Σελίδες

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο «ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΟΣ»: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΚΟΣΙΦΟΙΝΙΣΣΗΣ ΠΑΓΓΑΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΒαρθολομαΙος ο «ΣταυροπηγιακΟς»
ΠερΙ της ΙερΑς ΠατριαρχικΗς και ΣταυροπηγιακΗς
ΜονΗς ΥπεραγΙας ΘεοτΟκου ΕικοσιφοινΙσσης ΠαγγαΙου
·    Τιμητική ιστορική πατριαρχική γραφή του Κωνσταντινουπόλεως και Αρχιποίμενος των Εκκλησιαστικών Πατριαρχικών Επαρχιών των Νέων Χωρών Βαρθολομαίου Α΄στην του Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου Επετηρίδα (Ημερολόγιο) του σωτηρίου έτους 2018,  επί τη πανευφροσύνω επετείω της συμπληρώσεως 1500 ετών από της θαυμαστής ιδρύσεως της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζομένης Εικοσιφοινίσσης.
Ως ακατάλυτος και υπερβατικός του κτιστού χωροχρόνου ομφάλιος ζωτικός λώρος λογίζεται και τω όντι είναι η ιστορική, εκκλησιαστική, κανονική και πνευματική σύζευξη του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου των Πανορθοδόξων  Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά των ιερωτάτων στο διάβα των αιώνων και μέχρι τούδε σεβασμάτων αυτού, ήτοι των Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών στις Πατριαρχικές Εκκλησιαστικές Επαρχίες των Νέων Χωρών (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης, Νήσων του Αρχιπελάγους) και αλλαχού της ελλαδικής γης αλλά και απάσης της υφηλίου, οι οποίες αποτελούν κανονικό έδαφος της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας της πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και του εκάστοτε Πρωτοκαθηγουμένου αυτής Οικουμενικού Πατριάρχου ούτινος και μόνον αυτού το πάνσεπτο όνομα κανονικώς και εκκλησιαστικώς μνημονεύεται "εν απάσαις ταις θείαις λειτουργίαις, ιεραίς ακολουθίαις και λοιπαίς ιεροπραξίαις" ως του όντως μόνου και ενός Δεσπότου και Προστάτου αυτών ανά τους αιώνες και έως εσχάτων και τερμάτων αιώνος.

Ο Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυνος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαθολομαίος ως ο "Πάνυ ακατάβλητος και υπέρμαχος και αμύντωρ των προαιωνίων δικαίων" του πανσέπτου, Πρωτοϊσταμένου και Προκαθημένου των Πανορθοδόξων Οικουμενικού Θρόνου, "ουδέ κατ' ελάχιστον" απομακρυνόμενος από της ιεράς αυτής αποστολής και βαρυτίμου ευθύνης του, ήχθη στην θεόπνευστη και θεοκίνητη απόφαση ώστε η του Οικουμενικού Πατριαρχείου Επετηρίδα (Ημερολόγιο) για το σωτήριο έτος 2018 να υπομνηματίζει επετειακώς ένα μέγιστο και θαυμαστό ιστορικό εκκλησιαστικό και πνευματικό γεγονότος, το οποίο συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την ευλογημένη και πολυμαρτυρικώς αιματόβρεχτη πατριαρχική, αγιοτόκο και αγιοτρόφο, ελληνική Μακεδονική γη. Έτσι, ως αναγράφεται στην πατριαρχική ημερολογιακή έκδοση, η οποία ένεκα επετειακής τιμής προλογίζεται υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, «Η παρούσα επετηρίς του σωτηρίου έτους 2018 αφιερούται εις την κοσμούσαν την Μακεδονικήν γην αρχαίαν και ιστορικήν Ιεράν Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν Μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζομένης Εικοσιφοινίσσης, επί τη συμπληρώσει εφέτος 1500η επετείω από της κατά θαυμαστόν τρόπον ιδρύσεως αυτής».
Ως ιστάμενος αμεταθέτως «επί το πάθος το χρεωστικόν», όπως άλλοτε θεοπνεύστως έγραφε ο μυσταγωγικός κάλαμος του τηλαυγεστάτου Φαναρίου και της αειθαλούς πολίτικης Ρωμηοσύνης, αοίδιμος Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος (+2018), ο Αρχιδιάκονος και Πρωτοδιάκονος στην ευθύνη της Πανορθοδόξου Ενότητος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αναλογιζόμενος το από της αδεκάστου και απροσωπολήπτου ιστορίας αιώνων και ιεράς ανοθεύτου ορθοδόξου παραδοσεως και εν Χριστώ βιοτής βαρύτιμο σταυρικό φορτίο «του ηγείσθαι της Ορθοδοξίας», πάνυ εξομολογούμενος το «πρωτεύθυνον της πανορθοδόξου Οικουμενικής διακονίας» του, γράφει: «ιδιαιτέραν αισθανόμεθα την χαράν, προλογίζοντες και κατά το έτος τούτο, την εικοστήν έκτην έκδοσιν της Επετηρίδος (Ημερολόγιο) του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την πρωτοβουλίαν της εκδόσεως της οποίας ανελάβομεν από της εκλογής και αναρρήσεως ημών επί τον Αγιώτατον Αποστολικόν και Πατριαρχικόν Οικουμενικόν Θρόνον, από των βαθμίδων και της επάλξεως του οποίου καταβάλλομεν πάσαν την της ψυχής, της καρδίας, του νοός και της σκέψεως ημών ικμάδα ίνα ανταποκριθώμεν εις τας πολλαπλάς ευθύνας παραφυλακής και διαφυλάξεως ανεπιβουλεύτου της Θεόθεν διά των Αποστόλων του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού αποκαλυφθείσης και διαδοθείσης πίστεως, εν συνεχεία δε της δι' αποφάσεως Οικουμενικών Συνόδων κληροδοτηθείσης αυτώ και καταχυρωθείσης Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου θέσεως αυτού του ηγείσθαι της Ορθοδοξίας∙ του μεριμνάν διά την ευστάθειαν και κατά Θεόν διακονίαν των κατά τόπους Ορθοδόξων τοπικών Εκκλησιών, συμφώνως προς τα προβλεπόμενα υπό των θείων και ιερών κανόνων∙ του διακονείν την ειρήνην του σύμπαντος κόσμου και την σωτηρίαν των ορθοδόξων ψυχών».
Επειδή δε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενσαρκώνει και υποστασιοποιεί ως επόμενος τοις αοιδίμοις προκατόχοις αυτού, τα προαιώνια και απαραγράπτως αδιαπραγμάτευτα και ουδέ κατ' ελάχιστον απαραμείωτα κανονικά - εκκλησιαστικά δίκαια και προνόμια του Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Αποστολικού, Πατριαρχικού και Οικουμενικού Θρόνου, εν οις και τα επί των Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών αυτού όπου γης και απανταχού της Οικουμενικής, δύναται τω όντι προσφυώς να χαρακτηρισθεί ως ο «πάνυ Υπέρμαχος» των δικαίων του Πρώτου Θρόνου της Ορθοδοξίας και συνακολούθως ως «Βαρθολομαίος ο Σταυροπηγιακός», όπως «ιδίαις χερσί» γράφει: «κατά την διακονίαν ημών ταύτην, ιδιαιτέρως επεδόθημεν εις την προάσπισιν των κανονικών δικαίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν πάση τη δικαιοδοσία αυτού, μεταξύ των οποίων και του καθεστώτος των Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών, της θέσεως και των προνομίων αυτών, εν αις και η εορτάζουσα την 1500ήν επέτειον από της ιδρύσεως αυτής και εις ην αφιερούται η μετά χείρας έκδοσις περίπυστος και ιστορική Ιερά Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης, κείμενη εντός των ορίων της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας, ιστορικής Επαρχίας του Οικουμενικού ημών Πατριαρχείου».
Στην επετειακή Πατριαρχική γραφή αρχικώς γίνεται μνεία στις αρχές του μοναχισμού περί του οποίου ο φιλομόναχος Προκαθήμενος των Πανορθοδόξων αναφέρει ότι: «Αι αρχαί του μοναχισμού εν τη Ορθοδόξω ημών Εκκλησία ανάγονται, ως γνωστόν, εις τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνας. Άνθρωποι ευγενείς και αφωσιωμένοι εις τον Θεόν, αφέντες τα τερπνά και ηδέα του κόσμου, επέλεξαν την μακαρίαν τοις ερημικοίς ζωήν, πήξαντες τας καλιάς αυτών «ως στρουθία μονάζοντα επί δώρατος» (πρβλ. Ψαλμ. 101,8). «Και ούτω λοιπόν γέγονε και εν τοις όρεσι μοναστήρια, και η έρημος επολίσθη μοναχών, εξελθόντων από των ιδίων και απογραψαμένων την εν τοις ουρανοίς πολιτείαν»,  ως δογματίζει ο Μέγας Αθανάσιος εν τω βίω του Μεγάλου Αντωνίου».
Η υπό του Οσίου Γερμανού θεία παρεμβολή ανίδρυση της Ιεράς Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου της Αχειροποιήτου του Παγγαίου, της επονομαζομένης Εικοσιφοινίσσης, καταγράφεται υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου μετά πάσης ευλαβείας και πατρικής επιμελείας ως Δεσπότου και Προστάτου του εν τη Πατριαρχική Μακεδονική Ελληνική γη ιερωτάτου τούτου σεβάσματος της φιλοστόργου Μητρός Αγίας  Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ως ακολούθως: «Έν των μονυδρίων τούτων, και μάλιστα εκ των αρχαιοτέρων, υπάρχει και η Ιερά Μονή της Υπεραγίας  Θεοτόκου της Αρχειροποιήτου του Παγγαίου, η επονομαζομένη της Εικοσιφοινίσσης. Κατά την παράδοσιν, ο Επίσκοπος Φιλίππων Σώζων, μαρτυρούμενος μεταξύ των αγίων και Θεοφόρων Πατέρων της εν Χαλκιδόνι Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451), ανήγειρε το πρώτον μικρόν ναόν πλησίον της τοποθεσίας της σημερινής Ιεράς Μονής. Κτίτωρ αυτής όμως αναφέρεται ο Όσιος Γερμανός, όστις, ασκητεύων εν τη Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου παρά τω Ιορδάνη, είδε «θείαν τινά όψιν» άγγελον Κυρίου, ο οποίος «απαναστήναι μεν αυτόν εκείθεν, προς δε τα Ευρώπης απελθείν μέρη διακελεύσεται, κακεί νεών εξ αυτών κρηπίδων  ανεγείραντα παρά τινι των ανά την Μακεδονίαν ορέων, αποτάξαι τούτον τη Θεομήτορι» (Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου Κυράτσου, Βίος και πολιτεία του Οσίου Γερμανού, Δράμα 1980). Ο Όσιος Γερμανός, λαβών παρά του εμφανισθέντος αυτώ αγγέλου την διαβεβαίωσιν περί της θείας καθοδηγήσεως και βοηθείας προς ανέγερσιν του Οίκου της Θεομήτορος επί τω όρει τω πλησίον της Χριστουπόλεως της Μακεδονίας, ανεχώρησε προς εκπλήρωσιν της εντολής «τω του Θεού προστάγματι πειθαρχών».
Όντως δε ο άγγελος υπέδειξεν αυτώ  τόπον δυσάντηνον, τον ορισθέντα Θεόθεν διά την ανέγερσιν της Ιεράς ταύτης Μονής της Εικοσιφοινίσσης, εις τον οποίον ο ευλαβής Γερμανός ήρξατο τας εργασίας, παρ' ότι εγνώριζεν ότι δεν διέθετε ούτε τας δυνάμεις ούτε τα υλικά προς τούτο μέσα. Κατά την εκσκαφήν όμως του σημείου, εις το οποίον επρόκειτο να θέση τα θεμέλια της Μονής, «ορά θείον εκτύπωμα σταυρικόν», αποτελούν θαυμαστήν  επιβεβαίωσιν ενισχυθείσαν και διά της ευρέσεως και δευτέρου σταυρού, συμφώνως τω βίω αυτού, θαυματουργούντος και θεραπεύοντος τας ασθενείας και τα πάθη των προστρεχόντων εις προσκύνησιν αυτών.
Ο Όσιος Γερμανός, στηριζόμενος και αίρων τον σταυρόν του Πατριαρχικού Σταυροπηγίου τούτου, μετέτρεψε χάριτι θεία «την ερημίαν» εις «πολιτείαν… πνευματικήν,… την «άβατον», εις «βάσιμον πάσι τοις διψώσι την εαυτών σωτηρίαν», την «ξηράν και άνικμον πρώην» εις «ποταμόν… πνευματικών διδαγμάτων» εις κατοικητήριον τερπνόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία διά της αχειροποιήτου αυτής εικόνος, της θησαυριζομένης εν τη Ιερά Μονή, θαυματουργεί και παρέχει χάριν ζείδωρον εις πάντας τους εν πίστει εις το ιερόν τούτο τέμενος αυτής προστρέχοντας.
Ούτως, ο Όσιος Γερμανός κατέστη ο πρώτος κτίτωρ της Ιεράς  Μονής, αναθείς ταύτην εις την προστασίαν της ιεράς και αχειροποιήτου θεομητορικής εικόνος, εις θαύμα της οποίας, κατά μαρτυρίαν του Πρωτοσύγκελλου της Ιεράς Μητροπόλεως Ξάνθης Χρυσάνθου (1780), οφείλεται η ονομασία Εικοσιφοίνισσα, καθώς η εικών κατά διαστήματα ανέδιδεν εν φοινικούν, πορφυρούν, φως».
Ο ακατάλυτος ιστορικός, πνευματικός και κανονικός ομφάλιος λώρος της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Υπεραγίας της Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου μετά της φιλοστόργου τροφού αυτής Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας ενεδυναμώθη περισσότερο όταν κατά τον ΙΕ΄ αιώνα εγκατεβίωσε σε αυτή ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Α΄.
Περί του γεγονότος αυτού ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος γράφει επισταμένως ότι: «αι παλαιότεραι αρχαιολογικαί μαρτυρίαι περί της Ιεράς ταύτης Μονής χρονολογούνται περί τον Ι΄ αιώνα, αι δε γραπταί προέρχονται από των αρχών της εκεί εγκαταβιώσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου Διονυσίου Α΄, τόσον μεταξύ των δύο πατριαρχιών αυτού (1467-1471 και 1488-1490), όσον και μετά την οριστικήν παραίτησιν αυτού από του Οικουμενικού Θρόνου, δωρησαμένου εις την βιβλιοθήκην της Ιεράς Μονής χειρογράφου, κώδικας και παροτρύναντος τους εγκαταβιούντας εν αυτή πολυπληθείς μοναχούς εις την αντιγραφήν νέων κωδικών, πλουτίσαντος τοιουτοτρόπως την βιβλιοθήκην και συμβαλόντος εις την πνευματικήν ανύψωσιν αυτών.
Η παρουσία του πρώην Οικουμενικού Πατριάρχου συσφίγγει έτι περαιτέρω τον σύνδεσμον της Ιεράς Μονής μετά της Μητρός Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία διά Πατριαρχικών Σιγιλλίων και Συνοδικών Γραμμάτων αναγνωρίζει τα δικαιώματα και την περιουσίαν αυτής ήδη από της εποχής του Οικουμενικού Πατριάρχου Συμεών Α΄ του Τραπεζουντίου (1474). Η σχέσις αύτη μετά της Μητρός Εκκλησίας επιβεβαιούται και κατά τους επομένους αιώνας δι' ικανού αριθμού πατριαρχικών εγγράφων, απευθυνομένων προς την Ιεράν Μονήν και αφορώντων εις ποικίλα θέματα της λειτουργίας αυτής».
Πολύπλαγκτος και πολύστροφος υπήρξε ο ιστορικός βίος του ιερωτάτου και παλαιφάτου αυτού Πατριαρχικού Σταυροπηγίου της Μακεδονικής γης, το οποίο άλλοτε εβίωνε περιόδους δεινών δοκιμασιών και περιπετειών και άλλοτε κατέγραφε χρυσές σελίδες πνευματικής ακτινοβολίας και ανυψώσεως. Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος αναφερόμενος στην ιστορική πορεία της υπό την κανονική δικαιοδοσία αυτού Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής καταγράφει ότι: «παρά την ολοκληρωτικήν καταστροφήν της Ιεράς Μονής κατά το έτος 1507 υπό αλλοφύλων, αύτη ανακάμπτει βοηθουμένη υπό των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και διέρχεται κατά τους επομένους αιώνας περίοδον μεγάλης ακμής και πνευματικής ακτινολοβίας εις την ευρυτέραν περιοχήν της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ως διαπιστούται εκ των αφιερωματικών και βιβλιογραφικών σημειωμάτων των χειρογράφων κωδίκων αυτής, των εγγράφων και των εκκλησιαστικών αντικειμένων των τεθησαυρισμένων εν αύτη, συμβάλλουσα διά της παρουσίας της εις την διατήρησιν και τόνωσιν της πίστεως και της αυτοσυνειδησίας των Χριστιανών κατοίκων της περιοχής.
Η άνθησις κατά τους συγκεκριμένους αιώνας αντικατοπτρίζεται και εις τας διαρκείς ανακαινίσεις της Μονής, την αντικατάστασιν του τέμπλου (1771-1802), την ανέγερσιν νέου καθολικού και την αγιογράφησιν αυτού (1837-1847). Δυστυχώς, μετά το δεύτερον ήμισυ του ΙΘ΄ αιώνος η Ιερά Μονή καταστρέφεται εν μέρει εκ πυρκαϊάς και ερημούται εξ αιτίας επιδημικής τινός νόσου. Αι συμφοραί αύται οδηγούν και εις οικονομικήν παρακμήν, εις την οποίαν έρχεται αρωγός ο Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος Η΄ (1891-1894), πρώην μαθητής της Σχολής της Ιεράς Μονής».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ουδόλως παραλείπει και ιδιαιτέρα μνεία ποιεί διά της εμπεριστατωμένης και τεκμηριωμένης επετειακής γραφής αυτού στα όσα πλείστα πάνδεινα υπέστη η παλαίφατος και περίπυστος Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Εικοσιφοινίσσης υπό των εθνοφυλετιστών (εθνικιστών) Βουλγάρων κατακτητών κατά τη διάρκεια του Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Βουλγαρικός στρατός εν πολλοίς απεγύμνωσε ως «κοινός κλέφτης» την ειρημένη Ιερά Πατριαρχική Μονή, καθώς και άλλες Ιερές Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές της Μακεδονίας και Θράκης (π.χ. την Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών) από τις δεκάδες πολύτιμα ιερά εκκλησιαστικά κειμήλια και τιμαλφή αυτών, τα οποία έκτοτε παρανόμως φυλάσσονται στο βουλγαρικό κράτος, τη αντικανονική και αντιεκκλησιαστική προκλητική επευλογία και ανοχή της θυγατρός εν Βουλγαρία Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Περί πάντων τούτων, στην μετ’ αληθείας γραφείσα, άνευ φόβου και πάθους, πατριαρχική γραφή, καταγράφονται τα κάτωθι: «Την δυσχερή κατάστασιν, εις την οποίαν είχε προέλθει η Μονή, επιτείνει η εισβολή του βουλγαρικού στρατού κατά το έτος 1917. Παρά την θαυμαστήν σωτηρίαν της αχειροποιήτου εικόνος της Υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία απέκρουσε τους στρατιώτας, εισελθόντας εις το Καθολικόν διά να την αφαιρέσουν, ρίψασα μάλιστα ένα εξ αυτών νεκρόν εις το δάπεδον, οι λοιποί δεν εδίστασαν να αφαιρέσουν όλον τον πλούτον της Ιεράς Μονής, χειρογράφους Κώδικας, εκκλησιαστικά σκεύη και κειμήλια και να μεταφέρουν ταύτα εις Βουλγαρίαν, μεταξύ των οποίων και τον ευρισκόμενον σήμερον εις το καθολικόν της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου της Ρίλας Αρχιερατικόν Θρόνον… παρόμοιον καταστροφήν υφίσταται η Μονή και κατά τον Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον, ότε και πάλιν οι Βούλγαροι εισέβαλον εις αυτήν, εσφαγίασαν τους μοναχούς και επυρπόλησαν αυτήν, δεν εύρον όμως ευτυχώς την θαυματουργόν εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποίαν είχον προλάβει να διαφυλάξουν οι ευσεβείς κάτοικοι της πλησιοχώρου Νικήσιανης».
Όταν κατά το έτος 2015 ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος επραγματοποίησε επίσημη εκκλησιαστική επίσκεψη στην θυγατέρα εν Βουλγαρία Ορθόδοξη Εκκλησία άνευ ασαφούς διπλωματικής γλώσσης, λεκτικών περιστροφών, φόβους ή δειλίας, συστολής ή ραγιαδισμού, έθεσε ευθέως και ανδροπρεπώς τόσο προς την πολιτική όσο και προς την εκκλησιαστική ηγεσία της Βουλγαρίας, το φλέγον και ακανθώδες ζήτημα της επιστροφής των παρανόμως αφαιρεθέντων ή μάλλον κλαπέντων πολυτίμων ιστορικών εκκλησιαστικών ιερών κειμηλίων και τιμαλφών της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Παγγαίου και άλλων τινών Μονών της Ελληνικής Μακεδονικής και Θρακικής γης (π.χ. της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου Σερρών), επειδή ακριβώς οι εν Βορείω Ελλάδι Ιερές Πατριαρχικές Μητροπόλεις και Ιερές Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές αποτελούν τους μόνους και αδιαμφισβήτητους, νομικώς και ιστορικώς,  φυσικούς ιδιοκτήτες τους, λέγοντας χαρακτηριστικά: «εμείς ιδιαίτερα προσευχόμαστε για την επιστροφή των ιερών κειμηλίων της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας στο Όρος Παγγαίο και της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες καθώς και άλλοι ιεροί χώροι, που έπεσαν θύματα ληστείας και είναι ασφαλώς αμαρτία ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων».
Η ανάγνωση της ως άνω σαφούς, ρητής και άνευ αστερίσκων και παραπομπών ανυποκρίτου και γενναιόφρονος δηλώσεως και απαιτήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ως Δεσπότου και Προστάτου των Ιερών όπου γης και απανταχού Πατριαρχικών Σταυροπηγίων της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ιδιαζόντως δε των ευρισκομένων στις Πατριαρχικές Ιερές Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, επαληθεύει στον απολύτως απόλυτο βαθμό τον θεοπνεύστως διατυπωθέντα πλέον σαφή, ακριβή και περιεκτικό ορισμό, ο οποίος είναι καταγεγραμμένος στον Νομικόν Βιβλίον «Επαναγωγή» Βασιλείου Μακεδόνος και Λέοντος Σοφού, όπου αναγιγνώσκουμε: «Τί εστί Πατριάρχης; Ο Πατριάρχης εστίν εικών ζώσα Χριστού και έμψυχος, δι' έργων και λόγων χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν. Τέλος αυτώ, οι των καταπεπιστευμένων ψυχών της εκδικήσεως των δογμάτων λαλείν ενώπιον Βασιλέως και ουκ αισχύνεσθαι».
Ναι! Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ελάλησε «ενώπιον Βασιλέως», ήτοι ενώπιον της πολιτικής ηγεσίας της Βουλγαρίας, προβάλλοντας και υπερασπιζόμενος το δίκαιο και την αλήθεια για τα αυτονόητα, ότι δηλαδή τα ιερώτατα ιστορικά εκκλησιαστικά κειμήλια και τιμαλφή της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου και των λοιπών Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών εν Μακεδονία και Θράκη Μονών θα πρέπει να επιστραφούν πάραυτα στους φυσικούς ιδιοκτήτες τους και στον ιστορικά και λειτουργικά φυσικό χώρο τους, ο οποίος είναι μόνον οι ειρημένες Ιερές Μονές των Πατριαρχικών Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών.
Η γενναιόφρων και ασυμβίβαστη πρωθιεραρχική στάση του Οικουμενικού Πατριάρχου ως Δεσπότου και Προστάτου των Ιερωτάτων Πατριαρχικών Σταυροπηγίων καθίσταται πρόξενος μιάς αναποδράστου και αναποφεύκτου μνημονιακής αναγωγής - τοις έχουσι μνήμην - ενός στιγμιαίου και καταγεγραμμένου ιστορικού γεγονότος, το οποίο έχει ως εξής: Όταν ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ευρέθη κατά τον Σεπτέμβριο του 2014 στις πατριαρχικές εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου εν Θράκη, προέβη σε βαρυσήμαντη δήλωση ιστορικής αληθείας σφραγίζοντας εφάπαξ τα απύλωτα στόματα ενίων αγνωμόνων και ανιστορήτων αντιπατριαρχικών και φαναριομάχων ελλαδιτών, οι οποίοι από καιρού εις καιρόν αποπειρώνται να θέσουν εν αμφιβόλω - ματαίως και ανεπιτυχώς - τα απαράγραπτα και αδιαπραγματεύτως απαραμείωτα κανονικά δίκαια της πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας στις εκκλησιαστικές επαρχίες αυτής εν Μακεδονία και Θράκη.
Ο Πατριάρχης του Γένους ως η απολύτως μόνη κανονική εκκλησιαστική, πνευματική και διοικητική κεφαλή των πατριαρχικών εκκλησιαστικών επαρχιών των  λεγομένων Νέων Χωρών εδήλωσε τα αυτονόητα προς τους εγγύς και μακράν φέροντες επιτηδείως το προσωπείο των ψευδαδέλφων, λέγων:
«Μας ερώτησε κάποιος, κατά τρόπον προκλητικόν, προ τινών ετών: Παναγιώτατε, έχετε την Διασπορά. Διατί θέλετε και τας Νέας Χώρας; Και απηντήσαμεν αμέσως και ευθέως: Διότι μας ανήκουν. Ανήκουν εις την Μητέρα σας μαρτυρικήν Εκκλησίαν, η οποία έδωσε το αίμα της δι' αυτάς, διά να μείνουν επαρχίαι ελληνικαί∙ τας επροστάτευσε κατά τον Μακεδονικόν Αγώνα και πάντοτε, διαχρονικώς. Αποτελούν αναπόσπαστον τμήμα της πνευματικής και κανονικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Η σχέσις μας δεν είναι ποσώς εθιμοτυπική, είναι πολλώ μάλλον ευχαριστιακή, λειτουργική».  Επί δε της ως άνω ηχηράς και αποστομωτικής ταύτης πατριαρχικής απαντήσεως, η οποία έχει διαχρονική ισχύ «erga omnes» (=έναντι πάντων), περιττεύει πας έτερος ημέτερος σχολιασμός.
Η επετειακή τιμητική γραφή του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου διά της οποίας προλογίζεται η του έτους 2018 Επετηρίς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποτελεί τω όντι ιστορική γραφή επί τη συμπληρώσει 1500 ετών από της ιδρύσεως της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου της Εικοσιφορνίσσης Παγγαίου, καταγράφεται «πατριαρχική χειρί» η πνευματική πανευφρόσυνος χαρά της φιλοστόργου τροφού Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, διότι: «Χάριτι όμως θεία και ευλογία της εφόρου και προστάτιδος αυτής Υπεραγίας Θεοτόκου και της θαυματουργού και αχειροποιήτου αυτής εικόνος, η παλαίφατος αύτη και ιστορική Μονή ανεκαινίσθη και πάλιν κατά το έτος 1967 δι' ατρύτων προσπαθειών της νέας Ιεράς Αδελφότητος και της αμερίστου συμπαραστάσεως του αειμνήστου Μητροπολίτου Δράμας κυρού Διονυσίου και τους ευσεβούς κλήρου και λαού της Ιεράς Μητροπόλεως και των ευλαβών προσκυνητών, μετατραπείσα συγχρόνως εξ ανδρώας εις γυναικείον ώστε να δύναται αύτη μεν χαίρουσα να εορτάζη κατά το τρέχον έτος την συμπλήρωσιν 1500 ετών από της συστάσεώς της, η δε Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία να σεμνύνηται διά την Ιεράν ταύτην Πατριαρχικήν και Σταυροπηγιακήν Μονήν, την ανατεθειμένην εις την κραταιάν προστασίαν της Κυρίας Θεοτόκου και διά την προσφοράν αυτής εν τω παρελθόντι και εν τω παρόντι εις την Εκκλησίαν και εις το ευσεβές ημών Γένος».
Ως κατακλείδα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποστέλλει πολλαπλά σαφή και αδιαμφισβήτητα εκκλησιαστικά μηνύματα τοις εγγύς και τοις μακράν, ημετέροις και αλλοτρίοις, κατά τα λοιπά ομοδόξοις, γράφων: Δεόμεθα δε όπως η επέτειος αύτη, τιμωμένη και διά της Επετηρίδος του Οικουμενικού ημών Πατριαρχείου, αποτελέση ευκαιρίαν διά την αποκατάστασιν της γενομένης αδικίας και την επιστροφήν των προ εκατόν ετών αρπαγέντων ιερών κειμηλίων και χειρογράφων της Μονής εκ της ομοδόξου Βουλγαρίας. Προς την Αγιωτάτην Ορθόδοξον αυτής Εκκλησίαν και τον Προκαθήμενον αυτής, καθώς και προς την έντιμον Κυβέρνησιν της χώρας απευθύνομεν και αύθις ιδιαιτέραν παράκλησιν, όπως μιμηθώσι το αξιοζήλευτον παράδειγμα της εν Σικάγω Λουθηρανικής Σχολής και αποδώσωσιν εν καιρώ ειρήνης τα υπεξαιρεθέντα εν καιρώ πολέμου ιερά κειμήλια εις την δικαιούχον Ιεράν Μονήν.
Εν τη προσδοκία ταύτη και τη διαβεβαιώσει ότι ο πανίερος Οικουμενικός Θρόνος ου παύσεται εις τον αιώνα διαφυλάσσων τα Πατριαρχικά και Σταυροπηγιακά κανονικά δικαιώματα της Ιεράς ταύτης Μονής και κληρουχίας αυτού, διεκδικών την επιστροφήν των υπεξαιρεθέντων κειμηλίων αυτής και περιθάλπων αυτήν ως αετός τα  νοσσία αυτού, συγχαίρομεν εαυτούς και αλλήλους επί τη επετείω και ευλογούμεν πάντας τους εντευξομένους εις την μετά χείρας Επετηρίδα, την βίβλον της ενεστώσης πορείας και μαρτυρίας της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, επικαλούμενοι επί πάντας την χάριν και το άπειρον Έλεος του Θεού, Ω «η σωτηρία και η δόξα και η δύναμις… ότι αληθιναί και δίκαιαι αι κρίσεις αυτού» (Αποκ. 19, 1-2). Αμήν».

Υ.Γ.: Το παρόν κείμενο αφιερούται πάνυ ευλαβώς στους αοιδίμους Οικουμενικούς Πατριάρχες Κωνσταντίνο Ε΄ και Ιωακείμ Γ΄, καθώς και σε όλους τους Πατριαρχικούς Φαναριώτες Μητροπολίτες, οι οποίοι αγώσι και αίματι ηνάλωσαν εαυτούς υπέρ της Πατριαρχικής Ελληνικής Γης της Μακεδονίας και Θράκης.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ