Σελίδες

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΜΝΗΜΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ Α΄ : ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΞΩΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ Α΄

ΓΡΑΠΤΕΣ  ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ  ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΞΩΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

·  Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάριν της εκκλησιαστικής ενότητος και πνευματικής ωφελείας παρεχώρησε διά του εν έτει 1908 Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου τις Ορθόδοξες Εκκλησιαστικές Επαρχίες της Διασποράς (Ευρώπης, Αμερικής) στην Εκκλησία της Ελλάδος και διά της εν έτει 1922 νέας Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως επανυπήγαγε αυτές στην απόλυτη εκκλησιαστική δικαιοδοσία του.
· Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος υπήρξε ο αμεταθέτως και αστασιάστως ένθερμος εισηγητής και υποστηρικτής προς το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο της άρσεως του εν έτει 1908 εκδοθέντος Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου και της επανυπαγωγής των εκκλησιαστικών επαρχιών της Αμερικής στην Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδα Εκκλησία, καθώς και περί της εκλογής του από Κερκύρας και Παξών Αθηναγόρου ως Αρχιεπισκόπου Αμερικής για την ειρήνευση του μαστιζομένου από τα πολιτικά - κομματικά πάθη και τις εκκλησιαστικές εθνοφυλετικές φατρίες εν Αμερική Ελληνορθοδόξου ποιμνίου
Ως πέλαγος και ωκεανός λογίζονται τα εκκλησιαστικά ζητήματα της εν Αμερική Ορθοδόξου Εκκλησίας μέσα στο διάβα του χρόνου εάν αναλογισθεί κάποιος τις επιμέρους εμφανείς και αφανείς πτυχές περί της ιδρύσεως και εν συνεχεία της κανονικής και εκκλησιαστικής αναφοράς, οργανώσεως και πορείας της υπό του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου Ελληνορθοδόξου εν Αμερική Εκκλησίας ως μιάς εκ των Πατριαρχικών Επαρχιών στην λεγομένη «Ορθόδοξη Διασπορά».
Η Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυνος Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία έχουσα το απαράγραπτο και αναφαίρετο κανονικό δικαίωμα,δυνάμει του ΚΗ΄(28) Κανόνος της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, «του χειροτονείν Μητροπολίτας εν ταις Βαρβαρικαίς Χώραις ταις παρακειμέναις τη Ποντική, τη Ασιατική και τη Θρακική διοικήσει», ευθύς εξ αρχής εμερίμνησε μετ' ανυστάκτου ενδιαφέροντος για την κανονική εκκλησιαστική οργάνωση υπό τις εαυτής  προστατευτικές πνευματικές πτέρυγες των εκκλησιαστικών επαρχιών, οι οποίες συν τω χρόνω άρχισαν να συγκροτούνται στην Αμερική αν και αρχικώς πρωτοστατούσης της Εκκλησίας της Ρωσίας και εν συνεχεία αυξανομένου του Ορθοδόξου διαφόρων εθνικοτήτων πληρώματος εν Αμερική και άλλων Ορθοδόξων κατά τόπους Εκκλησιών (π.χ. Πατριαρχείο Αντιοχείας) προεκλήθησαν ποικίλα και αλληλοδιαδοχικά σοβαρά κανονικά και εκκλησιολογικά προβλήματα ένεκα του άκρατου και άκριτου αντιευαγγελικού και αντιεκκλησιολογικού λεγομένου «εκκλησιαστικού εθνοφυλετισμού» τους.

«ΝΥΝ ΚΑΙΡΟΣ ΕΠΕΣΤΗ» ΚΑΤΑ ΤΟ «ΑΝΑΛΟΓΙΚΩΣ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ» ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΧΩΡΩΝ : ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΡΣΕΩΣ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΩΝ ΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
«ΝΥΝ ΚΑΙΡΟΣ ΕΠΕΣΤΗ»
ΚΑΤΑ ΤΟ «ΑΝΑΛΟΓΙΚΩΣ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ»
 ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΧΩΡΩΝ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΡΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΩΝ ΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΩΝ
·  Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάριν της εκκλησιαστικής ενότητος και πνευματικής ωφελείας παρεχώρησε διά του εν έτει 1908 Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου τις Ορθόδοξες εκκλησιαστικές επαρχίες της Διασποράς στην Εκκλησία της Ελλάδος και διά της εν έτει 1922 νέας Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως επανυπήγαγε αυτές στην απόλυτη εκκλησιαστική δικαιοδοσία του.
·       Ανάμεσα στον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1908 και την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, η οποία αφορά τις πατριαρχικές εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων Χωρών» υπάρχουν πολλές ομοιότητες τόσο για την έκδοσή τους όσο και για την δυνατότητα άρσεως ισχύος της δευτέρας όπως άλλοτε και εκείνου του 1908 διά νεωτέρας Πατριαρχικής Πράξεως του έτους 1922.
·     Το «διά λόγους καιρικής ανάγκης», το «άχρι καιρού» και το «επιτροπικώς» αποτελούν τις θεμελιώδεις βάσεις για το «αναλογικώς συναμφότερον» περί της εκδόσεως και άρσεως ισχύος της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928, όπως και κατά το πάλαι του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1908.
Ίσως ο τίτλος του παρόντος κειμένου να ξενίζει, να προκαλεί  και να σκανδαλίζει τινές των εχόντων την ασθένεια της λησμονιάς και ακόμη χειρότερα και χείριστα της αγνωμοσύνης έναντι της μαρτυρικώς καθαγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, αλλ’ όμως είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτός (ο τίτλος) εκπηγάζει από την αξιολόγηση των σοφών και μετά πάσης περισπουδάστου γραφής συνταχθέντων εκκλησιαστικών κανονικής – διοικητικής φύσεως κειμένων των λεγομένων Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, όπως εκδόθηκαν υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του εσταυρωμένου Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Τα εκκλησιαστικά κείμενα των Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων εμπερικλείουν αποθησαυρισμένη την σοφία του Φαναρίου και των «ιερών φυλάκων» αυτού, την σοφία της βιωματικής διακονίας στον αμπελώνα του Κυρίου, προκειμένου να ωφελούνται πνευματικά οι άνθρωποι, να υπάρχει αρραγής εκκλησιαστική ενότητα και κανονική τάξη. Συνεπώς, τα ίδια τα κείμενα ομιλούν και αποδίδουν αυθεντικώς και αλαθήτως το ερμηνευτικό πλαίσιο για την προσέγγισή τους και ουδείς άλλος αυθαιρέτως κινούμενος φιλόδοξος ερμηνευτής ή «ένεκα ιδιοτελών σκοπιμοτήτων» αναλυτής, κληρικός ή λαϊκός.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2019

ΤΑΔΕ ΛΕΓΕΙ Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΕΝΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑΔΕ ΛΕΓΕΙ
Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΕΝΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΛΥΤΡΩΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ
·  Θεολογικός υπομνηματισμός των κειμένων της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου μέσω της θεολογικής διδασκαλίας του Οσίου Γέροντος Ιουστίνου Πόποβιτς.
·    Στα εγκριθέντα κείμενα της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας κυριαρχεί το τέλειο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, του «αεί ενανθρωπιζομένου» ως αυτοζωή και αυτοαλήθεια εν τη Εκκλησία για να ζήσει ο κόσμος, η όλη κτιστή δημιουργία, υπερβαίνοντας τα οντολογικά αδιέξοδα τα οποία προκαλεί ο εγωϊστικά αυτονομημένος κτιστός άνθρωπος.
·    Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος με λόγο αληθείας και άνευ διπλωματικών περιστροφών θέτει τον «δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων» διακηρύτουσσα την μόνη σωτήρια οδό στο πρόσωπο όχι ενός ανθρωποθέου αλλά του Σωτήρος και Λυτρωτού Ιησού Χριστού και παράλληλα στηλιτεύει την φθοροποιό εκκοσμίκευση και την ηθική σχετικοποίηση οι οποίες ως δίδυμες αδελφές προκαλούν την αδικία, τον πόνο, την εκμετάλλευση και τον εξευτελισμό του ανθρωπίνου προσώπου.
·    Το Επισκοπικό σώμα των Πατέρων της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου εν αληθεία αγάπης και εν αγάπη αληθείας ανατέμνει όλες τις εκφάνσεις της ζωής του συγχρόνου ανθρώπου και του λογικοκρατούμενου πολιτισμού αυτού διδάσκουσα την Χριστοκεντρική διδασκαλία της Ορθοδοξίας ως οντολογικής προτάσεως ζωής σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η εγωϊστική φιλαυτία, η παγκοσμιοποίηση, η μαζοποίηση των ανθρώπων και η αποϊεροποίηση της ανθρώπινης ζωής.
Ο οντολογικός και σωτηριολογικός ομφαλός στη ζωή της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας είναι το τέλειο θεανδρικό πρόσωπο του Σωτήρος και Λυτρωτού Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, ο οποίος με την ενανθρώπισή του ήνωσε υποστατικώς το κτιστό με το άκτιστο για την σωτηρία όλης της κτιστής δημιουργίας. Στην Χριστοκεντρική ζωή της Εκκλησίας και συνακόλουθα στην ζωή των ανθρώπων, οι οποίοι είναι ζώντα και οντολογικώς εγκεντρισμένα οργανικά μέλη του «Σώματος Χριστού», τα πάντα αποκτούν το αληθές οντολογικό περιεχόμενο και την ουσιαστική αξία και σημασία τους σε αγαπητική σχέση και οντολογική αναφορά προς το τέλειο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Όταν όμως ο κτιστός και πεπερασμένος χοϊκός άνθρωπος θεοποιεί το «εγώ», το «υπερτροφικό εγώ» του, επιθυμώντας μέσα στη νεφελώδη και ομιχλώδη ματαιοδοξία και κενοδοξία του να πλάσει έναν καινοφανή «άνθρωπο – θεό» απορρίπτοντας τον φιλάνθρωπο, τον όντως μόνο φιλάνθρωπο Θεάνθρωπο, τότε καταλήγει σε οντολογικά αδιέξοδα βιώνοντας την οντολογική ανυπαρξία του και τον αυτομηδενισμό του.

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ : ΑΠΟ ΤΑ INTERNA ΣΤΑ EXTERNA CORPORIS ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ - ΡΑΠΙΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΙΚΟΥ ΥΠΕΡΩΟΥ
ΑΠΟ ΤΑ INTERNA ΣΤΑ EXTERNA CORPORIS ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
·  Εύλογοι θεολογικοί προβληματισμοί και ερωτήματα για τα «προσυνοδικά», «ενσυνοδικά» και «μετασυνοδικά» «εφύμνια» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας.
·  Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
·     Κριτήριο για τον «χαρακτήρα» και την «ταυτότητα» της εν Κρήτη Συνόδου ως «Αγίας και Μεγάλης» δεν είναι οι «οικεία βουλήσει» ή ένεκα «άλλων σκοπιμοτήτων και βλέψεων» τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες οι οποίες αδικαιολογήτως απείχαν, αλλά εκείνες που αποδέχθηκαν την κλήση του Παρακλήτου της Αληθείας και μετέσχov του μυστηρίου της εν Συνόδω Πεντηκοστής.
Η Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της αδιαιρέτου Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού είναι πλέον μεμαρτυρημένη ιστορική πραγματικότητα και καταγεγραμμένο εκκλησιαστικό γεγονός με πανορθόδοξες και παγχριστιανικές διαστάσεις.
Αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της συγκλήσεως μετά από αιώνες της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας είναι σημαντικό και ευεργετικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία συγκροτήθηκε σε συνοδικό σώμα « εν τω συνδέσμω της αγάπης και της ειρήνης» του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος της Αληθείας. Έναντι αυτού του ακραιφνώς Εκκλησιαστικού και Πνευματικού γεγονότος εχύθη πολύ μελάνι επιδοκιμαστικής και αποδοκιμαστικής γραφής άλλοτε εξ αγνοίας ή λόγω «διακονίας» και εξυπηρετήσεως ποικίλων σκοπιμοτήτων και άλλοτε από φόβο και ανασφάλεια απέναντι στις προκλήσεις και προσκλήσεις, στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί και να απαντήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία έχοντας πάντοτε ως επίκεντρο της φιλόστοργης αγάπης και μέριμνας αυτής την «εικόνα του Θεού», τον άνθρωπο. Χαρακτηρισμοί και «ετικέτες» περί «προγονοπληξίας» ή «προοδοπληξίας», περί «ομολογιακής αντιστάσεως» και «καινοτόμου τόλμης», περί «γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» και «πεπλανημένων απεμπολούντων την πατρώα πίστη», ωσαύτως περί «σεσωσμένων καθαρών συντηρητικών» και «εν απωλεία καταδικασθέντων προοδευτικών και εκσυγχρονιστών», εν τέλει περί «ενωτικών» και «ανθενωτικών», «φιλοσυνοδικών» και «αντισυνοδικών», προκάλεσαν προσυνοδικώς και κατά την διάρκεια της Συνόδου καθώς συνεχίζουν και μετασυνοδικώς να προκαλούν στους ανθρώπους «πνευματική ζάλη», σύγχυση, αμφιβολίες και «πειρασμικούς λογισμούς».

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΕΝΕΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ : ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕΝΕΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
·    Ιστορική τοπογραφική ιχνηλασία από την περίοδο της οθωμανοκρατίας και μέχρι της ανεγέρσεως του νυν Επισκοπικού Μεγάρου της Πατριαρχικής Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής υπό του αοιδίμου μεγαλουργού και μεγαλοπρεπούς Μητροπολίτου Τιμοθέου Ματθαιάκη (1954 - 1974).
Εμπνευστική αιτία ή προωθητικό έναυσμα για την παρούσα ιστορική τοπογραφική ιχνηλασία περί της υπάρξεως του Επισκοπικού Μεγάρου της παλαιφάτου και ιστορικής Πατριαρχικής Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας και περί της όλης προϊστορίας μέχρι της οριστικής ανεγέρσεως του νυν υπάρχοντος Επισκοπικού Μεγάρου υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας και Κομοτηνής Τιμοθέου Ματθαιάκη (1954 - 1974) απετέλεσε ένα σημείο της ομιλίας του αοιδίμου Κομοτηναίου και μεγάλου Πανεπιστημιακού Διδασκάλου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Στίλπωνος Κυριακίδη, ο οποίος προσκληθείς να ομιλήσει στην ιδιαιτέρα πατρίδα του, την Κομοτηνή, στις 9 Μαΐου 1951, μεταξύ άλλων εμφατικώς ετόνισε ότι: « Πρέπει να φυλάσσωνται επιμελώς και να μελετώνται αι τοπικαί πηγαί, όπως είναι τα λείψανα παλαιών κτισμάτων, οι τάφοι και αι επιγραφαί, αι εκκλησίαι και αι μοναί, τα ποικίλα έγγραφα τα αποκείμενα είτε εις τα αρχεία των Μητροπόλεων, είτε και εις χείρας ιδιωτών, αι τοπικαί παραδόσεις, αι φερόμεναι εις το στόμα του λαού, τα τοπωνύμια και τα παντοία γλωσσικά και λαογραφικά στοιχεία».

«ΕΠΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΝ»:ΕΠΙ ΣΕΠΤΟΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΟΙΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
«ΕΠΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΝ»
ΕΠΙ ΣΕΠΤΟΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΟΙΣ
ΣΟΙ ΤΩ ΙΜΒΡΙΩ ΠΡΩΤΟΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΩ
 ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΓΕΝΟΥΣ
Σχεδόν αποκαλυπτικά ο εμφιλόσοφος και ένσοφος αοίδιμος Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος διακηρύττει ότι οι Πατριάρχες ως «δοχεία ιερά χάριτος θείας» πορεύονται «επί το Πάθος το Χρεωστικόν» διότι αυτός ούτος ο «Πρώτος Θρόνος» είναι το όντως «Πάθος το Χρεωστικόν». Πρόσωπο και Θρόνος, αξίωμα και θεσμός είναι το «συναμφότερον μυστήριον» στους σωστικούς κόλπους της Μεγάλης Εκκλησίας. Το μυστήριο τούτο αποτολμά να ερμηνεύσει ο Πέργης Ευάγγελος γράφοντας: «Ένα πυρίμορφο όχημα του Λόγου ελαύνει. Και είναι ο Θρόνος ο Οικουμενικός ο πνευματέμφορος. Μια φωνή αντίδουπη προς τα ουράνια και τα επίγεια, που προσπαθεί να τα φιλιώσει. Και αντιδοξάζει τον δοξάζοντα το Θρόνο. Όταν όμως ο κάτοχός του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης, είναι καθεκτός. Και είναι γνώστης της φοβερής μαρτυρίας που τον αναμένει. Όταν «των προσιόντων αισθάνεται». Τότε δικαιούται και να τον κατέχει. Και οφείλει και να τον επιζητεί. Οφείλει να προχωρεί «επί το πάθος». Που τότε γίνεται και εκούσιον. Και «χρεωστικόν». Αναγκαίο και υποχρεωτικό. Οφειλετικό προς το Θρόνο και προς το γένος. Για την μεγαλουργία τους. Ή τουλάχιστον, για το καλό τους».

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΑΞΙΩΜΑ: ΕΠΙ ΣΕΠΤΟΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙΣ ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΟΙΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΥΘΥΝΟΥ ΤΩΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΝ ΑΞΙΩΜΑ

ΕπΙ σεπτοΙς ΠατριαρχικοΙς ΟνομαστηρΙοις
 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΥΘΥΝΟΥ
 ΤΩΝ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒαρθολομαΙου Α΄
«Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν…»
Ο Πατριάρχης ως το «των όλων στόμα και λάλημα» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι ο μάρτυρας ο οποίος καταθέτει την μαρτυρία της εις Χριστόν πίστεως ανά την υφήλιο και ο μάρτυρας ο οποίος υπομένει και γεύεται το ποτήριον τούτο του Χριστομίμητου μαρτυρίου της συνειδήσεως και του αίματος υπέρ της φιλτάτης Ορθοδόξου πίστεως ως όντως «εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν».
Άρρηκτος και ακατάλυτος ο δεσμός του Πρωτοθρόνου και εν ταυτώ Πρωτομάρτυρος σε κάθε εποχή Πατριάρχου της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας με τον μαρτυρικό Θρόνο και την ακανθοστεφανωμένη Πανίερη Καθέδρα της Θεοτοκοσκεπάστου και Αγιοτόκου Βασιλίδος των Πόλεων. Δεν νοείται η Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία άνευ του Πρωθηγουμένου Αυτής και ο Οικιστής του Θρόνου τούτου άνευ της «των πενήτων Μεγάλης Εκκλησίας». Οντολογικό, υπαρξιακών διαστάσεων σύζευγμα και θεοπρεπής συζυγία στην εκφορά του Λόγου της Αληθείας και της εν Χριστώ Αναστάντι σωτηρίας του γένους των βροτών.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

«ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΙΔΙΟΤΥΠΗ ΙΕΡΟΓΡΑΦΙΑ» : ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑ ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΑ ΕΝ ΤΩ ΜΥΣΤΗΡΙΩ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
«πατριαρχικη ιδιοτυπη ιερογραφια»
πατριαρχικα ονομαστηρια εν τω μυστηριω του φαναριου
 «Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν…»
Ο Πατριάρχης ως το «των όλων στόμα και λάλημα» της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας είναι ο μάρτυρας ο οποίος καταθέτει την μαρτυρία της εις Χριστόν πίστεως ανά την υφήλιο και ο μάρτυρας ο οποίος υπομένει και γεύεται το ποτήριον τούτο του Χριστομίμητου μαρτυρίου της συνειδήσεως και του αίματος υπέρ της φιλτάτης Ορθοδόξου πίστεως ως όντως «εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος δι’ έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν».
Άρρηκτος και ακατάλυτος ο δεσμός του Πρωτοθρόνου και εν ταυτώ Πρωτομάρτυρος σε κάθε εποχή Πατριάρχου της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας με τον μαρτυρικό Θρόνο και την ακανθοστεφανωμένη Πανίερη Καθέδρα της Θεοτοκοσκεπάστου και Αγιοτόκου Βασιλίδος των Πόλεων. Δεν νοείται η Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία άνευ του Πρωθηγουμένου Αυτής και ο Οικιστής του Θρόνου τούτου άνευ της «των πενήτων Μεγάλης Εκκλησίας». Οντολογικό, υπαρξιακών διαστάσεων σύζευγμα και θεοπρεπής συζυγία στην εκφορά του Λόγου της Αληθείας και της εν Χριστώ Αναστάντι σωτηρίας του γένους των βροτών.
Στη διακονία του μαρτυρικού Πατριαρχικού Θρόνου οι ιεροφάντες Οικουμενικοί Πατριάρχες δεν υπηρετούν το «ίδιον φρόνημα» αλλά το «Πατριαρχικόν Ιδεώδες», όπως από γενεά σε γενεά είναι βιωματικώς και ιδιοτύπως αποθησαυρισμένο και φυλασσόμενο ιεροπρεπώς στην «αχειροποίητη κιβωτό» του μαρτυρικού Φαναρίου. Το Πατριαρχικόν Ιδεώδες δεν αποτελεί μία εφήμερη και αφηρημένη κοσμική και διπλωματική ιδεολογία αλλά το αληθές, ανόθευτο και απαραχάρακτο πνεύμα της των «πενήτων Μητρός Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας», η οποία είναι η φωνή και το αγιοπνευματικό βίωμα της εν Χριστώ αληθείας και ζωής.
Στο πρόσωπο των Οικουμενικών Πατριαρχών ως «εν κιβωτώ» εγκολπώνεται η αλήθεια της σώζουσας εν Χριστώ πίστεως, το ήθος και το ύφος της Ρωμηοσύνης και του Γένους σε μία αδιάκοπη αλυσίδα που ως κλίμακα ενώνει τον Θρόνο με την Βασιλεύουσα Αγιοτόκο και Αγιοτρόφο Κωνσταντινούπολη και τον πανίερο και πάντιμο θεσμό με το λαό, όπως είναι οντολογικά (υπαρξιακά) συζευγμένη η τροφός μητέρα με το σπλάχνο της. Τούτο το όντως μυστήριο των Πατριαρχών μέσα στον χωροχρόνο και στη «Χώρα του Θρόνου» επιμαρτυρεί ο της Πέργης Επίσκοπος Ευάγγελος γράφοντας: «Συγκλονίζουν τα σημεία μαρμαρυγής των Οικουμενικών Πατριαρχών στην Πόλη. Όλοι μεταξύ μας σαν αείφυλλα πλατύφυλλα νωπά από τη χάρη συνιστούν ένα φάσμα θησαυρισμένου παρελθόντος. Η άλως της μαρτυρίας αρμόζει στη μνήμη αυτών των στεφηφόρων. Γι’ αυτό και ακτινοβολούν με τρεις διαστάσεις. Του Βυζαντινού Πατριάρχη, του μεταβυζαντινού και του εκάστοτε συγχρόνου. Όλοι συνάπτονται πάνω στον ίδιο αετό του Ναού. Εκεί που όλοι προφέρουν και το ίδιο Σύμβολο της Πίστεως. Κι όπου ακούστηκε απ’ όλους ο ίδιος όρκος. Για τα τιμαλφή της Ορθοδοξίας. Άρα, κρατούν και ταυτότητα δύο χιλιετιών αδιάκοπης χριστιανωσύνης στην Πόλη. Μνημονεύονται μεταξύ των αγίων. Συνεχίζουν στην ατέλειωτη λειτουργία του Γένους. Και έχουν «δεσμόν κελεύοντα»».
Υπάρχουν Πατριάρχες του παρελθόντος, του ενεστώτος και θα υπάρξουν και του μέλλοντος ωσάν ο κτιστός χρόνος να αποδεικνύεται αδύναμος να δαμάσει την αλληλοδιαδοχή, διότι τούτη είναι η Βουλή του Θεού. Και όσον αφορά τον Οικουμενικό του ενεστώτος, ο Πέργης Ευάγγελος τον υπομνηματίζει και αποτυπώνει στο «χαρτί της ιστορίας» τα ιδιώματά του, γράφοντας: «Για τον Οικουμενικό του ενεστώτος. Έναν ιερόπνευστο ιεροφάντη των καιρών, που δε διστάζει να διαφθέγγεται παρρησιακά. Να λευκαίνεται, για να μετακενώσει σε άγια αρτοφόρια την ουσία του ενεστώτος. Την ιδιοπάθεια και ιδιοπροσωπία της Ρωμηοσύνης… να κερδίζει συγκοινωνούς της αγωνίας της. Σύμπονους της μαρτυρίας της».
Ασάλευτος και αμεταθέτως αστασίαστος ίσταται «ο Θρόνος των Θρόνων» της Ορθοδοξίας «κρατών ιεροπρεπώς το μυστήριον αυτού αποθησαυρισμένον» και οι εισερχόμενοι στον «Οίκο Κυρίου», στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου προσηλώνουν το βλέμμα ζηλοτύπως και τείνουν απεγνωσμένα «ευήκοον ους» στον παλαίφατο Πατριαρχικό Θρόνο με την έμφλογη ελπίδα να ακουσθεί «τί το πνεύμα του Θρόνου λέγει» για τους Ιεροπρεπεστάτους Ιεροφάντες Οικήτορές του, οι οποίοι από αιώνων ανέρχονται την ακανθοβάδιστη κλίμακά του και μελανοφερεμένοι βιώνουν το «απερινόητον μυστήριον» του εν Χριστώ Σταυρού και της Αναστάσεως.
Το «απερινόητον μυστήριον» του πρώτου Θρόνου της Ορθοδοξίας είναι υπαρξιακά συζευγμένο με το «Πατριαρχικόν Ιδεώδες», όπως βιούται από αιώνων μέσα από πρόσωπα και γεγονότα, παράδοση και ήθος, ήχους και λέξεις, θυσίες και μαρτύρια, τεκμήρια και μαρτυρίες της Σταυραναστασίμου πορείας και αρχιδιακονίας της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας και Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.
Το Φανάριον ως «Παράδοξον Μυστήριον», «Παρεμβολή Θεού» επί της γης και Ιερώτατον «Σινά της Ορθοδοξίας» είναι η «Αχειροποίητη Κιβωτός και Σκηνή» της εν Χριστώ Αληθείας. Οι δε έμφλογοι μύστες του Θρόνου του δεν διακονούν μία κοσμική ιδεολογία, πολιτική κοσμοθεωρία ή διπλωματία, αλλά το «αεί ζωογόνο» και «αειθαλές βίωμα» του Πατριαρχικού Ιδεώδους, το οποίο δεν σχετίζεται με τα ποικιλόμορφα και παντοειδή προσωπεία και τις απατηλές φενάκες των τακτικισμών και μεθοδεύσεων που διαχρονικά απαξιώνονται από τον λαό και την αδέκαστη ιστορία.
Εμφατικά και αδιαλείπτως ο εμφιλόσοφος και φιλόμουσος του Φαναρίου Ιεράρχης Πέργης Ευάγγελος καταθέτει με την ενήδονη γραφή του την βιωματική εμπειρία του «Πατριαρχικού Ιδεώδους» ως αδιαίρετο μυστήριο διακονίας των Πατριαρχών υπέρ του Πρώτου Θρόνου της Ανατολής. Είναι δε θαυμαστό το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών των Οικητόρων του Θρόνου μετέβησαν από τον ένθρονο θώκο στα τέμπλα των Εκκλησιών ως Άγιοι Θεού και υπερουράνιοι μύστες στη Βασιλεία του Θεού, αλλά πάντοτε και εσαεί καταγεγραμμένοι στις αψευδείς δέλτους της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και εν γένει Ορθοδοξίας ως «Πατριάρχες Άγιοι ή Άγιοι Πατριάρχες».
Τούτο είναι το «ιερόν σύζευγμα» Πατριαρχών και Θρόνου ως έκφανση του «απερινόητου μυστηρίου» του εν Φαναρίω Πρώτου Θρόνου και της αμεταθέτου και αστασιάστου διακονίας του «Πατριαρχικού Ιδεώδους» υπό των Πατριαρχών του Γένους ως «Πατρίων Αρχόντων». Έτσι χαρακτηρίζει και θέλει τους Πατριάρχες του Γένους ο Πέργης Ευάγγελος, ως «Πατρίων Άρχοντες» που ενσαρκώνουν και υποστασιοποιούν το «Πατριαρχικόν Ιδεώδες» για το οποίο γράφει με τη θεόπνευστη και θεοκίνητη φαναριώτικη γραφίδα του: «Έγκυψη στο φαναριώτικο Πατριαρχικό ιδεώδες, «εις αναψυχήν καρδιών». Οικείοι της παρουσίας του στο βίο μας, το ζούμε έμμεσα, αλλά και έντονα. Και ωριμάζουμε μαζί του, με συσχετισμούς και ψυχικές περιπλανήσεις γύρω και εντός του. Στον περίγυρο και στο κέντρο του. Γύρω από ιερά ονόματα και περιόδους του Θρόνου που μας ψαύουν. Και σμίγουν τόσο με την προσωπική, όσο και με την ευρύτερη ιστορία του γενεθλίου τόπου μας. Της Πόλης… οι Πατριάρχες μας, μία υπόσχεση σεπτής αναστροφής με τους αγίους μας, και με τον παντοδύναμο. Έκφραση προγονικού γοήτρου και κατεστημένου. Θεσμική παραμυθία. Και εκπλήρωση διακονίας πνεύματος…».
Οι Πατριάρχες εξαγιάζονται στην διακονία του Πατριαρχικού Ιδεώδους ωσάν να εκτελούν μία «ιδιόσκοπη ιεραποστολή» με την οποία είναι επιφορτισμένοι ως «ιδιόθρονοι συγκληρονόμοι» του «θεϊκώς πυρακτωμένου» Πρώτου Θρόνου της Μεγάλης Εκκλησίας. Για τον Πέργης Ευάγγελο το Πατριαρχικόν Ιδεώδες είναι μυστηριακώς συζευγμένο και με το μυστήριο της αγιοσύνης. Μας αποκαλύπτει δε γράφοντας: «… η σμίξη μας με το άφθαρτο της ιδεολογίας και του ιδεώδους των Πατριαρχών μας, που τους αγιοποίησε… σύμβολα του πάθους και της πιστότητας ένας ένας στον καιρό τους, μάς έρχονται τώρα σε εικόνα για προσκύνηση. Σαν έμβλημα ιδεολογίας. Και μνήμη της πατριαρχικής κορύφωσης, που δικαιώνεται στα πλαίσια της αγιοσύνης… η ευωδία στο χώρο της μνήμης των αγίων Πατριαρχών μας, αγγελική. Και η εικόνα τους έμφλογος. Μετέκδημη προς τον κόσμο μας δωροφορία «η εν ουρανοίς εμφιλοχωρία» τους. Και ζωή ατελεύτητη, το πέρασμά τους. Όπως και το ιδεώδες τους…»
Οι Πατριάρχες ως «μιτροχίτωνες» μύστες του Πατριαρχικού Ιδεώδους συγκροτούν την «Πρωτόθρονη Δεσποτική Εκλογάδα» της Ορθοδοξίας. Εξάλλου, δεν νοείται το Πατριαρχικό Ιδεώδες άνευ του ιερωτάτου δίπολου της Ορθοδοξίας και της Ορθοπραξίας. Η εν Χριστώ Ορθοδοξία ζωογονεί το Πατριαρχικό Ιδεώδες και εκείνο ως βιωματική πατριαρχική κένωση και θυσία, μαρτυρία αληθείας και μαρτύριο συνειδήσεως ή και ενίοτε αίματος, την διακονεί γνησίως, ανοθεύτως και απαραχαράκτως. Και η έμπειρος καθώς και «έμπυρος» «εν πυρί Φαναρίου Πνεύματος» γραφίδα του  της Πέργης Επισκόπου Ευαγγέλου σφραγίζει την «Ισόβια Διαθήκη του Πατριαρχικού Ιδεώδους» στην «ακανθοβασία του Θρόνου» ως «φωνή εκ του υπερώου της Μεγάλης Εκκλησίας» προς τους ενθρόνους μαυροφορεμένους Πατριάρχες του Γένους και της Ορθοδοξίας, τους «Πρωτοθρόνους» και «Πρωτομάρτυρας» του «μυστηρίου του Θρόνου των θρόνων», αποκαλύπτει λέγουσα εκάστω: «και εις ώρας εμφανούς ή και σιωπηράς μαρτυρίας της μαρτυρικότητός του, και οσάκις εν υπερηφάνω καρτερία και ψυχικώ διαλόγω μετά της θείας δυνάμεως, ενεργείς ως φύλαξ της ιδιότητός Σου. Πάντοτε με την βεβαιότητα της κραταιώσεώς Σου, παρά του «νεύσει θεία ζωογονούντος και συνέχοντος την υπό τον ουρανόν Ορθοδοξίαν». Ακόμη και αν η ιδιαιτερότης του κλίματος του Θρόνου Σου, απαιτεί δεινοτέραν λεπτολεσχίαν εις τους «πετασμούς βουλήσεώς» Του. Είναι της μοίρας και της προνομίας των πενήτων του Χριστού η ζωή Σου να θυμίζη και βίον έγκλειστον, αλλά και άθλησιν ευώδη. Και φυλακήν χρέους, αλλά και κάμινον δροσοβόλον. Και μη λησμονώμεν, ότι και πάντοτε «υπέρ μοίραν Θεός κινείται».
Ο Πατριάρχης είναι ο πιο χρυσοντημένος της Ορθοδοξίας και ο πιο μαυροφορεμένος της Ρωμηοσύνης έχοντας βιωματική την πίστη και την ευθύνη της εν Χριστώ μαρτυρίας και του εν Χριστώ μαρτυρίου. Ιερό Δίπτυχον και κραταιό δίπολο για τον Πρωτόθρονο Πρωτεπίσκοπο του Φαναρίου να λειτουργεί και να λιτανεύει την Ορθοδοξία με τα χρυσοκεντημένα πατριαρχικά άμφια και την Ρωμηοσύνη ως Πρωτοκαλόγερος μαυροφορεμένος και ταπεινός μη χαθεί μήτε το ένα μήτε το άλλο. Έχοντας δε υπόψιν τα ως άνω τιμαλφέστατα λειτουργήματα των Οικουμενικών Πατριαρχών, ο αοίδιμος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων (είτα Νικομηδείας) Συμεών γράφει με την γραφίδα της πνευματικής του εξάρσεως: «της τιμαλφούς ταύτης Παρακαταθήκης Θεματοφύλαξ ετάχθης Σύ, Παναγιώτατε και Θεόλεκτε Πατριάρχα, και της Σκηνής της Αληθινής κατεστάθης Ηγούμενος και Φρουρός. Η σεμνή της Ορθοδοξίας Παράδοσις μετουσιούται εν τω προσώπω Σου εις συνείδησιν, και η συνείδησις εις πίστιν, και η πίστις εις πράξιν. Και εν τη υπάτη διακονία της Αποστολικής και Οικουμενικής ταύτης Καθέδρας μη παύσης προς τον Δομήτορα της Εκκλησίας ευχόμενος, μετά της συμπαρέδρου Σεβασμίας Ιεραρχίας, υπέρ της ευκταίας ενότητος των Χριστιανικών Εκκλησιών και του ευσεβούς τούτου λαού, όστις προσήλθε, κατά την Αγίαν ταύτην ημέραν, εις Προσκύνημα Ιερόν εις το Πάνσεπτον τούτο Παλλάδιον της Ορθοδοξίας και συνωθείται προ του αιωνοβίου Πατριαρχικού Σου Θρόνου, διά ν’ αντλήση δύναμιν και φώς και οικοδομήν και φανή άξιος της κλήσεως «ης εκλήθης». (Λόγος Εκφωνηθείς εις την Εορτήν του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, τη 30η Νοεμβρίου 1961).
Το Πατριαρχικό Ιδεώδες δεν είναι μόνον σταυρικό ούτε μόνον Αναστάσιμο, αλλά πλήρως, απολύτως και θαυμαστώς Σταυραναστάσιμο για να γεύεται το ποτήριον του Σταυρού και του Θανάτου χωρίς ποτέ ν’ αποθνήσκει ως όντως «αεί ζωογονούμενον» εν τη Αναστάσει Χριστού του Θεού. Στο Φανάρι αδιαλείπτως λειτουργείται και λιτανεύεται το μυστήριον του Σταυρού και της Αναστάσεως από τους ιεροπρεπείς φύλακες του Μεγάλου Μοναστηριού, οι οποίοι διά της γραφίδος του Χαλκηδόνος Μελίτωνος βεβαιώνουν και πιστοποιούν ότι: «εδώ ουδέποτε επιστεύσαμεν εις την ισχύν του Θανάτου, αλλά πάντοτε εις την αλήθειαν της Αναστάσεως… και όχι μόνον ως στρατευομένη Εκκλησία, αλλ’ ηνωμένοι μετά της θριαμβευούσης Εκκλησίας λειτουργούμεν… τον θρίαμβον του εκ του Άδου επιστρέφοντος Νικητού… εις τον αρχαίον τούτον Ναόν επιφοιτούν και συνωθούνται τα πνεύματα αιώνων. Τα πνεύματα Πατριαρχών και Ηγεμόνων, Ιεραρχών και Μαρτύρων και Λογάδων και γενεών γενεών άνευ διακοπής, εν τη πίστει και τη προσδοκία της Αναστάσεως…».
Οι Πατριάρχες του Γένους στην «παράδοξη ακανθοβασία του Θρόνου» βιώνουν έως μυελού οστέων και μυχίων καρδίας το «παραδόξως συναμφότερον», ήτοι το Σταυραναστάσιμον του Πατριαρχικού Ιδεώδους διότι ως Ηγούμενοι της Μεγάλης Εκκλησίας και Οικήτορες της Πρωτοθρόνου Ιεράς Καθέδρας της όλης Ορθοδοξίας έχουν ιδίαν πείραν και βιωματική εμπειρία της οντολογίας του Σταυρού και της Αναστάσεως. Οι ίδιοι ως άλλοι κυρηναίοι αίρουν τον του Κυρίου Σταυρό και φέρουν αγογγύστως τα «στίγματα Ιησού Χριστού» με την βεβαία ελπίδα της Αναστάσεως.
Ουδεμία άλλη Εκκλησία από της ιδρύσεώς της μετά των Πατριαρχών της εβίωσε το μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως, όσο η Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως με τους Ηγουμένους του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Θρόνου της, όπως ανεπανάληπτα θεολογεί και διδάσκει ο αοίδιμος Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων: «Και όντως. Εσταυρωμένος ο Αρχηγός της πίστεως και κεφαλή της Εκκλησίας, εσταυρωμένος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, ο Ευαγγελιστής και Ιδρυτής της Μεγάλης Εκκλησίας, τω Χριστώ συσταυρωθείς. Εσταυρωμένη η Μεγάλη Εκκλησία, συσταυρωθείσα τω Κυρίω της και τω Αποστόλω της. Και τούτο, ουχί απλώς και μόνον από γενέσεως και καταγωγής, αλλ’ υπαρξιακώς και βιωματικώς συνεσταυρωμένη τω Χριστώ και τω Αποστόλω, μάλιστα δε ουχί εν μια και μόνη περιστάσει και καταστάσει, αλλ’ εν ποικίλαις, και δη εν αυτώ τω αντιθετικώ χριστιανικώ παραδόξω, «διά δυσφημίας και ευφημίας», «διά δόξης και ατιμίας», εις ένδειξιν του εαυτής Χριστογεννήτου, της εαυτής γνησίας Αποστολικότητας…
Εντεύθεν η Μεγάλη αύτη Εκκλησία… επί μάλλον και μάλλον αναγνωρίζει και συνειδητοποιεί ότι υπέρ παν άλλο, υπέρ πάσαν αξίαν, είναι, ως Εκκλησία, μυστήριον Θεού, ότι ο οικουμενικός ούτος θρόνος, εν τη εσχάτη αναλύσει αυτού, είναι Σταυρός, είναι ευθύνη και χρέος, είναι συγκατάβασις και ενανθρώπησις, είναι καταλλαγή και αγάπη και ειρήνη – είναι τόπος θεώσεως. Είναι Σταυρός, ουχί όμως αυτοσκοπός, αλλ’ έξοδος εις Ανάστασιν. Ο Σταυρός εφ’ ου ο εσταυρωμένος Θρόνος, είναι Σταυρός Αναστάσεως. Και πλέον τούτου. Είναι Σταυρός προσδοκών την τελείαν δικαίωσιν εν τοις εσχάτοις, εν τη όλη αποκαλύψει της Αποκαλύψεως του Θεού».
Τα πρόσωπα έρχονται και παρέρχονται, αλλά στην αδιάλειπτη αλληλοδιαδοχή επιζεί το Πατριαρχικό Ιδεώδες, το οποίο είναι από Θεού και Πνεύματος Αγίου μυσταγωγία και αυθεντική εν Χριστώ ζωή και αλήθεια. Δεν αποτελεί υπόθεση ανθρώπινη και κοσμική αλλά αγιοπνευματική και υπερκοσμία. Τούτο συντελείται διότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως αποφθέγγεται ο μύστης του Φαναριώτικου Ιδεώδους Πέργης Ευάγγελος: «με τα ιδιοπαθή βιώματα και τις άφθιτες ανησυχίες του, διαιωνίζει ζωή αποστολικών ενιαυτών. Έχει ενδοστρέφειες πατερικού πνεύματος και εξωστρέφεια μυστικοπαθούς καθαρότητας. Το ίδιο και οι Πατριάρχες του, που έχουν έκφανση αυθεντικής Ορθοδοξίας με φωτισμό νου. Οι δε άγιοί τους, με απόσταγμα ουράνιας σκέψης. Τους ακροώμαστε σαν αλάνθαστους οδοδείκτες της χθόνιας πορείας τους… και σαν αδαπάνητους τροφοδότες της πνευματικής μας πτωχείας. Στην αγήρω μνήμη τους, αναγράφουμε τα ονόματά τους στο υπέρθυρο του ναού μας…».
Ο ίδιος πολιός και κεχαριτωμένος ένσοφος Ιεράρχης και Ιερομνήμων του αμέτρου και δυσθεώρητου μεγαλείου του Πατριαρχικού Ιδεώδους υπομνηματίζει στις «Εκ Φαναρίου» παρακαταθήκες του, το παράδοξο τούτο της ιστορίας μυστήριο: «Η πατριαρχική ιδεολογία καθιερώθηκε μέσα από την κράση της αυστηρής τήρησης του λόγου της αληθείας και της προσωπικής των Πατριαρχών ενόρκου μαρτυρίας. Αυτά της αναγνώρισαν η ιστορία και ο κόσμος και έζησαν την αναφή κορύφωσή της επί «Θρόνου» υψηλού. Αυτά διασφάλισαν τη λαμπρότητα και ακτινοβολία αυτής της καθέδρας. Αυτά κατένυξαν ξεχωριστό ωμόφορο για τον Πρωθιεράρχη αυτής της μυρίανδρης πόλης…
Ενός τέτοιου θεσμού οι φωτοφόροι ηγήτορες, παρέμειναν πάντοτε οι αριστοκράτες του πνεύματος της Ορθοδοξίας. Και ποτέ έξω από το φάος του φόβου του Θεού. Πάντοτε στη ευθεία της φοβεράς παρακαταθήκης, όπου και ο Χρυσόγραμμος όρκος για την αλώβητη διατήρηση του πατριαρχικού ιδεώδους…».
Οι Πατριάρχες του Γένους έχουν απόλυτη συναίσθηση της ευθυνοφόρου πρωθιεραρχικής οικουμενικής διακονίας τους και καθίστανται ολοκαύτωμα θυσίας πνευματικής εν υπακοή, άκρα αφοσιώσει και αυτοταπεινώσει στη φωνή και στα κελεύσματα της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Νεκρώνουν και θάπτουν το «ίδιον θέλημα» και απεκδύονται τον χιτώνα της προσωπικής ματαιοδοξίας προς χάριν της δόξης του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Θρόνου τους ως Ηγούμενοι της Ορθοδοξίας που αντιλαμβάνονται την «ιερογένεια και ιεροτυπία του θεσμού τους». Γενάρχες και Εθνάρχες σε κάθε εποχή και θέσμιοι εκπρόσωποι και καταθέτες του θελήματος του Θεού, πάνω στη μοίρα αυτού του «ιερωτάτου σκηνώματος» της Μεγάλης Εκκλησίας.
Στην αγιόλεκτη εκλογάδα και βυζαντινή και μεταβυζαντινή Δεσποτική Ιεραρχία των Πρωθηγουμένων του Μεγάλου Μοναστηριού ουδεμία μορφή Πατριάρχου χάνεται. Οι Πατριάρχες δεν χάνονται. Γίνονται «αοίδιμον πόμα». Ο κάθε Πατριάρχης είναι μία «Ιερότυπη Ιερογραφία» ωσάν να είναι οι «άγιοι εκτός εικονοστασίου». Οσμή ευωδίας πνευματικής αναδύεται από το μυστήριο που τους περιβάλλει καθώς επιμαρτυρεί ο Πέργης Ευάγγελος ότι: «όσο συμπληρώνουν στη ζωή τη μαρτυρία τους, γίνονται και πιο απόκοσμοι. Κι όσο «εντός των θείων αδύτων μυσταγωγείται η διάνοιά» τους. Μέχρι που μπαίνουν στην Πατριαρχική μεταμόρφωση. Μ’ αυτήν που θα δώσουν λόγο στο Θεό… Σαν αγιώτατοι, με τη δική τους Θεόσδοτη χάρη. Αυτή που την αποκτούν αυτότοκα με την κορύφωσή τους… ζουν μέσα σε μία θεόπληκτη ατμίδα. Κι εκτός από το συνδύασμα των ανθρωπείων, ακροώνται και το μόναυλο των υπομνήσεων των προκατόχων τους. Ακροώνται το μυστήριο, που τους φέρνει αντιμέτωπους με τους παλμούς των σφραγισμένων δωρεών…».
Όταν λοιπόν γίνεται αναφορά στους Πατριάρχες του Γένους είναι ωσάν αντηχήματα και εύλαλα αντίφωνα από τις «εμβοές» που άφησε το πέρασμά τους πάνω στην κλίμακα του Πατριαρχικού Θρόνου της Μεγάλης Εκκλησίας, διότι οι Πατριάρχες είναι η φωνή του Θρόνου τους και η πνοή, η ενσαρκωμένη υπόσταση του Θρόνου, εικόνα ικανή να προκαλέσει και δέος και πάθος. Ειδικά δε όταν πρόκειται για Πατριάρχη Πολίτη, ατόφιο Ρωμηό. Για Οικουμενικό Πατριάρχη Ρωμηό. Συγκλονίζει τα θεμέλια του νοός και συνταράσσει τα μύχια της καρδίας η ακατάβλητη αντοχή του Θρόνου για την οποία ο Π. Παλαιολόγος εύστοχα γράφει: «κοιτάζεται ο Πατριάρχης με τους Ρωμηούς, κοιτάζονται και οι Ρωμηοί μεταξύ τους… Αντοχή που την έχει αυτό το Φανάρι». Και θα διερωτηθεί ο κοσμικός άνθρωπος με την πεπερασμένη λογική: Πόθεν η αντοχή; Θα λάβει δε την απάντηση ότι η αντοχή αυτή είναι «Φως και Ανάστασις», όπως μοναδικά και ανεπανάληπτα σε ημέρα Πασχαλιάς διεκήρυττε ο αοίδιμος Χαλκηδόνος Μελίτων: «Και το φυλασσόμενον εδώ, εις αυτήν την Μεγάλην Εκκλησίαν, φως της Αναστάσεως και της Ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, είναι ένα φως δυνάμεως, ένα φως δυναμικόν… και όταν το έλαιον αυτό δεν ήτο αρκετόν διά να συντηρήση το φως αυτό, τότε προσετίθεντο τα δάκρυα της δοκιμασίας και το αίμα της Μαρτυρίας. Αυτό το φως είναι ένα φως αντοχής…
Εάν ήλθατε εδώ, διά να λάβητε εντεύθεν κάτι ολιγώτερον από φως, δεν έχομεν να Σας δώσωμεν. Έχομεν φως και περισσότερον φως. Εάν ήλθατε εδώ, διά να ίδητε κάτι ολιγώτερον από Ανάστασιν, δεν υπάρχει. Εδώ υπάρχει Ανάστασις. Εάν υπάρχουν σταυροί και εάν υπάρχουν σκότη, αυτά είναι δι’ ημάς. Διά σας υπάρχουν: Φως και Ανάστασις».
Στην επιβίωση και αντοχή του Πατριαρχικού Ιδεώδους επαληθεύεται το του Χαλκηδόνος Μελίτωνος απόφθευγμα ότι: «Το Φανάριον είναι η τέχνη του να εξάγη τις εκ των χειρίστων δεδομένων το άριστον δυνατόν».   
Η εφύμνιος κατακλείδα στο «Πατριαρχικόν Ιδεώδες» ανήκει αξιοχρέως στον εμφιλόσοφο νου του Φαναρίου, τον Πέργης Ευάγγελο για να μας ανυψώσει «έως τρίτου ουρανού» αποφθεγγόμενος ρήματα ζωής και αληθείας: «Έτσι ταίριαζε πάντοτε στη Ρωμηοσύνη. Νάχει έναν ανύστακτο ανάμεσά της. Έναν Προ-καθήμενο. Ούτε ουράνιο, ούτε και ισοπεδωμένο επίγειο. Ένα μεταξύ ουρανού και γης τω πνεύματι, που πίσω από την ανεωγμένη πύλη του, να μας βλέπει και να μας ακούει. Και εμείς να τον βλέπουμε και να τον ακούμε. Μαζί να συντάσσουμε το αντίφωνο των πρεσβειών του στη θεία δύναμη. Και μαζί να εκτελούμε τη θητεία που μας όρισε η Θεία Πρόνοια σ’ αυτή την Πόλη. Με τη δυνατότητα της επιβίωσης εν τη συνυπάρξει…
Μέσα στον ιερό κώδικα της Ορθοδοξίας όλοι οι Προκαθήμενοι της Μεγάλης Εκκλησίας είναι κι από μία ιερογραφία. Όλοι κι από ένας θέλγων παλμός. Ουσιαστικά ενσωματωμένοι μέσα στο ιερό θυσιαστήριο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Και όλοι ιεροκόσμητοι… χαρισματούχοι οι περισσότεροι, υπηρέτησαν με το ολοκλήρωμά τους το θέλημα του Θεού. Μα στέκομαι ιδιαίτερα και στους χαρίσιους και χαριστικούς. Αυτούς τους κλητούς της χάρης που σφραγίζουν τη θητεία τους με την αγαθωσύνη τους…».

Ο Πατριάρχης του πρώτου Θρόνου της Ορθοδόξου κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας του Χριστού δεν ανήκει σε κανένα έθνος, αφού είναι ο Πατριάρχης όλων των εθνών, πάντων των της υφηλίου ανθρώπων, είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Είναι όμως και ο Πατριάρχης του ευσεβούς και βασιλικού Γένους των Ρωμηών, ο εκφάντορας της Ρωμηοσύνης. Ο λαός ακόμα και στις ανευλαβείς ημέρες μας, σε αυτούς του χαλεπούς καιρούς της θεοποιημένης φθαρτής κτιστής ύλης έχει ζώσα την ευλάβεια και όταν ακούει την μνημόνευση του ονόματος του Πατριάρχου του Γένους, δακρύζει, προσεύχεται, σταυροκοπιέται. Δόξα τω Θεώ, δεν εμωράνθη το «άλας τας ευλαβείας». Τούτο δε είναι μυστήριο το οποίο εκφαίνει τον ακατάλυτο ζωογόνο ομφάλιο λώρο του Γένους με τον Πρωθηγούμενο της Ορθοδοξίας.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ






CAUSA HONORIS : Ο «ΠΡΩΤΟΣ ΕΝ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΘΗΛΩΜΕΝΟΣ» ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο ΙΜΒΡΙΟΣ ΣΑΓΗΝΕΥΩΝ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΝ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
causa honoris
Ο «ΠρΩτος εν ευθΥνη καθηλωμΕνος» της ΟρθοδοξΙας 
ΒαρθολομαΙος ο Ιμβριος σαγηνεΥων
  εις ΧριστΟν την ΟικουμΕνην
Όταν στις 19 Οκτωβρίου του 1969 ο νεαρός διάκονος Βαρθολομαίος Αρχοντώνης ελάμβανε τον δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης και εχειροτονείτο Πρεσβύτερος, άκουγε από πατρικών χειλέων του χειροτονούντος αυτόν, Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος Χατζή (1913-1989) τα παρακάτω: «Ιερολογιώτατε και αγαπητέ Διάκονε και υιέ κατά πνεύμα κ. Βαρθολομαίε, πιστώς μέχρι την σήμερον διακονήσας τω Κυρίω και τω αχράντω Σώματι Αυτού, τη Αγία Εκκλησία, εν τη διακονία της Τραπέζης της Αγίας και των τραπεζών, ήτοι του συνόλου θεανδρικού μυστηρίου της δημιουργικής, της σωστικής και της εσχατολογικής οικονομίας του Θεού, κρίσει και ευλογία του Καθηγουμένου της Εκκλησίας και της περί Αυτόν Αγίας και Ιεράς Συνόδου, αξίως ανάγεσαι σήμερον εις τον δεύτερον βαθμόν της ιερωσύνης, λαμβάνων θέσιν εν τω Πρεσβυτερίω της Μεγάλης Εκκλησίας και καθιστάμενος οικονόμος της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων μυστηρίων του Θεού.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Η ΝΕΟΦΑΝΕΙΣΑ ΠΟΝΤΙΑ ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΣΟΦΙΑ (+1974)

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η νεοφανεΙσα ΠΟντια ΟσΙα ΜΗτηρ ΣοφΙα (+1974)
·        Χριστομίμητος βίος της Ποντίας ασκήτριας στην Ιερά Μονή Κλεισούρας Καστοριάς - Η Αγιοκατάταξη αυτής υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η Αγιοτόκος, αγιοτρόφος και αγιόμεστος Ορθόδοξη Εκκλησία ως «Χριστού Γεώργιον» και «επίγειος παραδείσιος Αμπελώνας» αενάως αναδεικνύει νέες οσιακές μορφές, οι οποίες με την ασκητική και χριστομίμητη βιοτή τους εφελκύουν ακόμη το έλεος του Θεού για τους ανθρώπους τούτου του κόσμου.
Ο πρώτος μετά τον Ένα, ο των Εθνών Απόστολος Παύλος, στην «Α΄ προς Κορινθίους» Επιστολή του διακηρύττει: «Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός, ίνα τους σοφούς καταισχύνη»(Α΄ Κορινθ. 1,27). Και όντως μια τέτοια ασκητική μορφή, την νεοφανείσα Οσία Σοφία, εξελέξατο ο Θεός κατά τους δίσεκτους και εσχάτους αυτούς χρόνους για να δείξει τα θαυμάσιά του και να καταισχύνει με την διά Χριστόν σαλότητα της Οσίας αυτής γυναικός την μωρία του δήθεν σοφού σύγχρονου και «πολιτισμένου» ανθρώπου, που η «κατά κόσμον σοφία του» και όχι η «κατά Θεόν σοφία», τον έχει οδηγήσει στην απώλεια και στο τέλμα.

CAUSA HONORIS - ΑΝΤΙΠΕΛΑΡΓΗΣΗ : ΣΤΙΛΠΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (1887-1964) - Ο ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
CAUSA HONORIS
ΑΝΤΙΠΕΛΑΡΓΗΣΗ
ΣΤΙΛΠΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (1887-1964)
Ο ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
·        Ο φιλόμουσος και μεγάτιμος γόνος της Κομοτηνής ο οποίος τίμησε και δόξασε τη Θράκη.
·        Μνημοσύνη Πεντηκονταπέντε ετών από τον θάνατό του (1964-2019).
Ο όρος «αντιπελάργηση» είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό και σημαίνει την εκ μέρους των παίδων αντιδωρεά, την ανταπόδοση, των ευεργεσιών και της οφειλομένης φροντίδος προς τους γέροντες γονείς τους. Τον συγκεκριμένο όρο που αφορά στην φροντίδα των νέων και ακμαίων πελαργών προς τους ηλικιωμένους και ασθενικούς γονείς τους, χρησιμοποιεί ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος προσδιορίζει με μια μοναδική γλαφυρή και παραστατική περιγραφή το εννοιολογικό περιεχόμενό του ως εξής: «Οι πελαργοί, όταν ο γονιός τους γυμνωθεί τελείως από τα φτερά, επειδή όταν γεράσει, αρχίζουν και πέφτουν, τον τοποθετούν ανάμεσά τους και τον ζεσταίνουν με τα δικά τους φτερά. Και του ετοιμάζουν άφθονο φαγητό, και τον βοηθούν, όσο είναι δυνατόν, όταν πρέπει να πετάξει, σηκώνοντάς τον απαλά με τη φτερούγα τους, πότε ο ένας εκ δεξιών και πότε ο άλλος εξ αριστερών. Και τούτο είναι πασίγνωστο, ώστε μερικοί και την ανταπόδοση αυτή των ευεργεσιών να την ονομάζουν «αντιπελάργηση».

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2019

CAUSA HONORIS : ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΩΪΔΗΣ - ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΡΕΤΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΚΟΜΟΤΗΝΑΙΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
CAUSA HONORIS
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΩΪΔΗΣ
ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΡΕΤΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΚΟΜΟΤΗΝΑΙΩΝ
Ο Νικόλαος Ζωίδης, ή αλλιώς Νικόλαος Ζωΐδης - Μπάσμπας όπως ήταν γνωστός, γιος του Χατζηκωνσταντή και της Βασιλικής Ζωΐδη, υπήρξε γέννημα θρέμμα του χωριού Δόλιανη της περιφέρειας Ζαγορίου Ιωαννίνων. Ήταν Ηπειρώτης, ο οποίος ακολούθησε δωδεκαετής τον ξενιτεμένο πατέρα του Κωνσταντή και τη μητέρα του Βασιλική στην Κομοτηνή. Αφού επεράτωσε την βασική εκπαίδευσή του στην Κομοτηνή, ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο και σε ηλικία μόλις 22 ετών άνοιξε το μοναδικό τότε στην Κομοτηνή κατάστημα νεωτερισμών. Συνεταιρίστηκε με τον αδελφό του Ιωάννη, ο οποίος αργότερα υπήρξε ταμίας της Ιονικής Τράπεζας στη Θεσσαλονίκη. Μαζί με τον αδελφό του είχαν στην Κομοτηνή τις αντιπροσωπείες διαφόρων εργοστασίων της Σμύρνης, της Κωνσταντινουπόλεως, της Μυτιλήνης και διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες ζωής και πυρός.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός, κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ
·        Πτυχές της κοινωνικής, εκπαιδευτικής και οικονομικής ζωής στην παλαίφατη και ιστορική Πατριαρχική Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας.
Ο θεράπων και διάκονος της ιστορικής επιστήμης για να υπερβεί τα δυσχερή εμπόδια κατά την καταγραφή των ιστορικών και δη των εκκλησιαστικών γεγονότων, οφείλει να αναλάβει στους ώμους του το λίαν δυσχερές και υπεύθυνο, επίπονο και κοπιώδες έργο της μελέτης των εγγράφων ιστορικών πηγών, οι οποίες ενίοτες είναι δυσεύρετες, ελάχιστες ή και ανύπαρκτες.
Ο λόγιος και ιστοριοδίφης ερευνητής και δόκιμος συγγραφεύς, αοίδιμος Μητροπολίτης πρώην Λεοντουπόλεως Σωφρόνιος Ευστρατιάδης σε σχετική μελέτη αυτού περί των Μητροπολιτών της Θράκης κατόπιν κοπιώδους και επισταμένης έρευνάς του στα αρχεία της εν Αγίω Όρει Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Μεγίστης Λαύρας, έφερε στο φως της δημοσιότητος κατά το έτος 1937 τρία πολύτιμα ανέκδοτα μέχρι τότε εκκλησιαστικά έγγραφα, τα οποία αφορούν την Πατριαρχική Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και συγκεκριμένα το πρώτο εξ αυτών υπογράφεται υπό του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας Γαβριήλ Β΄ (1721-1734) και υπό την μορφή επιστολής, χρονολογημένης από του έτους 1727, αποστέλλεται στον Μητροπολίτη Άρτης Νεόφυτο στον οποίο «διατραγωδεί τα του αφανισμού της επαρχίας αυτού και την εκ τούτου δεινήν αυτού οικονομικήν κατάστασιν και τα δυσβάστακτα βάρη τα οποία η Μεγάλη Εκκλησία επέβαλεν εις τους Μητροπολίτας τους Θρόνου».

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΙΔΟΣ ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ: H ΕΝ ΑΛΩΣΕΙ ΑΝΑΛΩΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ ΝΥΜΦΗ

Γράφει ο θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕγκΩμιον ΚωνσταντινουπολΙτιδος ΑνακΑλημα
H εν ΑλΩσει ΑνΑλωτος ΒασιλεΥουσα ΝΥμφη
·     Από τον Μάιο των σεπτών εγκαινίων και τον Μάιο της αλώσεώς της μέχρι τον Μάιο στο επέκεινα της αϊδιότητος του χρόνου και «ουκ έστι τέλος…»
Επειδή κατά τα επικρατούντα κοσμικώς και ανθρωπίνως ειθισμένα ο θρήνος ή οι θρηνωδίες αρμόζουν για πρόσωπα «απελθόντα», περίλυπα γεγονότα και κουρσεμένες πόλεις, όπως και στην περίπτωση της εκπορθουμένης Κωνσταντινουπόλεως, κάποιος ανώνυμος, πιθανότατα Κρητικός, συνέθεσε τον μέχρι και σήμερα σωζόμενο θρήνο με την θερμότητα των συναισθημάτων που εκφράζει για την άλωση, υπό τον τίτλο «ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως».  Εντούτοις, στον «μετ' άλωσιν» παρόντα χρόνο και εναντίως στα κοσμικώς λυπηρά ειθισμένα «χρήσιν ποιούμεθα» του όρου τούτου ως συνεκφορά ουχί θρηνωδίας και μοιρολογήματος, αλλά αφιερωματικής γραφής και εγκωμιαστικού λόγου για την μεγαλειότητα της Βασιλευούσης των πόλεων, η οποία δεν απέθανε αλλά ζει, ζει εν Χριστώ υπό τις προστατευτικές πτέρυγες της Εφόρου και Οικοδεσποίνης αυτής, της Κυρίας Θεοτόκου, ως «εν αλώσει ανάλωτος Βασιλεύουσα Νύμφη», οπότε και το γραφόμενο τούτο «ανακάλημα» δύναται να είναι εγκωμιαστικό και όχι θρηνώδες, ελπιδοφόρο και όχι νεκροφόρο.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΣΕΒΑΣΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΡΩΜΗΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΙΑ΄ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ (+29 ΜΑΪΟΥ 1453)

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕγκΩμιον
ΜεγαλομΑρτυρος ΣεβαστοκρΑτορος
και ελΕω ΘεοΥ πιστοΥ ΒασιλΕως ΡωμηΩν
ΚωνσταντΙνου ΙΑ΄ ΠαλαιολΟγου
(+29 Μαΐου 1453)
·    «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστί ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Απόκριση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β΄, την 21η Μαΐου 1453 μ.Χ.).
·   Η μέχρι θανάτου υπεράσπιση της Θεοτοκοσκεπάστου και Αγιοτόκου Κωνσταντινουπόλεως υπό του φιλοχρίστου και ευσεβεστάτου Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου αποτελεί διαχρονική πράξη αυτοθυσίας «υπέρ πίστεως και πατρίδος».
·  Η Πολίτικη Ρωμιοσύνη συνεχίζει να ζει στους μητρικούς σωστικούς κόλπους της μαρτυρικής και καθαγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.
Το χρονόμετρο της ιστορίας έπαυσε να χρονομετρά το κλέος της Αγίας Ρωμαϊκής (ουχί της λεγόμενης Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας κατά τις μεσημβρινές «Μεγάλες Ώρες» της απαφράδος ημέρας Τρίτης, της 29ης Μαΐου του 1453, όταν «απ’ άκρου εις άκρον ηκούσθη η σπαραξικάρδια ιαχή, εάλω η Πόλις».
Ο Μυρίπνοος μήνας Μάιος και το αυτοκρατορικό όνομα Κωνσταντίνος εσφάγισαν ανεξίτηλα στο διάβα των αιώνων την ιστορία της Παναγιοσκεπάστου Θεοτοκουπόλεως Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν 11 Μαΐου του 330 μ.Χ., ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του Αγίου Μωκίου, ο οποίος ήταν ο πολιούχος του αρχαίου Βυζαντίου, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινίασε την «Νέα Ρώμη», την Κωνσταντινούπολη, ως τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για να μένει στους αλήκτους αιώνες η άληστος υπενθύμιση: «Γενεθλίων σων δει τιμάν ημέραν, εν σοι Πόλις τυχόντα των γενεθλίων», καθώς και για να διακηρύττεται ψαλλόμενο το Απολυτίκιο: «Της Θεοτόκου η Πόλις, τη Θεοτόκω προσφόρως, την εαυτής ανατίθεται σύστασιν, εν αυτή γαρ εστήρικται διαμένειν, και δι’αυτής περισώζεται και κραταιούται, βοώσα προς αυτήν, Χαίρε η ελπίς πάντων των περάτων της γης».

29 ΜΑΪΟΥ 1453: ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
29 ΜΑΪΟΥ 1453
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ
·        «Το δε την Πόλιν σοι δούναι ουτ’ εμόν εστί ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών» (Απόκριση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στον Μωάμεθ Β΄, την 21η Μαΐου 1453 μ.Χ.).
Οι κυριότεροι βυζαντινοί ιστορικοί χρονογράφοι, οι οποίοι κατέγραψαν και διέσωσαν αυθεντικά και τεκμηριωμένα τα γεγονότα, πριν, κατά και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Δούκας, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο Γεώργιος Φραντζής και ο Μιχαήλ Κριτόβουλος. Με γνώμονα την ιστορική γραφή των παραπάνω χρονογράφων συντίθεται το «Χρονικόν της αλώσεως» μέχρι την 29η Μαΐου του 1453, ημέρα που σφράγισε επί αιώνες την πορεία του ευσεβούς Γένους μας.
Τον Οκτώβριο του 1448 εκοιμήθη ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος και διάδοχος αυτού ορίσθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ ο Παλαιολόγος, ο οποίος εστέφθη στο Δεσποτάτο του Μυστρά και «εγένετο παρά πάντων δεκτός» στην Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη πλευρά, κατά το έτος 1451, είχε πεθάνει ο Σουλτάνος των οθωμανών Μουράτ Β΄ και διάδοχός του ανεδείχθη στην Αδριανούπολη ο υιός του, Μωάμεθ Β΄ ο μετέπειτα πορθητής της Κωνσταντινουπόλεως.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ: «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ – ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ»

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
«Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ – ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ»
Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου
Λόγος Επιμνημόσυνος, ρηθείς τη 29η Μαΐου του 1916

Η εορτή της Πεντηκοστής του έτους 1916 συνέπεσε να είναι την 29η Μαΐου, αποφράδα ημέρα της αλώσεως της των πόλεων Βασιλίδος, της «Θεοτοκουπόλεως και Αγιοτόκου» Κωνσταντινουπόλεως. Ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος και ορμώμενος, αοίδιμος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών) κατ’ εκείνη την μεγάλη Κυριακή της Πεντηκοστής λειτουργούσε στον Μητροπολιτικό ναό της Τραπεζούντος και εξεφώνησε εμπνευσμένο  λόγο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως εν είδει «επιμνημοσύνου προσλαλιάς» υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των βιαίω και μαρτυρικώ τω τρόπω πεσόντων και τελειωθέντων υπερασπιστών της Κωνσταντίνου Πόλεως και ιδιαιτέρως του τελευταίου μάρτυρος και μεγαλομάρτυρος Αυτοκράτορος αυτής, του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ του Παλαιολόγου.

ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ
·        Ζωντανή ιστορική μνήμη 566 ετών, μαρτυρούμενη στην ιστοριογραφία του Μιχαήλ Δούκα.
Ο ιστοριογράφος Μιχαήλ Δούκας (περίπου 1400- 1470) αναφερόμενος στα περί την άλωση της Θεοτοκουπόλεως – Κωνσταντινουπόλεως καταγράφει τα γενόμενα με συγκλονιστικό τρόπο ως εξής: «… Αφού λοιπόν ετοίμασε τα πάντα (εννοεί τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή), όπως θεωρούσε καλύτερα, έστειλε μήνυμα στην πόλη που έλεγε στον Βασιλέα (εννοεί τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ τον Παλαιολόγο): «Μάθε πως οι πολεμικές προετοιμασίες έχουν τελειώσει: Πλησιάζει πλέον η στιγμή να ολοκληρώσουμε αυτό που έχουμε σχεδιάσει από καιρό- όσο για την έκβαση του εγχειρήματός μας, την εμπιστευόμαστε στον Θεό. Τι έχεις να πεις; Θέλεις να εγκαταλείψεις την πόλη και να φύγεις, όπου σου αρέσει, μαζί με τους άρχοντες και τα υπάρχοντάς τους, αφήνοντας τον πληθυσμό πίσω σώο κι αβλαβή τόσο από εμένα όσο κι από εσένα; Ή μήπως διαλέγεις να αντισταθείς και μαζί με τη ζωή σου να χάσεις και τα υπάρχοντά σου, εσύ και οι δικοί σου, ενώ ο λαός σου να αιχμαλωτιστεί από τους  Τούρκους και να διασκορπιστεί στα πέρατα της γης;».

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙ ΑΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ
ΠΕΡΙ ΑΛΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
·        Η ιστορική γραφή του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου περί του Ιερού Ναού της Του Θεού Σοφίας.
·        Επετειακή γραφή για τα 566 έτη από της Αλώσεως της του Μεγάλου Κωνσταντίνου Πόλεως.  
Ο ευγενής και υψιπέτης γόνος της Κομοτηνής, Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (Φιλιππίδης), ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, δημοσίευσε την 1η Αυγούστου του 1920, στο επίσημο περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το υπό την ονομασία «Εκκλησιαστική Αλήθεια», ένα κείμενό του που αποτελεί τον «προσωπικό ύμνο» του για τον Ιερό Ναό της Του Θεού Σοφίας, ύστερα από ένα προκλητικά ανιστόρητο κείμενο κάποιου Ρώσου επιστολογράφου, το οποίο δημοσιεύθηκε στην αγγλική εφημερίδα “Orient News” και σ’ αυτό αυθαιρέτως υπεστήριζε ότι ο ναός είναι αφιερωμένος στην γυναίκα Αγία Σοφία. Το κείμενο του Τραπεζούντος Χρυσάνθου αποτελεί αποστομωτική απάντηση και στα σχόλια του συντάκτου της εφημερίδος “Orient News”, ο οποίος σχεδόν προπαγανδιστικά ανέφερε ότι ο ναός της Του Θεού Σοφίας κατόπιν της Λατινικής λειτουργίας που ετελέσθη σ’ αυτόν την 12 Δεκεμβρίου 1452 και επισφράγισε την ψευδοένωση των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως, μετεβλήθη σε Λατινική Εκκλησία.