με την ευκαιρία διαφόρων σημαντικών εκκλησιαστικών γεγονότων, ενώ ο ίδιος πραγματοποίησε επίσημες επισκέψεις σε όλες τις κατά τόπους αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Ως νέος Πατριάρχης επεσκέφθη εθιμοτυπικώς τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας και κατ’ επανάληψη τις κυβερνητικές αρχές και τους αρμόδιους υπηρεσιακούς κρατικούς φορείς, και έθεσε υπ’ όψιν αυτών τα απασχολούντα το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ρωμαίϊκη ομογένεια φλέγοντα και χρονίζοντα ανεπίλυτα ζητήματα, με πρώτα και κυριότερα: α) την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, β) την επιστροφή της παρανόμως δημευθείσας ακινήτου περιουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των ευαγών φιλανθρωπικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ρωμαίϊκης ομογένειας, γ) την αναγνώριση νομικής προσωπικότητος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και δ) τον σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών και εν γένει των ατομικών δικαιωμάτων των ορθοδόξων χριστιανών Ρωμιών που διαβιούν στην Τουρκία.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επιδεικνύει ζήλο απαράμιλλο και εργατικότητα ασυνήθη που τεκμέρεται και εκ του γεγονότος ότι κατά την δεκαπενταετή πατριαρχία του πάντες οι ιεροί ναοί, με πρώτο τον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου, οι ιερές μονές, τα αγιάσματα, τα ευαγή φιλανθρωπικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα της Κωνσταντινουπόλεως και των Πριγκηποννήσων ανεκαινίσθησαν χάρις στο ανύστακτο ενδιαφέρον του για την εκκλησιαστική περιουσία του Πατριαρχείου και των ρωμαίϊκων ομογενειακών κοινοτήτων. Παράλληλα ασχολείται με ιδιαίτερη πατρική μέριμνα και φροντίδα, και με τα φλέγοντα θέματα που απασχολούν την Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και το άμεσο ποίμνιό του, και συντρέχει άμεσα για την διευθέτησή τους. Στο πλαίσιο τούτο συνέβαλε τα μέγιστα στην διοργάνωση του Α΄ Συνεδρίου των αποδήμων και μη Κωνσταντινουπολιτών στην Βασιλεύουσα Πόλη, στο οποίο εξεφώνησε βαρυσήμαντη και μεστή προσδοκιών για το μέλλον των Ρωμιών της Κωνσταντινουπόλεως ομιλία (31 Ιουνίου – 2 Ιουλίου 2006).
Επί των ημερών της μέχρι τούδε πατριαρχίας του είχε την από Θεού ευλογία να καθαγιάσει δύο φορές νέα ποσότητα Αγίου Μύρου κατά την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα του 1992 και του 2002. Με τα έντονα διαβήματα  και τις επίμονες προσπάθειές του ενώπιον των αρμοδίων τουρκικών αρχών κατόρθωσε να λάβει την πολυπόθητη άδεια να επισκέπτεται και να λειτουργεί σε ορισμένες ρωμαίϊκες ερειπωμένες ιστορικές εκκλησίες στη Μικρά Ασία, κυρίως δε στην περιοχή της Καππαδοκίας, και στην Ανατολική Θράκη.
Ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για την απρόσκοπτη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου θεωρείται και η από του έτους 2003 δοθείσα σχετική άδεια από τις τουρκικές αρχές να τελείται ελεύθερα, κατά την ημέρα των Θεοφανείων, από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ο καθαγιασμός των υδάτων στον Κεράτιο Κόλπο, ο οποίος κατά τα προηγούμενα ογδόντα έτη είχε απαγορευθεί λόγω του λαϊκού χαρακτήρα του άθρησκου κεμαλικού τουρκικού κράτους. Την δε 30η Νοεμβρίου 2004, ημέρα της θρονικής εορτής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφού εγένετο δεκτό το αίτημά του από τον Πάπα Ιωάννη – Παύλο τον Β΄, παρέλαβε από την Αγία Έδρα, επανέφερε και εγκατέστησε στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου τα ιερά λείψανα των Αγίων προκατόχων του Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, τα οποία επί αιώνες εφυλάσσοντο στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στο Βατικανό.
Ίδρυσε την Αδελφότητα των απανταχού, πλην της Αμερικής, Αρχόντων Οφφικιάλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό την επωνυμία «Παναγία η Παμμακάριστος» και καθιέρωσε ετήσιο προσκύνημα των μελών αυτής στο Οικουμενικό Πατριαρχείο την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, κατά την οποία από του έτους 1992 με Πατριαρχική και Συνοδική Θεία Λειτουργία τιμάται και η μνήμη των εν Αγίοις Αρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως. Ύστερα από πολλά προσκόμματα εκ μέρους της διοικήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ίδρυσε και εγκαινίασε το «Γραφείο Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου» στην Αθήνα (2000).
Προήδρευσε πέντε Συνάξεων όλων των εν ενεργεία Ιεραρχών του Οικουμενικού Θρόνου (1992, 1994, 1996, 1998 και 2002), καθώς και της Μείζονος Κληρικολαϊκής Συνελεύσεως (Νοέμβριος 2000), στις οποίες συνεζητήθησαν φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και συνεσφίχθησαν οι πνευματικές σχέσεις των κατά τόπους Ιεραρχών του Θρόνου με το Κέντρο της Ορθοδοξίας. Παράλληλα πάμπολλες υπήρξαν και οι επίσημες επισκέψεις του σε όλες τις επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου (Άγιον Όρος, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Νέες Χώρες, Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Ασία, κ.ά.).
Επί της πατριαρχίας του συνεκροτήθη κανονικώς η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Αλβανίας (1992, 1998), επανενεργοποιήθη το Αυτόνομο διοικητικό καθεστώς της Εκκλησίας της Εσθονίας (1996) και ανυψώθη η Αυτόνομη Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας σε Αυτοκέφαλη (1998). Προήδρευσε της εν Σόφια συγκληθείσας Μείζονος και Υπερτελούς Ιεράς Συνόδου για την άρση του εσωτερικού σχίσματος της Εκκλησίας της Βουλγαρίας (30 Σεπτεμβρίου – 1 Οκτωβρίου 1998).
Υπό την προεδρία του συνεκλήθη στο Φανάρι (30 Απριλίου 2004) η Μείζων Αγία και Ιερά Ενδημούσα Σύνοδος, η οποία αντιμετώπισε την εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος καταστρατήγηση των όρων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 περί των λεγομένων «Νέων Χωρών» και για πρώτη φορά στα εκκλησιαστικά χρονικά από της κανονικής ανακηρύξεως του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1850 απεφάσισε «…εν αφάτω θλίψει και οδύνη την διακοπήν της κοινωνίας μετά του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστοδούλου, διαγραφομένου από των Διπτύχων της καθ’ ημάς Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και μη δυναμένου κοινωνείν μεθ’ ημών εν τε λατρεία και εν τη διοικήσει, και μετά των υπαγομένων τη ημετέρα Εκκλησία κληρικών και μοναχών». Η συνέπεια της ως άνω αυστηρής, πλην απολύτως δικαιολογημένης και επιβεβλημένης, αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συνεκλήθη την 28η Μαΐου 2004, σύμφωνα με την οποία: «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος εν αγάπη Χριστού και σταθερώ πόθω ενότητος μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας διακηρύσσει τον σεβασμόν και την τήρησιν του Πατριαρχικού Τόμου του 1850 και όλων των διατάξεων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928». Στις 24 Μαΐου του 2005 συνεκάλεσε και προήδρευσε της Πανορθοδόξου Συνόδου για την αντιμετώπιση του ανακύμψαντος σοβαρού εκκλησιαστικού ζητήματος στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, που οδήγησε στην εκλογή του νέου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κ. Θεοφίλου του Γ΄, και συνέβαλε καίρια στην επίλυση και του ζητήματος εκλογής νέου Αρχιεπισκόπου στην Εκκλησία της Κύπρου (2006).
Κατά τον Σεπτέμβριο του 1995 προέστη των εν Πάτμω επισήμων εκκλησιαστικών εορταστικών εκδηλώσεων για την 1900η επέτειο από της συγγραφής του ιερού βιβλίου της Αποκαλύψεως Ιωάννου του Θεολόγου, επ’ ευκαιρία της οποίας συνεκάλεσε: α) την Β΄ Ιερά Σύναξη των Αρχηγών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι εξαπέλυσαν κοινό Μήνυμα προς τον κόσμο, β) Διεθνές Οικολογικό Συμπόσιο με θέμα την μόλυνση των θαλασσών, και γ) Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για το ιερό βιβλίο της Αποκαλύψεως.
Επί τη ενάρξει των επισήμων εκκλησιαστικών εορτασμών της δισχιλιοστής επετείου από της Γεννήσεως του Κυρίου (Ιανουάριος 2000) προέστη της Γ΄ Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία έλαβε χώρα στα Ιεροσόλυμα, όπως και εκείνων που πραγματοποιήθησαν στην Κωνσταντινούπολη και την Νίκαια της Βιθυνίας, επί τη λήξει των ανωτέρω επετειακών εκδηλώσεων (Δ΄ Σύναξη, Δεκέμβριος 2000), οπότε εξαπολύθησαν κοινά Μηνύματα των Ορθοδόξων Προκαθημένων προς όλο τον κόσμο. Στο πλαίσιο των ανωτέρω εορταστικών εκδηλώσεων το Οικουμενικό Πατριαρχείο, υπό την αιγίδα και με την εμπνευσμένη πρωτοβουλία του Πατριάρχου Βαρθολομαίου, διοργάνωσε στην Κωνσταντινούπολη το Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο, με θέμα: «Η Δημιουργία του Κόσμου και η Δημιουργία του Ανθρώπου – Προκλήσεις και Προβληματισμοί του 2000» (20 Αυγούστου – 2 Σεπτεμβρίου 2000), καθώς επίσης και το Διεθνές Συνέδριο Ορθοδόξου Νεολαίας, με θέμα: «Οι  Νέοι στην Εκκλησία της Τρίτης Χιλιετίας» (18 – 25 Ιουνίου 2000).
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μετ’ ενδιαφέροντος και προσοχής παρακολουθεί και συντονίζει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το έργο των διαφόρων Ειδικών Επιτροπών επί των Θεολογικών Διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των υπολοίπων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, με σκοπό την προώθηση «της των πάντων ενώσεως», κατά το θέλημα του Κυρίου και την νυχθήμερη προσευχή της Εκκλησίας. Ανάλογο είναι το ενδιαφέρον και αμείωτη η μέριμνα που επιδεικνύει για την προώθηση και του λεγομένου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος έχει αρχίσει από ετών με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αφορά τις θρησκείες του Ιουδαϊσμού και κυρίως του Ισλάμ. Στο πλαίσιο της προωθήσεως και εμβαθύνσεως των παραπάνω διαλόγων πραγματοποίησε επίσημες επισκέψεις σε πολλές χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, σε Διαχριστιανικούς (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία, Παγκόσμιο Συνέδριο Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών, κ.ά) και Διαθρησκειακούς Διεθνείς Οργανισμούς.
Ως προς τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις άλλες θρησκείες, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, σε συνεργασία με το σύλλογο Appeal of Conscience Foundation, που εδρεύει στη Νέα Υόρκη, οργάνωσε το Φεβρουάριο του 1994, στην Κωνσταντινούπολη, συνέδριο με θέμα: «Ειρήνη και Θρησκευτική Ανοχή». Σκοπός του συνεδρίου ήταν να διαδηλωθεί η θέληση των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών (Χριστιανισμού, Ιουδαϊσμού και Ισλαμισμού) για την μεταξύ τους συνεργασία, ώστε να επικρατήσει η παγκόσμια ειρήνη. Αποτέλεσμα του συνεδρίου υπήρξε το κοινό κείμενο, γνωστό ως «Διακήρυξη του Βοσπόρου». Για το φλέγον ζήτημα της παγκοσμίου ειρήνης οργανώνονται συνέδρια από το Γραφείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις Βρυξέλλες, με την επωνυμία «Πρωτοβουλία Βλατάδων». Σε αυτά μετέχουν εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών και των εβραϊκών και μουσουλμανικών κοινοτήτων των Βαλκανίων.
Για πρώτη φορά στα εκκλησιαστικά χρονικά, κατόπιν της παρακλήσεως της Α.Α. του Πάπα Ρώμης Ιωάννου - Παύλου του Β΄, συνέταξε κείμενο προσευχών επί της σημασίας του Θείου Πάθους και το απέστειλε ως ευλογία για να αναγνωρισθεί στις «στάσεις» της καθιερωμένης λιτανείας της Μ. Παρασκευής (Via Crucis) στο Κολοσσαίο, στην οποία προεξάρχει ο εκάστοτε Ρωμαίος Ποντίφηξ. Η κίνηση αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την σύσφιξη των σχέσεων των δύο Εκκλησιών, αλλά και για την ανάδειξη του καθοριστικού οικουμενικού και διαχριστιανικού ρόλου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Επεσκέφθη για πρώτη φορά την Α.Α. τον Πάπα Ιωάννη - Παύλο τον Β΄ και την Εκκλησία Ρώμης επ’ ευκαιρία της Θρονικής της εορτής (27 – 30 Ιουνίου 1995), όπου διεδήλωσε την σταθερή και ειλικρινή απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να συνεχίσει την αδελφική επικοινωνία και συνεργασία με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Δεν εδίστασε όμως να επικρίνει το Βατικανό για την εκκλησιαστική στήριξη που παρέχει και την ανοχή που επιδεικνύει έναντι της βίαιης προσηλυτιστικής δράσεως της «Ουνίας» στις ορθόδοξες χώρες, και να διακόψει ακόμη και τον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικών. Είχε εκ νέου συναντήσεις με τον Πάπα Ιωάννη - Παύλο τον Β΄, ύστερα από την τρομοκρατική επίθεση στις ΗΠΑ (11 Σεπτεμβρίου 2001), στις 24 Ιανουαρίου 2002, στις εκδηλώσεις της Ασσίζης, με την ευκαιρία «της ημέρας προσευχής για την ειρήνη» και της συνεργασίας των δύο Εκκλησιών για την επικράτηση αυτής σε παγκόσμιο επίπεδο.  Μία άλλη ιστορική συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό (Ιούνιος 2004) με την ευκαιρία της επετείου συμπληρώσεως των 40 ετών από την συνάντηση του Πάπα Παύλου του Στ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄ στα Ιεροσόλυμα (1964). Κατά δε την Θρονική εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου (εορτή Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου) υπεδέχθη αδελφικώς τον Πάπα Βενέδικτο τον ΙΣΤ΄ στο μαρτυρικό Φανάρι (29 – 30 Νοεμβρίου 2006), όπου είχε εγκάρδια, γόνιμη και ειλικρινή συζήτηση μετά του Επισκόπου Ρώμης επί των θεμάτων που απασχολούν και ενδιαφέρουν τις δύο Εκκλησίες και την ανθρωπότητα όλη, για τα οποία ανεγνώσθη και υπεγράφη από τους δύο Προκαθημένους κοινό Μήνυμα προς όλο τον κόσμο.
Μετά την τρομοκρατική επίθεση στις ΗΠΑ (11-9-2001), οπότε κατέστη επιτακτικότερη η ανάγκη του διαθρησκειακού διαλόγου και ιδιαίτερα με το Ισλάμ για την επικράτηση της παγκοσμίου ειρήνης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ανέλαβε πρωτοβουλία συναντήσεων ανά τον κόσμο με πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες, προκειμένου να καταδείξει το αμέριστο ενδιαφέρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την εδραίωση του διαθρησκειακού διαλόγου, την καταδίκη κάθε μορφής βίας και μισαλλόδοξου φανατισμού στο όνομα της θρησκείας, καθώς και για την απόρριψη κάθε ιδεολογίας συγκρούσεως των πολιτισμών με βάση την θρησκευτική διαφορετικότητα.
Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής συναντήθηκε και είχε εποικοδομητική συνομιλία και ανταλλαγή απόψεων με τον Πάπα Ιωάννη - Παύλο Β΄ (25-1-2002), τον Πρόεδρο των ΗΠΑ George Bush (5-3-2002), από τον οποίο ζήτησε την συμβολή των ΗΠΑ για να σταματήσει η συνεχιζόμενη μείωση του χριστιανικού πληθυσμού στους Αγίους Τόπους, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Romano Prodi (3 Οκτωβρίου 2002), τον Πρόεδρο του Ιράν Μ. Χαταμί (Ιανουάριος 2002), τον Εμίρη του Κατάρ Σεΐχη Hamad Bin Khalifa AlThani (Οκτώβριος 2002) και τον Εμίρη του Μπαχρέϊν Shaikh Hamad Bin Isa AlKhalifa.
Σημαντική επίσης υπήρξε η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου να συγκαλέσει στις Βρυξέλλες συνάντηση των εκπροσώπων των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, με θέμα: «Η ειρήνη του Θεού εν τω κόσμω». Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Romano Prodi, και σκοπός της ήταν η παρουσίαση της στάσης των θρησκειών έναντι του φαινομένου της τρομοκρατίας.
Σε συνέχεια της πρωτοβουλίας του αυτής ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μετέβη στις Βρυξέλλες, όπου συζήτησε με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jose Manuel Barroso την σπουδαιότητα και την πορεία του διαλόγου των μονοθεϊστικών θρησκειών που προωθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνεργαζόμενο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (12 Ιουλίου 2005), καθώς και με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Joseph Borell. Υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (20 – 21 Οκτωβρίου 2005) ο ένατος κατά σειρά επίσημος διάλογος μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ομάδος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (Χριστιανοδημοκράτες) και των Ευρωπαίων Δημοκρατών. Εκπρόσωποι του Χριστιανισμού, του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού παρέστησαν κατόπιν προσκλήσεως από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Στη διάλεξη που έδωσε στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου (L.S.E.) ως προσκεκλημένος της Ελληνικής Εταιρείας Λονδίνου, τόνισε μεταξύ άλλων ότι: «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη συνεχώς εξελισσομένη Ευρώπη, να γίνει η γέφυρα της Ευρώπης με το Ισλάμ» (3 Νοεμβρίου 2005). Υπό την αιγίδα του πραγματοποιήθηκε το Διεθνές Διαθρησκειακό Συνέδριο, με θέμα: «Ειρήνη και Ανεξιθρησκεία – Β΄», στο οποίο έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των Ορθοδόξων και Χριστιανικών Εκκλησιών, του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού (7 Νοεμβρίου 2005). Μετά από πρόσκληση της Αυστριακής Κυβερνήσεως έλαβε μέρος στη Διεθνή Διάσκεψη που διοργανώθηκε στη Βιέννη, με θέμα: «Το Ισλάμ σε ένα πλουραλιστικό κόσμο», όπου ομίλησε και ανέπτυξε το θέμα: «Πολιτισμοί εν συγκρούσει και διαλόγω» (16 Νοεμβρίου 2005). Στο περιθώριο του διεθνούς συνεδρίου που πραγματοποίησε η παγκόσμια οργάνωση «Θρησκείες για την Ειρήνη» στην Κωνσταντινούπολη, είχε συνάντηση και συνομιλία με τους εκπροσώπους των χριστιανικών Εκκλησιών, του Ισλάμ, του Ιουδαϊσμού, του Ινδουϊσμού και του Βουδισμού (3 Δεκεμβρίου 2005).
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος λόγω του μεγάλου και πρωτοφανούς ενδιαφέροντος που επιδεικνύει για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και το λεγόμενο «Οικολογικό ζήτημα» προσφυώς ονομάστηκε ως «ο Πατριάρχης του φυσικού περιβάλλοντος» ή «Πράσινος Πατριάρχης».
Μετά την ανάρρησή του στον Οικουμενικό Θρόνο εδέχθη τον Πρίγκηπα Φίλιππα, Δούκα του Εδιμβούργου, ο οποίος είναι ο επίτιμος πρόεδρος του Παγκοσμίου Ταμείου για τη φύση, και οργάνωσαν από κοινού στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ημερίδα επί θεμάτων προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Το Νοέμβριο του 1993 αντεπεσκέφθη τον Δούκα του Εδιμβούργου στο Ανάκτορο του Μπάκιγχαμ και έδωσαν νέα ώθηση στις σχετικές σκέψεις και ενέργειές τους για το φλέγον αυτό θέμα. Συγχρόνως καθιέρωσε την εξαπόλυση ειδικών Μηνυμάτων την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, η οποία ορίστηκε, αρχικώς, υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έπειτα και πανορθοδόξως ως ημέρα προσευχών για την προστασία της κτίσεως.
Μετέσχε και ομίλησε σε διεθνή διαχριστιανικά και διαθρησκειακά οικολογικά συνέδρια σε διάφορες χώρες, και από το 1994 έως και το 1999, υπό την αιγίδα του, επραγματοποιήθηκαν πέντε οικολογικά σεμινάρια στην Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου ανεπτύχθησαν τα παρακάτω θέματα: α) (1994), «Θρησκευτική Εκπαίδευσις και Περιβάλλον», β) (1995) «Οικολογία και Ηθική», γ) (1996) «Περιβάλλον και Κοινωνία», δ) (1997) «Περιβάλλον και Δικαιοσύνη», ε) (1998) «Περιβάλλον και Πτωχεία». Το δε επόμενο έτος (1999) εγκαινίασε το Οικολογικό Ινστιτούτο Χάλκης και επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως των 2000 ετών από της Γεννήσεως του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού πραγματοποιήθηκε, όπως προαναφέραμε, στην Κωνσταντινούπολη, υπό την αιγίδα του, διεθνές επιστημονικό συνέδριο, με θέμα: «Η Δημιουργία του Κόσμου και η Δημιουργία του Ανθρώπου – Προκλήσεις και Προβληματισμοί του 2000» (1η Σεπτεμβρίου 2000).
  Καινοτόμος και πρωτοποριακή υπήρξε η πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου για την πραγματοποίηση, υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανά διετία, διεθνών οικολογικών εν πλω συμποσίων, που είναι τα κάτωθι: α) Στην Πάτμο (1995), με θέμα: «Αποκάλυψις και περιβάλλον», β) Στον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα) (1997), με θέμα: «Η Μαύρη Θάλασσα εν κινδύνω», γ) Στον Δούναβη ποταμό (1999), με θέμα: «Δούναβις, ποταμός ζωής», δ) Στην Αδριατική θάλασσα (2002), με θέμα: «Η Αδριατική, μία απειλουμένη θάλασσα, εις κοινός στόχος», ε) Στην Βαλτική θάλασσα (2003), και στ) Στον Αμαζόνιο ποταμό (Ιούλιος 2006). Αξίζει να σημειωθεί ότι τα οικολογικά εν πλω συμπόσια για την προστασία της Μαύρης Θάλασσας και του ποταμού Δουνάβεως, συνδιοργανώθηκαν με την συνεισφορά και συμμετοχή αντίστοιχα των Προέδρων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Jacqus Santer και κ. Romano Prodi, ενώ στο περιθώριο του Δ΄ εν πλω οικολογικού συμποσίου για την προστασία της Αδριατικής θάλασσας υπεγράφη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον μακαριστό Πάπα Ιωάννη - Παύλο τον Β΄ η λεγόμενη «Διακήρυξη της Βενετίας» για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος (10-6-2002).
Στο πλαίσιο της προβολής του μηνύματος της Ορθοδοξίας και της πνευματικής προσφοράς του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον σύγχρονο κόσμο, κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως του προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προσεκλήθη και ομίλησε στην ολομέλειά του, καίτοι δεν είναι αρχηγός κράτους, ως απαιτείται, αλλά υπό την ιδιότητα του κορυφαίου θρησκευτικού ηγέτου (1994). Προσκληθείς ομίλησε στην ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Συνελεύσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης (2007), στην ολομέλεια της Unesco (1995), στο Παγκόσμιο Οικονομικό Forum του Davos και στο «Forum 2000» της Πράγας (1999). Από δε του έτους 1993 και μέχρι τούδε συναντήθηκε με όλους τους προέδρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συνεζήτησε μαζί τους, αφενός μεν θέματα που αφορούν την πνευματική κατάσταση της Ευρώπης και τον ρόλο της Ορθοδοξίας σε αυτή, αφετέρου δε πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά ζητήματα που ενδιαφέρουν και απασχολούν ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Πραγματοποίησε γενικοτέρου ενδιαφέροντος συναντήσεις με πολιτικούς ηγέτες, που ποτέ δεν είχε επισκεφθεί Οικουμενικός Πατριάρχης, όπως με τον Φιντέλ Κάστρο (2004) και τον Μουαμμάρ Καντάφι, ενώ επεσκέφθη και χώρες (π.χ. Αζερμπαϊτζάν, Κορέα, Καζακστάν, κ.ά.), όπου ουδέποτε ευρέθη κατά τις προηγούμενες δεκαετίες προκαθήμενος της Ορθοδοξίας. Έχει τιμηθεί με το ανώτατο παράσημο πολλών κρατών, με το χρυσούν μετάλλιο του Αμερικανικού Κογκρέσσου, και του έχουν απονεμηθεί διεθνή βραβεία για τις οικολογικές δραστηριότητές του (Νέα Υόρκη, Όσλο, Λιχτενστάϊν κ.ά.).


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ