Σελίδες

Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΠΡΙΓΚΗΠΟΝΝΗΣΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΓΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

 Ο ΠΡΙΓΚΗΠΟΝΝΗΣΩΝ ΣΥΜΕΩΝ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΓΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ
«ΙΝΑ ΩΣΙΝ ΕΝ»


     Οι Ιεροφάντες Φαναριώτες Ιεράρχες του 20ου αιώνος, από της εποχής του αοιδίμου και μεγάλου εν Πατριάρχαις Ιωακείμ Γ΄ του οραματιστού και μεγαλοπνόου, κατά την δευτέρα Πατριαρχεία αυτού (1901-1912) και έτι περισσότερο κατά την μακρά Πατριαρχεία του από Αμερικής αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου Α΄ (1948-1972) του «Ειρηνοποιού και Γεφυροποιού» εγαλουχήθησαν με το πολυπόθητο και περιπόθητο μέγα όραμα της χριστιανικής ενότητος «ίνα ώσιν εν».
    Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων Συμεών (+2002), μετέπειτα γέρων Νικομηδείας, ο οποίος ως μέλος της πατριαρχικής αυλής επί Πατριάρχου Μαξίμου Ε΄ (1946-1948) και κυρίως επί της Πατριαρχείας Αθηναγόρου Α΄, οπότε και ανεδείχθη Αρχιερεύς, εβίωσε τους οραματισμούς και τις ελπίδες της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας καθώς και τις άοκνες και ανύστακτες προσπάθειες του τότε Προκαθημένου αυτής να θραύσει τους παγετώνες αιώνων ανάμεσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τις λοιπές Χριστιανικές «Εκκλησίες» προκειμένου να τεθούν, άνευ φόβου και πάθους, οι υγιείς θεολογικές βάσεις για να επιτευχθεί το ούτως ή άλλως δυσχερέστατο και δυσθεώρητο εγχείρημα και αποτέλεσμα της χριστιανικής ενότητος ή έστω της αγαστής και ειλικρινούς συνεργασίας κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί κοινών και φλεγόντων ζητημάτων, τα οποία απασχολούν και ενδιαφέρουν την σύνολη ανθρωπότητα. Το όραμα βέβαια της παγχριστιανικής ενότητος επολεμήθη και πολεμείται μετά μένους μέχρι και σήμερα, χαρακτηρισθέν ως ανίερο, προδοτικό, εωσφορικό και τόσα άλλα «ων ουκ έστιν αριθμός».

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Η ΥΠΟ ΤΟΥ π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕΠΙ ΤΟΝ ΤΥΠΟΝ ΤΩΝ ΗΛΩΝ
Η ΥΠΟ ΤΟΥ π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους ο εκκλησιαστικός λόγος έχει καταντήσει μία αδιάλειπτη συνθηματολογία και ακατάσχετη φλυαρολογία που δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τον γνήσιο και ανόθευτο θεολογικό λόγο της Εκκλησίας, ο οποίος είναι οντολογική (υπαρξιακή) πρόταση ζωής για να «ζήσει ο άνθρωπος και ο κόσμος» και φυσικά ο «της Εκκλησίας λόγος» ουδόλως έχει σχέση ή εξαντλείται στις συνθηματολογικές αναρτήσεις ορισμένων δήθεν βαθυστόχαστων φράσεων ή προτάσεων ενίων στις λεγόμενες «εκκλησιαστικές ιστοσελίδες» για ευρεία κατανάλωση.
Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα από τους ελαχίστους σκεπτόμενους ανθρώπους εάν και κατά πόσο ο σύγχρονος εκκλησιαστικός λόγος είναι ορθόδοξα θεολογικός, δηλαδή ουσιαστικά εκκλησιολογικός, ή μήπως έχει καταντήσει σε ένα ανακυκλούμενο σύστημα ευσεβισμού ή ψευδοηθικής (ηθικισμού) προτεσταντικής συλλήψεως χωρίς να προσφέρει υπαρξιακών διαστάσεων προτάσεις ή απαντήσεις στα βασικά οντολογικά ερωτήματα ή και διλήμματα ζωής και θανάτου που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος βιώνει αυτοπαγιδευμένος τα ανυπέρβλητα υπαρξιακά προβλήματα και αδιέξοδά του, την ίδια εν τέλει την οντολογική ανυπαρξία του και τον «αυτομηδενισμό» του;

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Από τα Σκιώδη στα Ουσιώδη και κατά της αιρέσεως του ευσεβισμού
Περί της Εκκλησίας και του Ανθρώπου

Η υπό του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν Θεολογική Ανατομία της Συγχρόνου
Εκκλησιαστικής Ζωής
Αποτελεί μέγα τόλμημα και δυσχερέστατο πνευματικό άθλο η απόπειρα και μόνο να επιχειρήσει κάποιος, έστω και σε αδρές γραμμές, την θεολογική ανατομία της νοσηράς συγχρόνου εκκλησιαστικής ζωής χωρίς να πέσει στα βαρέα πνευματικά αμαρτήματα της εγωιστικής αλαζονείας, της αφιλαδέλφου κατακρίσεως, της φιλαύτου και μωράς αυτοδικαιώσεως και της αχαλίνωτης ματαιοδοξίας και κενοδοξίας.
Σε ένα κόσμο, ο οποίος ευρίσκεται σε απόλυτη και πλήρη σύγχυση, χωρίς προσανατολισμό και αυτοσυγκράτηση στα εγωιστικά «θέλω» του, είναι δυσχερές και επίπονο εγχείρημα να γίνεται λόγος περί Θεού επειδή στην σύγχρονη λεγομένη «μετανεωτερική και μεταμοντέρνα» εποχή ο Θεός είναι λίαν «ενοχλητικός» ακόμη και ως λεκτικό άκουσμα στα πλήθη του κόσμου και γι’ αυτό βολεύει και «συμφέρει» να είναι εξορισμένος από την ζωή των ανθρώπων.
Άλλο τόσο και ο θεολογικός λόγος της Εκκλησίας δεν γίνεται αποδεκτός επειδή θεωρείται και κρίνεται ως παρωχημένος, αναχρονιστικός, ηθικιστικός και ψευδεπίγραφος, επειδή – και όχι άδικα εν προκειμένω – δεν απαντά στα διαχρονικά υπαρξιακών διαστάσεων ερωτήματα του «εν ζάλη πνευματική και θυέλλη υπαρξιακή» συγχρόνου ταλανιζομένου και αυτοαναιρούμενου κόσμου στον οποίο για πολλούς ο «Θεός πέθανε», η ύλη θεοποιείται, η ιερότητα του ανθρωπίνου προσώπου καταρρακώνεται και η ελπίδα της ζωής μέσω της βεβαιότητος της πίστεως ότι «Θεός γεννάται…» και «θανάτω θάνατος» επατήθη, δυστυχώς, απορρίπτεται άκριτα, αβίαστα, αβασάνιστα και αφ’ υψηλού.

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΟΣ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ ΛΙΤΑΝΟΦΕΡΟΥΣΑ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΠΡΩΤΟΘΡΟΝΟΣ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΜΗΤΕΡΑ
ΛΙΤΑΝΟΦΕΡΟΥΣΑ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
·      «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, Αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν».
·    Ζει Κύριος ο Θεός. Ζει το Φανάρι και ως «εύλαλον αντίφωνον Ορθοδοξίας» και ακατάβλητο και άθραυστο από Θεού «οστράκινον σκεύος Ορθοδόξου πίστεως» περικλείει σωστικά και εγκολπώνει μυσταγωγικά την «Ιερά Παρακαταθήκη» και το «μυστήριον της εν Χριστώ ευσεβείας» ανά τους αιώνες και έως της συντελείας των αιώνων.
·    Επιμαρτυρεί ο της Χαλκηδόνος Γέρων Μελίτων: «Περί το θυσιαστήριον τούτο, το οποίον ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος έπηξε, συνηγμένοι εν ευχαριστιακή συνάξει, ιερουργούμεν το μυστήριον της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως και της εν αυτή επιβιώσεως του Χριστού και της Εκκλησίας Αυτού».
Ανατέλλει Κυριακή της Ορθοδοξίας και όπως επί τόσους αιώνες, αδιαλείπτως και ιεροπρεπώς, θα ηχήσουν και πάλι οι κώδωνες του πατριαρχικού ναού του Αγίου Γεωργίου ως δηλωτικό κάλεσμα της απανταχού Ορθοδοξίας για το μεγάλο γεγονός ότι ο θρίαμβος της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ελπίδα και σωτηρία για το γένος των βροτών.
Και καθώς θα ηχούν οι πατριαρχικοί κώδωνες στο ακρότατο σημείο γης και θαλάσσης, στον κεράτιο κόλπο, όπου η από αιώνων πανίερη και καθαγιασμένη καθέδρα του ιερού κέντρου της Ορθοδοξίας, «της των πενήτων Εκκλησίας», που είναι το μαρτυρικό και πάνσεπτο Οικουμενικό Πατριαρχείο, θα προβάλει η προπομπή των μελών της «πατριαρχικής αυλής» και στο τέλος της ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο εθνάρχης, γενάρχης και κεφαλή του γένους των ρωμιών, εξερχόμενος από τον πατριαρχικό οίκο και κατευθυνόμενος στον πάνσεπτο πατριαρχικό ναό του Αγίου Γεωργίου, στα άδυτα των Αγίων του μαρτυρικού Φαναρίου.

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΦΑΝΑΡΙΟΝ ΕΥΛΑΛΟΝ ΑΝΤΙΦΩΝΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

ΦΑΝΑΡΙΟΝ
ΕΥΛΑΛΟΝ ΑΝΤΙΦΩΝΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

· Από Θεού άθραυστον οστράκινον σκεύος Ορθοδόξου πίστεως και ακατάβλητος πρόμαχος υπέρ του μυστηρίου της ευσεβείας

· Κυριακή της Ορθοδοξίας και φανάριον Ορθοδοξίας ωσάν σύμβολα νίκης κατά του ψεύδους και του σκότους που επιβιώνουν μέσα στον χωροχρόνο και νοηματοδοτούν την ζωή της ανθρωπότητος έως της συντελείας των αιώνων
· Σε απατηλούς χρόνους και καιρούς όπου κυριαρχούν τα είδωλα και ψευδοείδωλα, το τηλαυγές Φανάριον προβάλλει την γνήσια και αληθή εικόνα του Χριστού, ο οποίος ως φως, ζωή και αλήθεια διαλύει την απελπισία του σκότους και την απάτη του ψεύδους κάθε εποχής
Οι λέξεις έχουν αξία και  εκφράζουν ένα βαθύτερο οντολογικό νόημα ζωής και αληθείας. Σε μία περικοπή λοιπόν του υπέρ της Ορθοδοξίας Συνοδικού της Αγίας και Ιεράς Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) αναγινώσκουμε: «επί τούτοις τους της ευσεβείας κήρυκας αδελφικώς τε και πατροποθήτως εις δόξαν και τιμήν της ευσεβείας, υπέρ ης ηγωνίσαντο ανευφημούμεν και λέγομεν. Των της Ορθοδοξίας προμάχων ευσεβών βασιλέων, αγιωτάτων πατριαρχών, αρχιερέων, διδασκάλων, μαρτύρων, ομολογητών, αιωνία η μνήμη». Στο εκφώνημα τούτο το οποίο «έτι και έτι κατατίθεται» ως βιωματική εκκλησιαστική εμπειρία ανά τους αιώνες εγκολπώνονται οντολογικά δύο έννοιες, ήτοι της «Ορθοδοξίας» και της «Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως», όπως η Πρόνοια του Θεού και οι «συνιστώσες της ιστορίας» τις συνέζευξαν αδιαιρέτως, ασυγχύτως, ατρέπτως και αναλλοιώτως. Όταν δε κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας ο προσκυνητής στρέφει τα όμματα στον εξώστη του Πατριαρχικού Οίκου όπου ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυνος της Ορθοδοξίας, συνοδευόμενος εν κατανυκτική πομπή και λιτανεύσει των Αγίων και Ιερών εικόνων υπό των Ιεραρχών φυλάκων του θρόνου υψώνει την εικόνα της εν Νικαία Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο ανυπότακτος νους βιώνει την αναγωγή της μνημοσύνης ως σύζευξη παρελθόντος και παρόντος για τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας υπό το πρίσμα της αιωνιότητος. Αυτή η παράδοξη σύζευξη Ορθοδοξίας και Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας ως «παρεμβολή Θεού» υποστασιάζεται στο τηλαυγές και ακοίμητο ωσάν την ελπιδοφόρο «αεί φέγγουσα» κανδήλα φανάριο της πίστεως και του Γένους των Ρωμιών, το οποίο «ως εύλαλον αντίφωνον Ορθοδοξίας» καίτοι φαντάζει στα όμματα των ασόφων ορθολογιστών του κόσμου τούτου ώσπερ «ισχνόν οστράκινον σκεύος», εντούτοις εγκολπώνει ως «άθραυστη Ιερά Κιβωτός», σωστικά και ανόθευτα, τον αδαπάνητο μαργαρίτη της «φίλης Ορθοδοξίας» και του «μυστηρίου της ευσεβείας». Το αδύτου και ανεσπέρου θείας δόξης φανάριο ως όντως «άθραυστον οστράκινον σκεύος θείας προνοίας και δυνάμεως», το Σινά τούτο της Ορθοδοξίας, φέρει αγογγύστως την ευθύνη και το ύψιστο προνόμιο της διαφυλάξεως της Ιεράς Παρακαταθήκης της Ορθοδόξου πίστεως και κατά τον αοίδιμο Μητροπολίτη Πριγκιποννήσων (είτα Νικομηδείας) Συμεών (+2003): «η λάμψις του αντανακλά εις τον γλαυκόν ουρανόν, η πρόνοια και η αγάπη του αποκατοπτρίζεται εις τα άνθη του αγρού, η φωνή του αντιλαλεί εις τα κύματα της ηχηέσσης θαλάσσης, η αγιότης του ενισχύει και στηρίζει τους επτοημένους και λιποψυχούντας».

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΦΑΝΑΡΙΟΝ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός, κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΦΑΝΑΡΙΟΝ
·        Κυριακή της Ορθοδοξίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
·        Λαμπρός εορτασμός στο Ιερό Κέντρο του Γένους και της Ορθοδοξίας
Η «άληστος μνήμη» και η «γνησία ορθόδοξη ευσέβεια» είναι το «ιερό δίπολο» πέριξ του οποίου δορυφορείται όλη η ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των «Ιερών φυλάκων» αυτής μέσα στο χωροχρόνο. Μέσα στην σταυραναστάσιμη οντολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας η μνήμη δεν συνιστά απλώς και μόνο κάποια «ιστορική ανάκληση» γεγονότων αλλά την νίκη κατά της λήθης, η οποία νομοτελειακά γεννά την αμνησία και συνακόλουθα τον «πειρασμό» της μεταθέσεως ιερών ορίων πίστεως και σωτηριώδους αληθείας «α έθεντο οι Πατέρες». Η ίδια η λέξη «Αλήθεια» (α-λήθη) ορίζει αψευδώς και επακριβώς το οντολογικό νόημά της ως νίκης κατά της λήθης όπως αδιαλείπτως βιούται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και σε αναφορά αμετάθετη προς το θεανδρικό πρόσωπο του σωτήρος και λυτρωτού Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι το όντως τέλειο, γνήσιο και αψεγάδιαστο πρόσωπο, η όντως αλήθεια, η αυτοαλήθεια, η ζωή και αυτοζωή, το φως ως αυτόφως.

Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου 2018

Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ
Απάντηση στους σύγχρονους αιρετικούς εικονομάχους
Α. Τα ιστορικά γεγονότα περί την εικονομαχική αίρεση
Η ανάπτυξη του θέματός μας διαιρείται σε δύο μέρη. Πρώτον στην ιστορική καταγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά τον 8ο και 9ο μ.Χ. αιώνα και δεύτερον στην θεολογική προσέγγιση της παραδοσιακής λατρευτικής πρακτικής της Εκκλησίας μας να αποδίδει την δέουσα τιμή και προσκύνηση στις ιερές εικόνες και τα Ιερά λείψανα των Αγίων της, πάντοτε όμως έχοντας ως βάση την διδασκαλία των μεγάλων Θεοφόρων Πατέρων  και Θεοκινήτων Θεολόγων αυτής καθώς και τις αποφάσεις της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε  το 787 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας.
Προσεγγίζοντες λοιπόν ιστορικά την αίρεση της εικονομαχίας η οποία επί 120 έτη απησχόλησε και ταλάνισε την Εκκλησία, πρέπει ν' αναφερθούμε στα αίτια που προκάλεσαν την συγκεκριμένη αίρεση. Έτσι, η πρώτη αιτία η οποία εγέννησε την εικονομαχία ήταν η θεολογικώς εσφαλμένη και αιρετική πεποίθηση που είχε σχηματισθεί σε ορισμούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς κύκλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι οποίοι επηρεασθέντες από την αιρετική διδασκαλία των Νεστοριανών και των Παυλικιανών, οι οποίοι δεν εδέχοντο την ενανθρώπηση και ενσάρκωση του Υιού και Λαού του Θεού, έφθασαν στο σημείο να διδάσκουν ότι η προσκύνηση των Ιερών εικόνων είναι αντιχριστιανική και ειδωλολατρική συνήθεια στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Ο Α΄ (1974-1998)

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Ο Α΄ (1974-1998)
20 έτη από την κοίμησή του (1998-2018) – Ο αντιστασιακός της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Κυρός Σεραφείμ ο Α΄ (1974-1998), κατά κόσμον Βησσαρίων Τίκας, εγεννήθη στο Αρτεσιανό Καρδίτσης το έτος 1913 και ήταν ιός του Χρήσου και της Ευαγγελίας Τίκα. Σε ηλικία οκτώ ετών απορφάνεψε από μητέρα, γεγονός που τον οδήγησε πλησιέστερα στην τροφό Ορθόδοξη Εκκλησία.
Μετά το πέρας της φοιτήσεώς του στο Δημοτικό σχολείο της γενέτειράς του και εν συνεχεία του Γυμνασίου, εισήχθη στην ιερατική σχολή της Κορίνθου και είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον τότε Μητροπολίτη Κορίνθου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό Παπανδρέου (1938, 1941-1949). Κατά το έτος 1936, κατόπιν εισαγωγικών εξετάσεων, εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία απεφοίτησε το έτος 1940.

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Η ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΝΗΣΤΕΙΑ ΩΣ ΜΕΣΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Η εντΟς της αγιοπνευματικΗς ζωΗς της ΕκκλησΙας
νηστεΙα ως μΕσο πνευματικΗς παιδαγωγΙας και ασκΗσεως των πιστΩν

·  Θεολογική Διδασκαλία του Αγίου Βασιλείου περί Νηστείας στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όπου βιώνεται «το στάδιον και η κλίμαξ των αρετών» στον αγώνα κατά των ποικίλων παθών
·   Η Νηστεία μόνο ως αποχή από τις τροφές και η απολυτοποίησή της εκτός της ζωής της εκκλησίας είναι «νεκρός τύπος» και κενού περιεχομένου «θεσμός»
·     Η Νηστεία δεν είναι «δίαιτα» αλλά άσκηση πνευματικής και σωματικής εγκρατείας μέσω της εκκοπής του «ιδίου θελήματος» των ανθρώπων   
Η περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αποτελεί την κατ’ εξοχήν «πενθηφόρο» περίοδο του λειτουργικού έτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας  κατά την οποία αθλείται ψυχοσωματικώς το χριστεπώνυμο πλήρωμα στο στάδιο των αρετών, ανερχόμενο την «πνευματική κλίμακα των αρετών» εν νηστεία, προσευχή και μετανοία. Η έναθλος αυτή περίοδος παρομοιάζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ως «πνευματική κολυμβήθρα» ψυχοσωματικής καθάρσεως και εν χριστώ νήψεως του κάθε καλής προαιρέσεως ανθρώπου, ο οποίος βιώνει την εγκράτεια σταυρώνοντας και θάμπτοντας τα πάθη του μεταμορφωνόμενος σε «ιερόν δοχείον της ακτίστου χάριτος» του Τριαδικού Θεού. Γι’ αυτό ο Αστέριος Αμασείας ορίζει ότι: «Νηστεία εστί ειρήνη κοινή ψυχής  και σώματος, ατάραχος ζωή, ευσταθής πολιτεία, βίος Θεόν ευφραίνων και λυπών τον εχθρόν», ενώ ο ασκητικός Ισαάκ ο Σύρος θεοπνεύστως αναφέρει ότι η νηστεία: «εγκράτεια γαρ αυτεξουσίου και ελευθέρου φρονήματος εστίν αγών. Η νηστεία υπερασπισμός εστί πάσης αρετής και αρχή του αγώνος και στέφανος των εγκρατών και το κάλλος της παρθενίας και του αγιασμού και η λαμπρότης της σωφροσύνης και η αρχή της οδού του χριστιανισμού και η μήτηρ της προσευχής και η πηγή της σωφροσύνης και της φρονήσεως και η διδάσκαλος της ησυχίας και η προηγουμένη πάντων των καλών έργων».

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΠΕΛΑΓΟΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
·        Η πενθηφόρος και νηπτική περίοδος της σώζουσας μετανοίας και ανυποκρίτου ευσεβείας
·     Οι Θεοκίνητοι και Θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας θεολογούν και διασαλπίζουν το μήνυμα του πολύπλευρου πνευματικού αγώνος και της εν Χριστώ σωτηρίας
Δυσθεώρητα και φοβερά είναι τα κύματα του φουρτουνιασμένου πελάγους, που υψώνονται απειλητικά για να καταποντίσουν και καταπνίξουν τον αβοήθητο ναυαγό, ο οποίος παλεύει να σωθεί. Εξίσου φοβεροί και τρομακτικοί είναι και οι πολυποίκιλοι πειρασμοί και λογισμοί που ως πνευματικά φουρτουνιασμένα κύματα δέχεται ο αγωνιζόμενος πνευματικώς άνθρωπος καθώς παλεύει μέσα στο πνευματικό πέλαγος της πενθηφόρου και νηπτικής περιόδου της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Στον στίβο τούτο των πνευματικών άθλων, όπου αθλοθέτης, αγωνοθέτης και τελικός στεφανοδότης είναι ο Χριστός, ο πτωτικός χοϊκός άνθρωπος θρηνεί την έξοδό του από της τρυφής του παραδείσου και την οντολογική πτώση του στη φθορά και τον θάνατο. Δέχεται τα τραύματα του μισόκαλου και μισανθρώπου απατεώνα διαβολέα, ο οποίος παντί σθένει και πάση δυνάμει αντιπαλεύει τον αγωνιζόμενο πνευματικώς άνθρωπο και αντιστρατεύεται το έργο της εν Χριστώ σωτηρίας αυτού.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΝΗΠΤΙΚΗ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΠαιδαγωγικΗ και ΝηπτικΗ ΜυσταγωγΙα του ΤριωδΙου
«Της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα»
Προδρομική της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής Περίοδος είναι η του Τριωδίου, όπου στα Συναξάρια προτάσσονται οι εξής στίχοι: «Ο δημιουργός των άνω και των κάτω, τρισάγιον μεν ύμνον εκ των αγγέλων, Τριώδιον σε παρ’ ανθρώπων δέχου».
Ο μέγιστος των Λειτουργιολόγων, αείμνηστος καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωάννης Μ. Φουντούλης γράφει χαρακτηριστικά ότι: «απ’ αυτούς τους τριωδίους ύμνους, τα τριώδια, έλαβε το όνομά της η μεγάλη περίοδος του λειτουργικού έτους, που κινείται μαζί με το Πάσχα και το περιβάλλει σαν προεόρτιος και μεθεόρτιος περίοδος. Γιατί όλο αυτό το τμήμα του εκκλησιαστικού έτους παλαιότερον εχαρακτηρίζετο μ’ αυτό το όνομα: Τριώδιον. Ανάλογα δε με το ιδιαίτερο χαρακτήρα του το διέκριναν σε «Τριώδιον Κατανυκτικόν», απ’ αρχής μέχρι το Πάσχα, και «Τριώδιον Χαρμόσυνον» ή «Τριώδιον των ανθέων», από του Πάσχα μέχρι της Κυριακής των αγίων Πάντων, που κατακλείει τον κύκλο των κινητών εορτών. Τριώδιο δε λέγεται από την αρχαιοπρεπή συνήθεια, που διετηρείτο, κατά την περίοδο αυτή, να μη ψάλλονται καθημερινώς κατά την ακολουθία και οι εννέα ωδές του ψαλτηρίου, και επομένως και ολόκληροι οι ενναεαώδιοι Κανόνες, αλλά μόνο τρεις ωδές, η 8η και η 9η, και μία από τις προηγούμενες κατά τη σειρά των ημερών. Αυτός ο αρχαίος τρόπος της ψαλμωδίας διετηρήθη εν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, και μάλιστα μόνο για τις καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής». Το «σταυρώσιμο ή κατανυκτικό» Τριώδιο αποτελεί εξ ολοκλήρου προπαρασκευή πνευματική για το «αναστάσιμο και χαρμόσυνο» πεντηκοστάριο. Σε όλη αυτή την περίοδο, καθώς λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, «ο μυσταγωγών» τις ψυχές των ανθρώπων είναι ο ίδιος ο Νυμφίος της Εκκλησίας Χριστός».

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΟΥΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕΝΕΚΑ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΣ ΤΙΜΗΣ
Ο ΒΟΗΘΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΔΡΟΥΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ
·    Νέος Βοηθός Επίσκοπος Ανδρούσης παρά τω Αρχιεπισκόπω Αθηνών ο επί επτά έτη (2006-2013) Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής Αρχιμανδρίτης π. Κωνστάντιος Παναγιωτακόπουλος.
Ο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Θεοφιλέστατος νέος Βοηθός Επίσκοπος Ανδρούσης κ. Κωνστάντιος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Παναγιωτακόπουλος, εγεννήθη στις 29 Ιανουαρίου του 1960 στο Αλποχώριον του Ν. Ηλείας υπό ευσεβών και φιλοχρίστων γονέων, ήτοι του Τρύφωνος και της Ασημίνας, όπου και περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Εφοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή της Ξάνθης, συνδεθείς μετά του αοιδίμου Μητροπολίτου Ξάνθης και Περιθεωρίου Αντωνίου (1954-1994), ο οποίος πολλαπλώς ευεργέτησε τον νεαρό τότε Κωνσταντίνο, και στη συνέχεια ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης απ’ όπου και απεφοίτησε το έτος 1988. Εξεπλήρωσε στο ακέραιον τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις προς την πατρίδα υπηρετήσας ως υπαξιωματικός σε τεθωρακισμένη μονάδα του Νομού Ξάνθης (1983 – 1984), όπου για πρώτη φορά ευρέθη από την Πελοπόννησο στην ακριτική Θράκη, την οποία ηγάπησε μέχρι λατρείας και επί  τριάκοντα και πλέον έτη ως κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπηρέτησε εν υποδειγματική διακονία και από διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις τους ακρίτες Έλληνες Θράκες.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ ΤΣΑΛΠΑΡΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΠΑΠΑΣ

O ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ  ΤΣΑΛΠΑΡΑΣ
ΠΡΩΗΝ ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟΣ
  ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ 
Υπάρχουν πρόσωπα τα οποία σφραγίζουν ανεξίτηλα τη ζωή των ανθρώπων και ο Πανδαμάτωρ χρόνος ουδέποτε κατορθώνει να καλύψει με το πέπλο της λησμονιάς το όνομα, την μορφή, την παρουσία, προσφορά και διακονία τους όπου κι αν έζησαν, απ' όπου κι αν πέρασαν και άφησαν τα ίχνη της βιοτής και περπατησιάς τους στον εφήμερο και κίβδηλο αυτό ορατό κόσμο.
Υπάρχουν πρόσωπα των οποίων το άκουσμα και μόνο του ονόματός τους προκαλεί στους ανθρώπους πνευματική και ψυχική ανάταση, φρονήματος ανάσταση και ενθυμήσεις αγαθές και ευφρόσυνες μέσα στην κατήφεια και πειρασμική απελπισία της συγχρόνου ζωής. Και αν τούτο συμβαίνει συχνά με πρόσωπα τα οποία κινούνται στο "κοσμικό πλαίσιο", πολλώ δε μάλλον ισχύει με πρόσωπα της Εκκλησίας, ήτοι με τους κατ' ουσίαν και ουχί μόνον κατ' όνομα πνευματικούς μας Πατέρες.
Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι και ο πολυσέβαστος πολιός πνευματικός πατήρ της Εκκλησίας, Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πρώην Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής, νυν δε Εφημέριος Ιεροκήρυξ του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Πολίχνης στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυροπόλεως, ο γνωστός στον χώρο της Εκκλησίας και ακόμη γνωστότερος στο λαό της ακριτικής Ιεράς Μητροπόλεως Μαρωνείας και Κομοτηνής, Πατήρ Αρίσταρχος Τσαλπαράς, ο οποίος επί τριανταδύο συναπτά έτη (1974-2006) διηκόνησε ευόρκως και αυτοθυσιαστικώς τους Θράκες αφήνοντας όντως ανεξίτηλα τα ίχνη της πνευματικής και εν γένει εκκλησιαστικής του διακονίας στις καρδιές των κατοίκων της Κομοτηνής και ευρύτερα του Ν. Ροδόπης, όπως ακριβώς το ίδιο συμβαίνει από το 2006 και μέχρι σήμερα στα όρια της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως όπου αόκνως και ανυστάκτως διακονεί την Εκκλησία και τον λαό του Θεού.

ΜΝΗΜΗ ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΕΚΔΗΜΙΑΣ (1992-2017) : Ο ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΗ ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΟΥΣ ΕΚΔΗΜΙΑΣ  (1992-2017)
Ο ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ
 ΚΑΙ ΟΙ ΓΡΑΠΤΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ 
·        Τρία κείμενα-μαρτυρίες του αοιδίμου Μητροπολίτου Τιμοθέου
Ο αοίδιμος και όντως μέγας Μητοπολίτης Μαρωνείας (1954-1974), ο από Μυρέων και έπειτα Ν. Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992) κυρός Τιμόθεος, κατά κόσμος Σταύρος Ματθαιάκης εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών, του Εμμανουήλ και της Αικατερίνης το γένος Φραγκιδάκη, στην Αθήνα κατά το έτος 1914.
Τα εγκύκλια γράμματα εδιδάχθη στην Αθήνα και εν συνεχεία εφοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αποφοιτήσας με βαθμό «άριστα» κατά το έτος 1935, τυχών και βραβείου από την Ακαδημία των Αθηνών. Μεταξύ των ετών 1935-1937 υπηρέτησε ως λαϊκός Ιεροκήρυξ και κατηχητής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών στην περιοχή του Δήμου Ν. Ιωνίας. Κατά το έτος 1937 εχειροτονήθη Διάκονος υπό του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ και υπηρέτησε ως Διάκονος και Ιεροκήρυξ στη Ν. Ιωνία και στον Βύρωνα Αττικής. Όντας Διάκονος, μεταξύ των ετών 1937-1939, διετέλεσε Στρατιωτικός Ιεροκήρυξ Μονάδων του Α΄ Σώματος Στρατού. Η εις Πρεσβύτερον χειροτονία του κατά το έτος 1940, κατόπιν σχετικής εντολής του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου (Φιλιππίδη) του από Τραπεζούντος, υπό του τότε βοηθού Επισκόπου Ταλαντίου Παντελεήμονος, προχειρισθείς ακολούθως σε Αρχιμανδρίτη υπό του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού. Στη συνέχεια διορίστηκε ως Εφημέριος και Ιεροκήρυξ στο ναό της Αγίας Ειρήνης όπου ανέπτυξε πρωτοφανή κηρυκτική και κατηχητική δράση. Στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου (1940-1941) υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιερεύς με το βαθμό του Λοχαγού προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο στρατιωτικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και μετά την απελευθέρωση συνέχισε να υπηρετεί ως στρατιωτικός ιερεύς, κατά τα έτη 1944-46 στην ταξιαρχία Ρίμινι.
Το έτος 1941 διορίσθηκε εφημέριος, Ι. Προϊστάμενος και Ιεροκήρυξ στον Ι.Ν. Προφήτου Ηλίου Παγκρατίου, όπου ίδρυσε χριστιανικούς ομίλους Νέων, Νεανίδων και Κυριών, καθώς και λαϊκά συσσίτια. Παράλληλα έθεσε σε κυκλοφορία και το μηνιαίο περιοδικό «Λυχνία».

Ο ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΤΘΑΙΑΚΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Ο ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΜΑΤΘΑΙΑΚΗΣ (1954-1974)
·  Ο βίος και το εκκλησιαστικό, ποιμαντικό, πνευματικό και κοινωνικό έργο του αείμνηστου Μητροπολίτου Τιμοθέου στον τόπο μας και στην Εκκλησία γενικότερα.
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής (1954-1974), μετέπειτα Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1974-1992) κυρός Τιμόθεος (κατά κόσμον Σταύρος Ματθαιάκης), εγεννήθη εκ γονέων ευσεβών, του Εμμανουήλ Ματθαιάκη και της Αικατερίνης το γένος Φραγκιδάκη, στην Αθήνα, κατά το έτος 1914.
Τα εγκύκλια γράμματα εδιδάχθη στην Αθήνα και στην συνέχεια εσπούδασε την ιερά επιστήμη της θεολογίας στην θεολογική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, εκ της οποίας έλαβε το πτυχίο του με βαθμό «άριστα», κατά το έτος 1935, και έτυχε τιμητικού βραβείου από την Ακαδημία Αθηνών.
Κατά τα έτη 1935-1937 υπηρέτησε ως λαϊκός Ιεροκήρυξ και κατηχητής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Ιωνίας, όπου επέδειξε ένθεο και αξιομίμητο ζήλο στον κηρυκτικό και κατηχητικό τομέα, ιδίως μεταξύ της Νεότητος του δήμου τούτου.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ: ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΕΡΓΟΝ ΑΡΧΟΝΤΟΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΕΡΓΟΝ ΑΡΧΟΝΤΟΣ;

    Ωχριά ο γραπτός ανθρώπινος λόγος και αισθάνεται συστολή ο συγγραφεύς όλων των αιώνων, όταν πρόκειται να αποτολμήσει, έστω και σε αδρές γραμμές, να σκιαγραφήσει τα του Μεγάλου Πατριάρχου και Ρωμηού Αγίου Φωτίου για τον οποίο ο πολύς Μανουήλ Ι. Γεδεών γράφει εγκωμιαστικώς: «πεπροικισμένος υπό πολλών αρετών και προτερημάτων, υπερείχε πάντων των συγχρόνων λογίων, έμψυχος ων βιβλιοθήκη, και σώφρονα βίον και πολιτείαν επιδεικύμενος, πολλάκις δ’ όλας νύκτας μελετών, και την αρετήν έχων τη σοφία παράλληλον».
Ως πέλαγος και ωκεανός λογίζονται τα περί του βίου, της κατά κόσμον και κατά Θεόν σοφίας και συγγραφής, της εκκλησιαστικής και εν γένει πολιτείας, της Ιεραποστολικής και Οικουμενικής δράσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου Αγίου Φωτίου Α΄ (820-891), του δικαίως και προσφυώς αποκληθέντος ως «Μεγάλου», «Ειρηνοποιού» και «Αναδόχου εις Χριστόν» των Βουλγάρων και των λοιπών Σλάβων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
    Από της κηδεμονικής Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Ιεράς Καθέδρας της Πρωτοκλήτου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ο ένθεος Φώτιος ανεδείχθη γίγας και άτλας της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας και της των Ρωμαίων κραταιάς Βασιλείας. Ουδόλως δε τυχαίο είναι το γεγονός ότι η απροσωπόληπτη και δικαία κρίση της αδεκάστου ιστορίας διά της γραφής επιφανών και λογίων ανδρών αποτιμά την προσωπικότητα του Μεγίστου αυτού Οικουμενικού Πατριάρχου «χρυσοίς ρήμασι» και «λόγοις κλέους».

ΠΑΛΛΑΔΙΑ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ: ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΠΑΛΛΑΔΙΑ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
Όταν o πολιός και ενήδονος, λόγιος και πολυτάλαντος συγγραφεύς, φιλόμουσος και μουσοστεφής Μητροπολίτης Πέργης κ. Ευάγγελος (Γαλάνης), με τον θεόπνευστο κάλαμο της ζώσης ρωμαΐηκης και φαναριώτικης εμπειρίας και βιότης του, σε ένα περισπούδαστο κείμενό του για την Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, υπό τον τίτλο: «Ιχνογράφημα Παιδείας», επιχειρεί να αναστήσει πεπτωκότα φρονήματα και να εγείρει τις εν υπνώσει συνειδήσεις των εγγύς και των μακράν ισταμένων, υφαίνει αριστοτεχνικώς τον λόγο της γραφής περί της πολίτικης και ρωμαΐηκης παιδείας στην στεφανωμένη από τις θείες Μούσες των Γραμμάτων Κωνσταντινούπολη, γράφοντας τα εξής: « Η παιδεία του Γένους στην Πόλη θ’ αναφέρεται «Μεγάλη», γιατί είναι τίτλος τιμής της, που δόθηκε από μεγάλους. Και θ’ αναπνέει σε παρόμοια ατμόσφαιρα, όσο συλλειτουργείται με τη Μεγάλη Εκκλησία. Απ’ αυτήν γίνονται και οι φύλακες των Ιερών μεγάλοι, και οι παιδευτές του λόγου μεγάλοι. Και οι Άγιοι των Γραμμάτων μεγάλοι, και οι Διδάσκαλοι του Γένους μεγάλοι. Όπως και η κάθε ώρα της Ρωμηοσύνης μιά μεγάλη διάσταση ιδεατή. Και «υπό λύχνον αστέρος» και «εν φωτί μεσημβρίας».