Γράφει
ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
NΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑ
ΕΛΛΑΔΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ
· Η ηθελημένη άγνοια και η καταπάτηση
των παραδεδομένων οδηγούν σε αυθαιρεσίες και παραδοξότητες…
Αφορμή για την δημοσίευση του παρόντος εξειδικευμένου ίσως περιεχομένου άρθρου απετέλεσε το γεγονός ότι από ετών σε πολλές περιπτώσεις ακούμε και διαβάζουμε τα πλείστα όσα αυθαίρετα συμβαίνουν σε νομοκανονικό και λειτουργικό επίπεδο στην Εκκλησία της Ελλάδος, τα οποία όχι μόνο συντελούνται κατά το δοκούν αλλά και καθιερώνονται ως νομοκανονικώς, εκκλησιολογικώς και λειτουργικώς ορθά.
Το
έτος 1833 με αντικανονικό, αντεκκλησιαστικό και πραξικοπηματικό τρόπο
ανεκηρύχθη, χωρίς την προβλεπόμενη διαδικασία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο,
το λεγόμενο «αυτοκέφαλο» της εν Ελλάδι Εκκλησίας, ύστερα από την πίεση που
ασκούσαν προς τούτο οι Βαυαροί του Όθωνος και ο γνωστός πολέμιος του Οικουμενικού
Πατριαρχείου Αρχιμ. Θεόκλητος Φαρμακίδης. Μετά από 17 συναπτά έτη, το έτος
1850, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αφού προηγουμένως οι Ελλαδίτες Ιεράρχες
εξέφρασαν την «μετάνοιά τους», παρεχώρησε επί κανονικής βάσεως και εξ αρχής το «αυτοκέφαλο» καθεστώς στην Ελλαδική
Εκκλησία, η οποία μέχρι τότε ήταν σχισματική και αντικανονική.
Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 με τον οποίο παρεχωρήθη το
«αυτοκέφαλο» καθεστώς δεν ορίζει ωστόσο ότι ο εκάστοτε Μητροπολίτης Αθηνών
είναι ο «προκαθήμενος», αλλά ούτε και
εξ απόψεως ιεροκανονικής και εκκλησιολογικής ο «πρώτος» εν τη Εκκλησία της Ελλάδος. Είναι συνεπώς απολύτως αντικανονική
και αντεκκλησιολογική η προσφώνηση ή η επίσημη καταγραφή σε ιερά εκκλησιαστικά
και συνοδικά κείμενα του όρου «προκαθήμενος»
ή «πρώτος». Τούτο δε διότι σαφώς, ρητώς και κατηγορηματικώς στο κείμενο του
Πατριαρχικού και Συνοδικού τόμου του 1850 δεν ορίζεται ως ανωτάτη και υπερτάτη
εξ απόψεως κανονικής και εκκλησιολογικής αρχή στην εν Ελλάδι Εκκλησία κάποιο
μεμονωμένο φυσικό πρόσωπο, δηλαδή ο εκάστοτε Μητροπολίτης Αθηνών, αλλά ότι «προκαθήμενη» και «πρώτη» κεφαλή είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της
Ελλάδος.
Ο
δε Μητροπολίτης Αθηνών απλώς προεδρεύει τόσο της Δωδεκαμελούς Διαρκούς Ιεράς
Συνόδου (Μικρή Σύνοδος) όσο και της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (Μεγάλη
Σύνοδος) της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το κείμενο του Τόμου ορίζει σαφέστατα: «…η
εν τω Βασιλείω της Ελλάδος Ορθόδοξος Εκκλησία… υπάρχη του λοιπού κανονικώς
αυτοκέφαλος, υπερτάτην εκκλησιαστικήν αρχήν γνωρίζουσα Σύνοδον διαρκή,
συνισταμένην εξ αρχιερέων, προσκαλουμένων αλληλοδιαδόχως κατά τα πρεσβεία
χειροτονίας, πρόεδρον έχουσαν τον κατά καιρόν ιερώτατον Μητροπολίτην Αθηνών…».
Από
τα παραπάνω γίνεται αμέσως και ευθέως αντιληπτό ότι ο εκάστοτε Αθηνών είναι
απλώς ένας Επίσκοπος και Μητροπολίτης, «ίσος
μεταξύ ίσων», όπως και οι λοιποί Μητροπολίτες της εν Ελλάδι Εκκλησίας και
απλώς προεδρεύει των δύο Συνόδων, Μικρής (Διαρκής Σύνοδος) και Μεγάλης (Σύνοδος
της Ιεραρχίας). Είναι δε ο Αθηνών Συνοδικός Πρόεδρος επειδή μόνο και μόνο
ποιμαίνει Μητρόπολη της πρωτευούσης του κράτους πόλεως των Αθηνών. Εάν δηλαδή για
παράδειγμα η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε την έδρα αυτής στην
Κομοτηνή, δεν θα προήδρευε της Συνόδου ο Αθηνών, αλλά ο Μαρωνείας.
Είναι
συνεπώς τελείως αυθαίρετο και άτοπο να προσφωνείται ο εκάστοτε Αθηνών ως «προκαθήμενος» ή ως «πρώτος» και τούτο διότι ο μόνος «προκαθήμενος» και ο μόνος «πρώτος»
του ενός και ενιαίου γένους των Ρωμιών ήταν και παραμένει ο πρωτεπίσκοπος και πρωθαρχιερεύς της κατ’
ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο εκάστοτε Οικουμενικός Πατριάρχης.
Ως
συνέπεια των ως άνω έχουμε ένα φυσικό πρόσωπο ως «πρώτον» και «προκαθήμενον»
του Γένους μας, που ήταν και είναι ο εκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ειδικά
στην εν Ελλάδι Εκκλησία «προκαθημένη»
αρχή είναι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, την οποία σε κάθε Θεία Λειτουργία
μνημονεύουν οι Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος και εκείνοι των Νέων Χωρών
(Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, Νήσοι Αρχιπελάγους), όπου όμως μνημονεύεται πρώτο το
όνομα του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου. Το όνομα του εκάστοτε Μητροπολίτου
Αθηνών στις εκκλησιαστικές επαρχίες της παλαιάς Ελλάδος της Ελλάδος (Στερεά,
Πελοπόννησος, Θεσσαλία, Ιόνια νησιά), επειδή ακριβώς δεν είναι «προκαθήμενος»
και «πρώτος» της Εκκλησίας, δεν μνημονεύεται από τους αρχιερείς στη Θεία
Λειτουργία, αλλά αυστηρώς μνημονεύεται, όπως προαναφέραμε, μόνο η Ιερά Σύνοδος,
όπως σαφώς ορίζει ο Πατριαρχικός και Συνοδικός τόμος του 1850, ο οποίος
αναφέρει: «…ίνα του λοιπού μνημονεύηται υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων εν ταις
ιδίαις επαρχίαις ιερουργούντων…».
Εξάλλου,
χάριν της ιστορίας, θα πρέπει ν’ αναφέρουμε ότι μέχρι το 1923 ο Επίσκοπος
Αθηνών ονομάζετο απλώς Μητροπολίτης, αλλά μετά το 1923, όταν Μητροπολίτης
Αθηνών ήταν ο Χρυσόστομος Β΄ Παπαδόπουλος (1922-1938), τελείως αντικανονικά και
αυθαίρετα άρχισε να χρησιμοποιείται τόσο ο όρος «Αρχιεπίσκοπος» όσο και ο όρος «πάσης
Ελλάδος», που όμως δεν έχουν καμία απολύτως αξία και κανένα κανονικό και
εκκλησιολογικό αντίκρισμα, αφού ούτε «προκαθήμενος» και «πρώτος» είναι, ούτε
μνημονεύεται από κανέναν Μητροπολίτη στη Θεία Λειτουργία, αλλά, κυρίως, διότι
όλες οι Μητροπόλεις της ελληνικής επικράτειας δεν ανήκουν στο «αυτοκέφαλο» διοικητικό καθεστώς της εν
Ελλάδι Εκκλησίας. Η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, το Άγιον Όρος και οι Νέες Χώρες
(Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νήσοι αρχιπελάγους) ανήκουν στην δικαιοδοσία του
Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνεπώς ο όρος «πάσης Ελλάδος» είναι απλώς
διακοσμητικός και ανούσιος. Εάν μάλιστα θέλαμε να είμαστε απολύτως ακριβέστεροι,
θα έπρεπε ο εκάστοτε Αθηνών να μην προσφωνείται «Μακαριώτατος», αλλά «Σεβασμιώτατος».
Στις εκκλησιαστικές επαρχίες των Νέων Χωρών
καμία Μητρόπολη δεν ιδρύεται, δεν καταργείται ή δεν διχοτομείται, εάν δεν
υπάρξει σχετική πατριαρχική και συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
ενώ απαγορεύεται και το λεγόμενο «μεταθετόν»
των Ιεραρχών πλην ελαχίστων εξαιρέσεων για λόγους ιδιαιτέρως εκτάκτους. Το ίδιο
ισχύει και για τον τίτλο και την «Φήμη» των
Μητροπολιτών που ποιμαίνουν κάποια Μητρόπολη των Νέων Χωρών. Είναι συνεπώς
απολύτως αβάσιμη και αυθαίρετη η προσθήκη στην «Φήμη» κάποιου Μητροπολίτου των Νέων Χωρών έστω και της παραμικρής
φράσεως χωρίς ανάλογη συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Σε κάθε
περίπτωση πάντως οι όποιες τέτοιες ή άλλες ποικίλες αλλαγές μπορούν κάλλιστα να
επέλθουν κατόπιν σχετικής συνοδικής αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
διότι άλλο πράγμα είναι να έχει καθιερωθεί κάτι αυθαιρέτως προφορικά και άλλο
πράγμα να καθιερώνεται κάτι κατόπιν επισήμου και εγκύρου γραπτής πατριαρχικής συνοδικής
αποφάσεως.
Για
παράδειγμα ενθυμούμεθα ότι παλαιότερα η «Φήμη»
του εκάστοτε Μητροπολίτου Μαρωνείας, αν και σήμερα έχει πλέον τροποποιηθεί,
σύμφωνα με το «Συνταγμάτιο» του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ήταν η εξής: «… (όνομα εκάστοτε Μητροπολίτου) του
Σεβασμιωτάτου και Θεοπροβλήτου Μητροπολίτου της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Μαρωνείας
και Κομοτηνής, Υπερτίμου και Εξάρχου Ροδόπης…». Δυστυχώς όμως ορισμένοι κληρικοί
και ιεροψάλτες της Μητροπόλεως τελείως αυθαίρετα έψαλλαν την φήμη αλλοιωμένη ως
εξής: «…Υπερτίμου και Εξάρχου πάσης
Ροδόπης…». Επρόκειτο για αντικανονική αυθαιρεσία, διότι ως «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Ροδόπης…» έχει
την «Φήμη» αυτή μόνον ο εκάστοτε Μητροπολίτης
Διδυμοτείχου και φυσικά ο όρος «Ροδόπη» στην
«Φήμη» του εκάστοτε Μητροπολίτου Μαρωνείας
όταν συντάχθηκε κατά τον 18ο αι. από το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν
εννοούσε βέβαια το «Νομό Ροδόπης»,
αφού τότε η έκταση της Μητροπόλεως Μαρωνείας περιελάμβανε τον τότε Καζά
Γκιουμουλτζίνας και την γεωγραφική έκταση μέχρι τις σημερινές Φέρρες του Ν.
Έβρου, καθώς και τα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη.
Αλλά
και τότε ακόμη η Μητρόπολη ονομάζετο «Μητρόπολη
Μαρωνείας» και όχι «Μητρόπολη
Μαρωνείας και Θάσου», όπως ορισμένοι άκρως ανιστορήτως και εσφαλμένως υποστηρίζουν.
Το κυριότερο μάλιστα είναι ότι ουδέποτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε
τροποποιήσει την «Φήμη» του εκάστοτε
Μαρωνείας για να ψάλλεται εσφαλμένα και αυθαίρετα ως «πάσης Ροδόπης».
Σημειωτέον
δε ότι η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας μετονομάσθηκε σε Μητρόπολη Μαρωνείας και
Κομοτηνής επί των ημερών της αρχιερατείας του αοιδίμου Μητροπολίτου Μαρωνείας
Τιμοθέου Ματθαιάκη (1954-1974), κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτού και σχετικής
συνοδικής αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το
γεγονός ότι ο αοίδιμος Μητροπολίτης Μαρωνείας Βασίλειος (1940-1952) συνήθιζε ενίοτε
να υπογράφει ως «ο Μαρωνείας και Θάσου»
ήταν αποκλειστικώς και μόνον προσωπική του επιλογή χωρίς όμως αυτό να σημαίνει
ότι είχε προηγηθεί και σχετική επίσημη πατριαρχική συνοδική απόφαση. Εσχάτως βέβαια
η «Φήμη» του Μητροπολίτου Μαρωνείας
και Κομοτηνής έχει τροποποιηθεί και εκείνος πλέον φέρει τον τίτλο του: «Υπερτίμου και Εξάρχου Παπικίου Όρους», αν
και η «Φήμη» του πληρέστερη θα έπρεπε
να ήταν ως του: «Υπερτίμου και Εξάρχου
Ροδόπης και Παπικίου Όρους». Τώρα ως έχει, είναι απλώς κολοβωμένη.
Άκρως
παράδοξο είναι και το γεγονός ότι στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής υπάρχει η
Μητρόπολη Νικαίας την ίδια στιγμή που η ιστορική Μητρόπολη Νικαίας όπου
συνήλθαν η Α΄ (325 μ.Χ.) και η Ζ΄ (787 μ.Χ.) Οικουμενικές Σύνοδοι, ευρίσκεται
στη Μικρά Ασία και ανήκει στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επειδή
όμως στην περιοχή που εκτείνεται η σημερινή Μητρόπολη Νικαίας είχαν εγκατασταθεί
πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, η Ελλαδική Εκκλησία τελείως αυθαίρετα ίδρυσε την
Μητρόπολη Νικαίας, η οποία θα έπρεπε, όπως εζήτησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο,
να ονομάζεται «Ιερά Μητρόπολη Νέας Νικαίας»,
όπως εξάλλου ονομάζονται και οι Μητροπόλεις Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς, Νέας
Σμύρνης, Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας, παρόλο που στην τελευταία Μητρόπολη έχει
προστεθεί ατυχέστατα στην επίσημη ονομασία αυτής όπως και στην «Φήμη» του εκάστοτε Μητροπολίτου αυτής,
και το τοπωνύμιο της πόλεως Χαλκηδόνος αν και γνωρίζουν οι εν Ελλάδι ότι από
αιώνων υπάρχει η αρχαιοτάτη και παλαίφατος Γεροντική Μητρόπολη Χαλκηδόνος ευρισκομένη
στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως, όπου συνεκλήθη η Δ΄ Οικουμενική
Σύνοδος (451 μ.Χ.). Κάτι ανάλογο είχε συμβεί προ ετών με την παντελώς αυθαίρετη
προσθήκη στην «Φήμη» Μητροπολίτου της
Κεντρικής Μακεδονίας και της ονομασίας ενός τοπωνυμίου της επαρχίας του που
όμως υπό την ονομασία αυτή υπάρχει από αιώνων παλαίφατος Γεροντική Μητρόπολη
του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στην Ανατολική Θράκη. Ταύτα και πλείστα άλλα,
δυστυχώς, αντικανονικά και αντεκκλησιολογικά αυθαίρετα και παράδοξα παρατηρούμε
να συντελούνται ανερυθρίαστα στην εν Ελλάδι Εκκλησία.
Μια
ακόμη παράδοξη, αν και όχι τόσο αθώα όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, πρωτοβουλία
της διοικήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας, κατά τον Μάιο του έτους 2000, ήταν να
καθιερωθεί εξαίφνης η εορτή της μνήμης του Αποστόλου Παύλου ως «θρονική εορτή της Εκκλησίας της Ελλάδος».
Τότε ορθώς είχε αντιδράσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι θρονική εορτή
έχουν μόνον τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας,
Αντιοχείας, Ιεροσολύμων) και η Εκκλησία της Ρώμης, ενώ από τις Αυτοκέφαλες
Ορθόδοξες Εκκλησίες μόνο η Πρεσβυγενής Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου.
Τούτο
είναι παλαιοτάτη εκκλησιαστική παράδοση, σύμφωνα με την οποία τα Πρεσβυγενή
Πατριαρχεία, η Εκκλησία της Κύπρου και η Εκκλησία της Ρώμης τιμούν την εορτή
μνήμης των ιδρυτών των τοπικών Εκκλησιών τους ως επίσημη θρονική εορτή. Για
παράδειγμα το Οικουμενικό Πατριαρχείο τιμά ως θρονική εορτή την ημέρα μνήμης
του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (30 Νοεμβρίου), επειδή αυτός υπήρξε ο ιδρυτής
της Πρωτοθρόνου Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Μάρκος είναι ο
ιδρυτής της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Το ιδιαίτερο αυτό προνόμιο των Πατριαρχείων
τελείως αυθαίρετα οικειοποιήθηκε και η τότε διοικούσα εν Ελλάδι Εκκλησία, η
οποία μετά το 2008 ορθώς έπαυσε να το επικαλείται.
Από
τα πλέον παράδοξα είναι και η χρήση της προσφωνήσεως «Παναγιώτατος» στον εκάστοτε Θεσσαλονίκης, μετά το 1928, και εκτός
των ορίων της εκκλησιαστικής επαρχίας του. Ο τίτλος αυτός για πολιτικούς,
εκκλησιαστικούς και ιστορικούς λόγους καθιερώθηκε να χρησιμοποιείται, εκτός από
το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου, και για τους Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης,
Τραπεζούντος (από το 1204 μ.Χ.) και από το 1301 μ.Χ. με Χρυσόβουλο του
Αυτοκράτορος Ανδρονίκου Β΄ (1282-1328) Μονεμβασίας και Σπάρτης, όπου και το φημισμένο Δεσποτάτο του Μυστρά,
αλλά αποκλειστικώς και μόνον εντός των ορίων της εκκλησιαστικής επαρχίας τους.
Ένας και μόνον ένας είναι ο δικαιωματικά φέρων τον τίτλο αυτό, ο εκάστοτε Οικουμενικός
Πατριάρχης και ουδείς άλλος. Προ πολλών ετών οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας και
Σπάρτης αποποιήθηκαν του προνομίου τούτου και όπως όλοι οι άλλοι Ιεράρχες,
προσφωνούνται ως «Σεβασμιώτατοι».
Μόνον ο εκάστοτε Θεσσαλονίκης συνεχίζει να φέρει τον τίτλο αυτό και μόνον αποκλειστικώς
εντός των διοικητικών ορίων της Μητροπόλεώς του. Δυστυχώς, από ετών παράγινε το
παράδοξο τούτο και οι ένεκα αγνοίας δημοσιογράφοι ή και κάποιοι ένεκα
σκοπιμοτήτων κληρικοί και πολιτικοί χρησιμοποιούν την προσφώνηση αυτή και εκτός
των ορίων της Μητροπόλεως του εκάστοτε Θεσσαλονίκης. Ένας είναι ο νόμιμος
κάτοχος του τίτλου, ο εκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος είναι η πνευματική
κεφαλή του Γένους μας.
Δυστυχώς,
προ αρκετών ετών γίναμε κοινωνοί μίας ακόμη αντικανονικής πράξεως από Μητροπολίτη
της κεντρικής Μακεδονίας, αφού όταν εκκλησιαστήκαμε σε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή
μονή της επαρχίας του, όπου με την κατά το έτος 2004 συνοδική πετραρχική απόφαση
του Φαναρίου, την οποία απεδέχθη συνοδικώς και η Εκκλησία της Ελλάδος, έπρεπε
να μνημονεύεται μόνο το όνομα του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου, ακούσαμε
έκπληκτοι να μνημονεύεται και το όνομα του οικείου Ιεράρχου. Αυτό και
αντικανονικό και αντεκκλησιολογικό είναι, και, κυρίως, έρχεται contra legem
στην
προαναφερθείσα απόφαση. Προφανώς έκτοτε το αυθαίρετο ατόπημα έπαυσε να τελείται
προς αποκατάσταση της ιεροκανονικής και λειτουργικής ευταξίας.
Ως
τελευταίο από τα πολλά παράδοξα που συμβαίνουν στην εν Ελλάδι Εκκλησίας αναφέρω
και τούτο: Κατά την Θεία Λειτουργία και σε όλες τις ιεροπραξίες οι ιερείς
δέονται υπέρ του Μητροπολίτου της επαρχίας τους με την εξής διατύπωση: (π.χ.
υπέρ του αρχιεπισκόπου ημών … (όνομα Αρχιερέως). Εντούτοις, από αρκετών ετών οι
εν Ελλάδι Ιερείς ή Διάκονοι, εντελλόμενοι υπό του οικείου Ποιμενάρχου,
προσθέτουν τελείως αυθαίρετα την φράση: (Υπέρ
του πατρός και Αρχιεπισκόπου…), αυτό είναι όντως παράδοξο. Ούτε καν στο
Οικουμενικό Πατριαρχείο υπάρχει τέτοια δέηση, αλλά στην Ελλάδα τα αυθαίρετα και
αντιπαραδοσιακά και συντελούνται και λογίζονται ως ορθά.
Όλα
τα παραπάνω είναι μόνο ελάχιστα απ’ όσα θα μπορούσαμε να γράψουμε για να
καταδείξουμε με αντικειμενικό τρόπο, όσο και αν δεν είναι αρεστό αυτό σε
κάποιους, ότι η προκλητική άγνοια και η καταπάτηση των παραδεδομένων οδηγούν σε
αυθαιρεσίες, ατοπήματα και παράδοξα, που δεν αρμόζουν ούτε στη λειτουργική ούτε
στην ιεροκανονική διοικητική πράξη και τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπου τα
πάντα θα πρέπει, κατά την ρήση του Αποστόλου Παύλου, να τελούνται «ευσχημόνως και κατά τάξιν».
Υ.Γ. Βλ.και την
πληρέστατη σχετική εισήγηση του Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ. Στεφάνου,
εκφωνηθείσα κατά την Σύναξη της Σεπτής Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου στις 2
Σεπτεμβριου 2024, με θέμα :«Το Τυπικόν και η Λειτουργική Παράδοσις της Μεγάλης
Εκκλησίας και αι εξ αυτών παρατηρούμεναι αποκλίσεις».
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
