Γράφει
ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
ΚΑΘΕ
ΕΛΛΗΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ
«Αδελφοί,
Εφθάσαμεν εις την τελευταίαν
στιγμήν. Τα τρόφιμα ετελείωσαν, η δύναμίς μας εξηντλήθη, αλλά το φρόνημά μας
μένει ακμαίον.
Δεν μας μένει πλέον άλλος δρόμος
παρά η έξοδος.
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.
Όσοι δύνανται να κρατήσουν όπλον,
ας ετοιμαστούν διά την νύκτα. Οι υπόλοιποι ας ενωθούν με τα γυναικόπαιδα.
Απόψε, με την βοήθειαν του Θεού, θα
επιχειρήσωμεν να διασπάσωμεν τον κλοιόν του εχθρού.
Όποιος σωθεί, ας θυμάται την θυσίαν
των υπολοίπων.
Και όποιος πέσει, πέφτει διά την
πατρίδα και την ελευθερίαν.
Ζήτω η Ελλάς».
Η
φράση «Κάθε Έλληνας είναι ένας
Μεσολογγίτης» παραπέμπει στον ηρωισμό και τη θυσία των κατοίκων του
Μεσολογγίου κατά την Έξοδο του 1826, στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης. Το
νόημά της είναι συμβολικό και σημαίνει παρά τον σύγχρονο νεοραγιαδισμό τον
οποίο ορισμένοι θέλουν να μας επιβάλουν, ότι το πνεύμα αυτοθυσίας, ελευθερίας
και αντίστασης που έδειξαν οι Μεσολογγίτες θεωρείται χαρακτηριστικό οντολογικό
γνώρισμα όλων των Ελλήνων. Όπως δηλαδή ο «Μεσολογγίτης» συμβολίζει τον ήρωα,
τον αγωνιστή για την ελευθερία, την αφοσίωση στην πατρίδα και την αυτοθυσία,
έτσι και κάθε Έλληνας έχει μέσα του την ψυχή του αγωνιστή, το πνεύμα αντίστασης
και θάρρους. Είναι τελικώς παρομοίωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας με το
ιστορικό θάρρος των Μεσολογγιτών, οι οποίοι ενίκησαν τον φόβο του θανάτου, και
όπως γράφει ο Νικόλαος Κασομούλης επορεύοντο προς τον θάνατο «με τόσην αταραξίαν, με τόσην ευχαρίστησιν,
με τόσα γέλια, ώστε κανένας, ούτε ο έσχατος άνθρωπος δεν εσυλλογίζετο πως
έμελλεν τάχα να σωθή».
Δεν
αφορά δηλαδή κυριολεκτικά την καταγωγή των Ελλήνων από το Μεσολόγγι, αλλά μια
κοινή ταυτότητα και αξίες, που αποτελούν διαχρονικά στο διάβα των αιώνων τα
ζώπυρα του Γένους μας με τα οποία επιβιώσαμε κάτω από την οθωμανική τυραννία
επί τόσους αιώνες. Εν άλλαις λέξεσι η φράση αυτή επιβεβαιώνει ότι κάθε Έλληνας
φέρει ενδομύχως μέσα στα φυλλοκάρδια του το ίδιο θάρρος και την ίδια δίψα για
ελευθερία, είναι εν τέλει αληθινά ελεύθερος, όντως αδούλωτος.
Θα
ερωτήσουν ειρωνικά και σκωπτικά ορισμένοι σύγχρονοι εθνομηδενιστές, εάν και
κατά πόσο η Έξοδος του Μεσολογγίου εμπνέει και σήμερα τους Νεοέλληνες, και
φυσικά η απάντηση απερίφραστα και προς λύπη και θλίψη τους είναι ΝΑΙ, όπως
συνεχίζουν να μιλούν μυστικά και επιδραστικά στην καρδιά και την ψυχή των
ελληνικών βλαστών κάθε εποχής τα θαυμαστά και θαυμάσια γενόμενα στις
Θερμοπύλες, στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα όσο ακόμη βέβαια επιτρέπεται να
ομιλούμε και να γράφουμε για αυτά που συνιστούν και συγκροτούν την εθνική
ταυτότητα και ιδιοπροσωπία του Γένους μας.
Η
Έξοδος του Μεσολογγίου εμπνέει τους Νεοέλληνες γιατί αποτελεί ένα από τα πιο
συγκλονιστικά σύμβολα θυσίας, ελευθερίας και αξιοπρέπειας στην ιστορία της
Ελλάδας και τούτο διότι είναι συνυφασμένη με την αυτοθυσία για την ελευθερία, η
οποία είναι το απολύτως συνώνυμο του Έλληνα και το συναμφότερον της υπάρξεως
και του ιστορικού και πολιτισμικού του DNA. Κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου, οι
πολιορκημένοι κάτοικοι επέλεξαν να πολεμήσουν και να πεθάνουν παρά να
παραδοθούν στους Οθωμανούς. Αυτή η στάση δείχνει πόσο βαθιά ήταν η επιθυμία για
ελευθερία.
Η
αντίσταση μέχρι τέλους εν τοις πράγμασι, έργω και ουχί λόγω, απέδειξε περίτρανα
και εκτυφλωτικά ότι η άμυνα της πόλης ενάντια σε υπέρτερες στρατιωτικά και
πληθυσμιακά δυνάμεις έγινε σύμβολο ηρωισμού και αντοχής, κάτι που οι Νεοέλληνες
αναγνωρίζουν μέχρι και σήμερα παρά το γεγονός ότι το «σύστημα» μας θέλει
δειλούς και ενδοτικούς, ως μέρος της εθνικής μας ταυτότητας και
αυτοσυνειδησίας. Επειδή μάλιστα το γεγονός συνέβη κατά την Ελληνική Επανάσταση
και ενίσχυσε το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη, συμβάλλοντας τελικά στην
απελευθέρωση της Ελλάδας, αυτό το γεγονός έκτοτε υπερέβη τα στενά γεωγραφικά
όρια της Ελλάδας και κατέστη παγκόσμιο ή μάλλον οικουμενικό και πανανθρώπινο
ΈΠΟΣ υπέρτατης αυτοθυσίας για όλους τους διαχρονικά όπου γης αγωνιζομένους
λαούς οι οποίοι επιποθούν την ελευθερία. Γι’ αυτό το φως από την Έξοδο του
Μεσολογγίου παραμένει άδυτο σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου ενώπιον των
οφθαλμών των όπου γης πολιορκημένων, όπως έγραψε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης: «Φτωχό Μεσολόγγι! ολ’η δόξα της γης με σε αν
μετρηθή δε θα φτάση, όση κι όση, τη λάμψι εκείνη της θείας σου αυγής να σβύση
ποτέ ή ν’αμαυρώση».
Έτσι
ενέπνευσε καλλιτέχνες και ποιητές, όπως τον Διονύσιο Σολωμό, οι οποίοι
ανέδειξαν το γεγονός ως διαχρονικό σύμβολο ελευθερίας και ηρωισμού. Συνεπώς η
Έξοδος του Μεσολογγίου δεν είναι απλώς ένα καταγεγραμμένο ιστορικό γεγονός,
όπως η Έξοδος του παλαιού Ισραήλ από την γη της δουλείας στην Αίγυπτο προς την
γη της Επαγγελίας, είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο διαχρονικό σύμβολο αγώνα
για ελευθερία, ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συλλογική δύναμη. Η θυσία του
Μεσολογγίου δεν υπήρξε απλώς μια στρατιωτική ήττα, όπως θα την έβλεπαν ρηχοί
και μίζεροι μύωπες μελετητές της ιστορίας, αλλά μια ηθική και πολιτική νίκη που συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία
ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το οποίο εκ της τέφρας των ερειπίων της Ιεράς
Πόλεως ανέστη και ανέζησε.
Η
ηρωική έξοδος των Ελλήνων του Μεσολογγίου δεν ήταν μια «μάταιη σπατάλη
ανθρώπινων ζωών», όπως δολίως και υπονομευτικώς υποστηρίζουν ορισμένοι δήθεν
προοδευτικοί μελετητές, οι οποίοι αναρωτιούνται αν ο υπερβολικός ηρωισμός
δικαιολογεί τις ανθρώπινες απώλειες. Προσποιούνται ότι δεν κατανοούν πως όταν η
ψυχή του ανθρώπου είναι δοσμένη σε κάτι υψηλό, καμία εξωτερική βία δεν είναι
ικανή να την υποδουλώσει και όσο η ψυχή παλεύει γι’ αυτό μένει ελεύθερη.
Γίνεται δούλος ο άνθρωπος όταν η ψυχή του αδειάζει και η θέλησή του για
αντίσταση νεκρώνεται, διότι κατά τον ποιητή:
«Όσοι
το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται
Ζυγόν
δουλείας ας έχουσι
Θέλει
αρετήν και τόλμην η ελευθερία».
Σε μια εποχή
μοιρολατρίας, εθνομηδενισμού και απαξίωσης των πάντων, έρχεται από το βάθος της
ιστορίας το ανυπέρβλητο γεγονός της Εξόδου του Μεσολογγίου να μεταλαμπαδεύσει
στους επιγενομένους αξίες και ιδανικά που δεν γηράσκουν και δεν πεθαίνουν σε
πείσμα της παγκοσμιοποιήσεως, επειδή και τότε και τώρα αποτελούν το θεμέλιο της
ελληνικής εθνικής συνειδήσεως, όπως είναι τα κάτωθι:
1.
Ελευθερία ή Θάνατος. Οι πολιορκημένοι Μεσολογγίτες προτίμησαν
να θυσιαστούν παρά να παραδοθούν στους Οθωμανούς. Το ιδανικό της ελευθερίας
πάνω από τη ζωή εκφράζεται με τον πιο δραματικό τρόπο.
2.
Αυτοθυσία και Ηρωισμός. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά
συμμετείχαν στην Έξοδο, γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν
ελάχιστες. Η πράξη τους αποτελεί ύψιστο παράδειγμα αυτοθυσίας.
3. Αξιοπρέπεια και Τιμή. Οι υπερασπιστές της πόλης επέλεξαν έναν
έντιμο θάνατο αντί για την ταπείνωση της αιχμαλωσίας. Η στάση αυτή ανέδειξε την
αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
4.
Αγάπη για την Πατρίδα (Πατριωτισμός). Η υπεράσπιση του
Μεσολογγίου έγινε σύμβολο βαθιάς αφοσίωσης στην πατρίδα και στον αγώνα για
ανεξαρτησία.
5.
Ενότητα και Συλλογικότητα. Οι κάτοικοι ενώθηκαν απέναντι στον
κοινό εχθρό, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, δείχνοντας την δύναμη της εθνικής
ομοψυχίας.
6.
Πίστη και Ελπίδα. Παρά την πείνα, την εξαθλίωση και την
απόγνωση, οι Μεσολογγίτες διατήρησαν την πίστη τους στον αγώνα και στην
ελευθερία.
Η
Έξοδος έχει ενσωματωθεί στην συλλογική εθνική μνήμη και στη λογοτεχνία (π.χ.
Κάλβος, Σολωμός), στην εκπαίδευση και σε εορτές. Η συνεχής αναφορά της
λειτουργεί ως «συλλογικό ανάμνησμα»
που θυμίζει στους Νεοέλληνες τις ρίζες τους, τις αξίες του αγώνα και την
ιστορική τους συνέχεια. Όσο δε η θυσία της Εξόδου του Μεσολογγίου είναι ζώσα, η
Ελλάδα δεν πεθαίνει διότι σε αυτή την υπέρτατη και ανυπέρβλητη θυσιαστική
εθνική νίκη του Γένους μας συγκεφαλαιώνεται η διαχρονική υπαρξιακή μας επιβίωση
στο διάβα των αιώνων διά μέσου συμπληγάδων. Και αν το Μεσολόγγι θυσιάστηκε κατά
τα ανθρώπινα, ανέστη και ανορθώθηκε ως σύμβολο νίκης εκ της θυσίας και μαζί του
και η Ελλάδα. Πάντως δεν έπεσε ποτέ… ούτε και οι υπερασπιστές του έπεσαν
ηττημένοι αλλά ανυψώθηκαν νικητές διότι όσοι του θανάτου τον φόβο υπερνικούν
ουδέποτε πίπτουν και υποκύπτουν, όπως ακριβώς ο λαός μας με περισσή εγκαύχηση
μέχρι και σήμερα βροντοφωνάζει μέσα από το δημοτικό μας τραγούδι: «Κάστρα πολλά πολέμησαν και δώσαν τα κλειδιά
τους, το Μεσολόγγι το κακό, το Μεσολόγγι τ’ άξιο, δεν παραδίνει τα κλειδιά,
Πασά δεν προσκυνάει, κι ας λιγοστεύει το ψωμί κι ας σώνεται τ’ αλεύρι».
Γι’
αυτό και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στην ομιλία του για την Έξοδο του Μεσολογγίου
το 1989, ουχί τυχαίως έγραφε: «Θα έπρεπε
τα παιδιά των σχολείων όλης της χώρας, αφού πρώτα είχαν διδαχθεί από την καλή
Παιδεία, να προσανατολίζονται την ώρα αυτή προς το Μεσολόγγι, για μία
ολιγόλεπτη σιωπή και περισυλλογή… Δεν με διακατέχει κανενός είδους σωβινισμός ή
προγονοπληξία. Φτάσαμε όμως στο σημείο να θεωρούμε αναχρονισμό την αναφορά στην
ιστορία μας. Χωρίς κάποια στηρίγματα και κάποιες ρίζες δεν μπορεί να πάει
μπροστά ένα έθνος… Ό,τι ήταν να λεχθεί εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο και την ιστορία
του, έχει λεχθεί… Εκείνο που θα επιθυμούσαν οι νεκροί, αν μπορούσαν να
επιθυμούν ακόμη, θα ήταν να ερχόμαστε εδώ και να τους εξιστορούμε τα πεπραγμένα
μας. Να τους αναφέρουμε πόσο κοντά και πόσο μακριά βρίσκεται η ψυχή μας από την
ψυχή του Μεσολογγίου. Αν διατηρήθηκε η ηθική συγγένεια μαζί τους. Αν έχουμε το
δικαίωμα να συνδιαλεγόμαστε με κούφια λόγια μαζί τους …». Το αίμα λοιπόν
της θυσίας των μαρτύρων Ελλήνων του Μεσολογγίου ελέγχει αδιαλείπτως και
αλαθήτως την συνείδηση όλων ημών των επιγενομένων και μας θέτει ενώπιον της
ιστορικής μας ευθύνης έναντι της πατρίδας και του έθνους.
Μέσα
σε εαρινές και πασχάλιες μυρτιές και βάγια, γλαδιόλες και κρίνους προσκυνούμε
τον Γολγοθά και τα πάθη του Μεσολογγίου και συνάμα ανυμνολογούμε την δόξα και
την τιμή των δαφνοστεφανομένων θυσιασθέντων κάθε ηλικίας λαϊκών και κληρικών
μαρτύρων του, όπως άλλοτε ο Σπυρίδων Τρικούπης ως «το κοινόν στόμα και λάλημα»
εξέφρασε όσα όλο το Γένος ήθελε να πει στο Μεσολόγγι: «Ω πόλις του Μεσολογγίου! Πόλις βασίλισσα των πόλεων της Ελλάδος!
Πόλις, δια την οποίαν πολλά και μεγάλα ελαλήθη! Τριών χρόνων ζοφερά νέφη έπεσαν
κατεπάνω σου. Εφάνης ότι κατέβης εις τον Άδην, δια να μη ανέβης εκείθεν πλέον,
αλλ’ η χείρ του Κυρίου σε ανύψωσε. Φως σήμερον σε περικυκλώνει όλην. Ουράνιος
δόξα ανατέλλει επάνω σου. Στέφανος κάθηται εις την κεφαλήν σου».
Κατακλείοντες
την ευλαβική επετειακή αυτή γραφή, μνείαν ποιούμεθα σεβαστικώς του επιλόγου από
την ομιλία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου κατά την εν έτει
2006 επέτειο συμπληρώσεως των 180 ετών από την Έξοδο του Μεσολογγίου, ο οποίος
έγραφε τότε : «Στο Μεσολόγγι πού πριν 180
χρόνια έπεσε. Αλλά τί είπα; Έπεσε; Όχι! Διορθώνω αμέσως τον λόγο μου. Το
Μεσολόγγι δεν έπεσε ποτέ!.... Το Μεσολόγγι τινάχτηκε στα ύψη του ουρανού, μέσα
στην πιο λαμπρή έκρηξι του κοσμογονικού ηφαιστείου του 1821. Έγινε αγίασμα τω
Κυρίω. Από το ύψος εκείνο «κρατά τον ήλιο το νιοβάφτιστο που στάζει απ’ του
ουρανού την κολυμπήθρα» (Γιαν. Ρίτσου: Η ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΜΠΕΛΙΩΝ, ΧΧΙV.) την αρετή, την αξιοπρέπεια, τον πιό αγνό
και άδολο πατριωτισμό, την πιο πιστή προσήλωσι στο ακριβό δώρο του Θεού στον
άνθρωπο, την ελευθερία. «Δόξα 'χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι» (Διον.
Σολωμού: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ, Σχεδίασμα Γ΄, Ι). Σ’ αυτή την άθικτη δόξα του υποκλινόμεθα οι Πανέλληνες ευλαβικά, στην
180η επέτειο της Εξόδου».
Συνεπώς, δικαίως και προσφυώς, γράφουμε και αναφωνούμε εις επήκοον πάντων, αυτό το οποίο η ιδία η ιστορία αψευδώς επιβεβαιώνει, ότι: «Κάθε Έλληνας είναι ένας Μεσολογγίτης».
ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ
