Σελίδες

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

CAUSA HONORIS - ΑΝΤΙΠΕΛΑΡΓΗΣΗ : ΣΤΙΛΠΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (1887-1964) - Ο ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
CAUSA HONORIS
ΑΝΤΙΠΕΛΑΡΓΗΣΗ
ΣΤΙΛΠΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (1887-1964)
Ο ΑΚΑΜΑΤΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
·        Ο φιλόμουσος και μεγάτιμος γόνος της Κομοτηνής ο οποίος τίμησε και δόξασε τη Θράκη.
·        Μνημοσύνη Πεντηκονταπέντε ετών από τον θάνατό του (1964-2019).
Ο όρος «αντιπελάργηση» είναι ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό και σημαίνει την εκ μέρους των παίδων αντιδωρεά, την ανταπόδοση, των ευεργεσιών και της οφειλομένης φροντίδος προς τους γέροντες γονείς τους. Τον συγκεκριμένο όρο που αφορά στην φροντίδα των νέων και ακμαίων πελαργών προς τους ηλικιωμένους και ασθενικούς γονείς τους, χρησιμοποιεί ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος προσδιορίζει με μια μοναδική γλαφυρή και παραστατική περιγραφή το εννοιολογικό περιεχόμενό του ως εξής: «Οι πελαργοί, όταν ο γονιός τους γυμνωθεί τελείως από τα φτερά, επειδή όταν γεράσει, αρχίζουν και πέφτουν, τον τοποθετούν ανάμεσά τους και τον ζεσταίνουν με τα δικά τους φτερά. Και του ετοιμάζουν άφθονο φαγητό, και τον βοηθούν, όσο είναι δυνατόν, όταν πρέπει να πετάξει, σηκώνοντάς τον απαλά με τη φτερούγα τους, πότε ο ένας εκ δεξιών και πότε ο άλλος εξ αριστερών. Και τούτο είναι πασίγνωστο, ώστε μερικοί και την ανταπόδοση αυτή των ευεργεσιών να την ονομάζουν «αντιπελάργηση».

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΟΡΙΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΝ ΚΡΗΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
 ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΟΡΙΟΘΕΤΕΙ ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ
      Η Εκκλησία οφείλει έναντι των ανθρώπων εν παντί χρόνω και τόπω να δίδει την μαρτυρία της «παντί τω αιτούντι» χωρίς δειλία, φόβο και ανασφάλεια για την Αλήθεια και την εν Χριστώ πρόταση ζωής την οποία η ίδια βιώνει οντολογικά ως «Σώμα Χριστού». Η Εκκλησία δεν είναι ένα ένδοξο απολίθωμα του δαφνοστεφανωμένου παρελθόντος της για να εκτίθεται ως «ιερόν έκθεμα» σε κάποιο ιστορικό μουσείο όπου οι «λεπτολογούντες και ειδήμονες» θα παρελθοντολογούν, διότι ακριβώς δεν είναι - δεν πρέπει να είναι και να καταντήσει - μία ακατάσχετη παρελθοντολογία, αφού πρωτίστως είναι οντολογία και εσχατολογία εν Χριστώ ζωή.
Το μέγα και αδυσώπητο ερώτημα το οποίο περισσότερο παρά ποτέ στη σύγχρονη εποχή είναι επίκαιρο, αφορά στο κατά πόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «εν Χριστώ οντολογία και εσχατολογία» απαντά – μπορεί ή είναι σε θέση να απαντήσει – στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα του βιούντος  την «οντολογική αυτοανυπαρξία» και τον «αυτομηδενισμό» συγχρόνου ανθρώπου της μεταμοντέρνας και μετανεωτερικής εποχής, όπου τα «ψευδοείδωλα» του κόσμου τούτου κατακρημνίζονται και τα πάντα  όχι «καινά», αλλά «κενά» γίνονται.