Σελίδες

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2020

«ΣΟΙ ΤΗ ΦΙΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ» : ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝ ΕΙΔΩΛΟΙΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
 «ΣΟΙ ΤΗ ΦΙΛΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»
ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝ ΕΙΔΩΛΟΙΣ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
·       Μία θεολογική προσέγγιση του βιώματος της Ορθοδοξίας ως Εκκλησίας και προγεύσεως της Βασιλείας του Θεού σε αντιδιαστολή προς την αναφυομένη εν ειδώλοις «Νεορθοδοξία» ως θρησκείας σύμφωνα με τα γραφόμενα του αοιδίμου μεγάλου Θεολόγου π. Αλεξάνδρου Σμέμαν (+1983).
Πληθώρα λόγων και λεκτικών αναφορών για την Ορθοδοξία μέσα από νοηματικές αντιφάσεις, επίπλαστες και εφήμερες ετικέτες και αλληλοαναιρούμενους χαρακτηρισμούς και προσδιορισμούς σε έναν ταλανιζόμενο κάτω από το άχθος των ειδώλων σύγχρονο κόσμο, ο οποίος απεγνωσμένα αναζητά λύσεις, άμεσες και αποτελεσματικές, στα προβλήματά του καθώς και απαντήσεις ικανοποιητικές στα υπαρξιακά (οντολογικά), εάν βέβαια έχει τέτοια, ερωτήματά του, ενώ ο ίδιος καθημερινώς θάπτεται μέσα στον υλικό ευδαιμονισμό του, τον εωσφορικό εγωισμό του, την φιλήδονη φιλαυτία του και στον εγωπαθή ναρκισσισμό του, θεωρώντας ότι «εδώ είναι η ζωή, εδώ η κόλαση και ο παράδεισος», χωρίς να επιθυμεί ούτε κατ’ ελάχιστον να προβεί ελευθέρως σε μιά αναγωγή εσχατολογικής προοπτικής της υπάρξεώς του έξω από το «εγώ», το «υπερτροφικό εγώ» του, το οποίο αποτελεί το ιδανικό και τελειότερο για τον ίδιο απατηλό ψευδοείδωλο.
Είναι γεγονός ελαχίστως ομολογούμενο αλλ’ όχι πλήρως μη κατανοούμενο ότι η Εκκλησία ως ο παρατεινόμενος Αναστημένος Χριστός στους αιώνες, ως σώμα Χριστού και πρόγευση της Βασιλείας του Θεού, ζει και κινείται μέσα σε έναν ειδωλοκρατούμενο σύγχρονο κόσμο, ο οποίος ανέκαθεν και τώρα αρέσκεται να γεννά είδωλα, ψευδοείδωλα, καθιερώνοντας σε κάθε εποχή την «πρέπουσα ειδωλολατρεία» του αναλόγως προς τα δεδομένα της εκάστοτε ιστορικής συγκυρίας, ενώ την ίδια στιγμή η φενάκη της ειδωλοποιημένης ζωής των ανθρώπων τείνει να επικρατήσει ή και να έχει ήδη επικρατήσει ακόμη και εντός του εκκλησιαστικού σώματος μετατρέποντας την Ορθοδοξία σε ιδεολόγημα ή ιδεολογία, τον Σωτήρα Χριστό σε βολικό για όλους και για όλα προσαρμοσμένο καταλλήλως είδωλο και την ευαγγελική αλήθεια από πρόταση μετά τον χοϊκό τάφο ζωής αιωνίου σε θρησκεία και ειθισμένη νεοτυπολατρεία μιάς Νεορθοδοξίας, όπου κυριαρχούν τα προσωπεία και όχι τα πρόσωπα.
Σε καιρούς και χρόνους δίσεκτους και σχεδόν αποκαλυπτικούς κατά τους οποίους κυριαρχεί ακόμη και εντός της Εκκλησίας η ακραία εκκοσμίκευση και ο άκρατος γλοιώδης λαϊκισμός, ο νοσηρός και αυθαίρετος γεροντισμός, ο τυπολατρικός νομικισμός, ο εθνοφυλετισμός, ο πολιτικαντισμός, η αποϊεροποίηση του ανθρωπίνου προσώπου, η κυριαρχία του αυθαιρέτου προσωπικού επισκοπικού ή μάλλον του αντιεκκλησιολογικώς αυτονομημένου «δεσποτικού εγώ» έναντι του εκκλησιαστικού συνοδικού «εμείς», ακούγεται και πάλι κατά την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» το σχετικό απόσπασμα από τον «Όρο» της Εβδόμης εν Νικαία της Βιθυνίας Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.), η οποία ως το ένα και αδιαίρετο επισκοπικό σώμα της Εκκλησίας απεφάνθη εφάπαξ τα επί των ημερών μας άκρως επίκαιρα και εν πολλοίς ζητούμενα, ως εξής: «Οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, και τους αυτού Αγίους εν λόγοις τιμώντες, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν ναοίς, εν εικονίσμασι, τον μεν ως Θεόν και Δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε διά τον κοινόν Δεσπότην ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμωντες. Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την οικουμένην εστήριξεν».
Η ως άνω διατύπωση ουδόλως αποτελεί μία μουσειακή γραφή μήτε μιά κενού περιεχομένου ιστορική αναγωγή, αλλά είναι η αδιαλείπτως εντός της Εκκλησίας ζώσα βιουμένη οντολογία επειδή είναι η εν Χριστώ Αλήθεια της Εκκλησίας, παρά το γεγονός ότι ενίοτε ή και πολλάκις ορισμένοι εντός του εκκλησιαστικού σώματος είναι οι μονίμως ορθοδοξολαλούντες μιάς άλλης όμως Ορθοδοξίας, η οποία είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους, στα «θέλω» τους, και στο πλαίσιο της ικανοποιήσεως του θεοποιημένου «εγώ» τους σε έναν κόσμο ειδωλοποιημένο και ειδωλοτρεφόμενο.
Ο αοίδιμος Θεολόγος π. Αλέξανδρος Σμέμαν όταν γράφει για την Εκκλησία και την Ορθοδοξία, υπομνηματίζει την απολύτως δεδομένη οντολογική τους σχέση με την Βασιλεία του Θεού, αφού ο,τιδήποτε στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχει οντολογική (υπαρξιακή) αξία και σημασία μόνο, απολύτως μόνο, σε αναφορά προς την Βασιλεία του Θεού και όχι προς οιαδήποτε κτιστή, φθαρτή και απατηλή συμβατικότητα του ειδωλοποιημένου εφήμερου αυτού κόσμου, όσο και αν αυτή καλύπτεται με το πέπλο της δήθεν ευσεβείας.
Στο θεολογικό και εκκλησιολογικό αυτό πλαίσιο, άνευ φόβου και πάθους, ο ίδιος γράφει τα εξής: «…μοναδική και κύρια ιδέα μου είναι η ιδέα της «αναφοράς» - η αναφορά των πάντων στη Βασιλεία του Θεού, ως αποκάλυψη και περιεχόμενο του Χριστιανισμού. Η «καινούργια ζωή» αρχίζει μ’ αυτή την σχέση και ολοκληρώνεται σε αυτήν. Η αμαρτία πολλών Χριστιανών είναι ο περιορισμένος ορίζοντάς τους - η διακοπή, η διάσπαση αυτής της σχέσης, που τη διασπούν τα είδωλα και οι ειδωλολάτρες.
Το βάθος και η καινότητα αυτής της αμαρτίας είναι πως η ίδια η Εκκλησία γίνεται είδωλο, οι ακολουθίες, η θεολογία, η ευσέβεια, η ίδια η θρησκεία. Ακούγεται ίσως σαν φτηνό παράδοξο, αλλά η Εκκλησία είναι αυτή που βλάπτεται πολύ και παρακωλύεται από την ίδια την Εκκλησία, η Ορθοδοξία από την Ορθοδοξία, η Χριστιανική ζωή από την ευσέβεια, κλπ….
Η Εκκλησία είναι ένα σημείο αναφοράς, έτσι ώστε να γνωρίζουμε αυτό με το οποίο σχετίζονται τα πάντα, αυτό που αποκαλύπτει την αλήθεια για τα πάντα, αυτό που είναι το περιεχόμενο της ζωής μας. Μόλις η Εκκλησία γίνει ένα από τα συστατικά του κόσμου τούτου (Εκκλησία, πολιτεία, πολιτισμός, ηθική, et tutti quanti), μόλις η Εκκλησία πάψει ν’ αποκαλύπτει και να κρίνει με βάση αυτή την αποκάλυψη, να μεταστρέφει και να μεταμορφώνει, τότε γίνεται η ίδια ένα είδωλο.
Εδώ αρχίζει και εδώ πρέπει να τελειώνει κάθε διδασκαλία για την Εκκλησία. Η προτροπή προς την Εκκλησία είναι: «να είσαι η εικόνα…». Αλλά η Εκκλησία εδώ και καιρό έχει αρχίσει να ζει με τον εαυτό της, να μεγαλώνει για χάρη της, και όχι «εν Θεώ», να συζητά για την αποστολή και την κλήση της – αντανακλώντας συνεπώς αυτόν τον κόσμο και αποφεύγοντας να συσχετίσει τα πάντα με την Βασιλεία του Θεού – για να σωθεί έτσι ο κόσμος.
Η δυσκολία είναι η εξής: λαμβάνουμε τη γνώση για την Βασιλεία του Θεού από την Εκκλησία, φθάνουμε να γνωρίσουμε την Εκκλησία μέσα από τη γνώση της Βασιλείας, η οποία έχει ληφθεί μόνο από την Εκκλησία. Εδώ βρίσκεται η ουσιώδης κατανόηση της Εκκλησίας ως Μυστήριο».
Το όλο μυστήριο της Εκκλησίας είναι η Βασιλεία του Θεού που ως οντολογική πρόταση ζωής καλείται απαραμειώτως και αμεταθέτως να προσφέρει ως το ύδωρ και τον άρτο της ζωής, της αιωνίου εν Χριστώ Αναστάντι ζωής, στον κάμνοντα και πεφορτισμένο άνθρωπο όλων των αιώνων και των εποχών. Όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για Ορθοδοξία ή Ορθόδοξη Εκκλησία, τότε αναγωγικά αυτοί οι δύο όροι καθίστανται «οντολογικά συνώνυμα» της Βασιλείας του Θεού, ήτοι της επέκεινα της κτιστής χωροχρονικότητος, φθοράς και θνητότητος, εσχατολογικής διαστάσεως της υπάρξεώς μας σε ένωση με τον Θεό, όπου βιώνεται η καθολικότητα της αλήκτου χαράς και ευφροσύνης της αφθάρτου και αιωνίου ζωής.
Επιμένει και εμμένει λοιπόν ο αοίδιμος π. Αλέξανδρος Σμέμαν στην εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας, γράφοντας ότι: «…εσχατολογικό περιεχόμενο του Χριστιανισμού και της Εκκλησίας είναι η παρουσία σ’ αυτόν τον κόσμο της Βασιλείας, του μέλλοντος αιώνος. Σωτηρία του κόσμου είναι αυτή η παρουσία και όχι η διαφυγή απ’ αυτόν. Ο «πέραν του τάφου κόσμος» δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί, να βιωθεί ή να προσδιοριστεί. Ενώ η Βασιλεία του Θεού, αν τη γευθείς, ακόμη και λίγο, δεν μπορεί παρά να την αγαπήσεις! Μόλις την αγαπήσεις, δεν μπορείς παρά ν’ αγαπήσεις όλη την κτίση, που κτίστηκε για ν’ αποκαλύπτει και για ν’ αναγγείλλει τη Βασιλεία. Αυτή η αγάπη είναι ήδη μεταμορφωμένη. Χωρίς τη Βασιλεία του Θεού, που είναι ταυτόχρονα η αρχή και το τέλος, ο κόσμος είναι ένας τρομακτικός και κακός παραλογισμός. Αλλά δίχως τον κόσμο, η Βασιλεία του Θεού είναι ακατανόητη, αφηρημένη και κατά κάποιο τρόπο παράλογη. «Ανέτειλε το έαρ, δεύτε ευωχηθώμεν. Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού, δεύτε ευφρανθρώμεν».
Εάν η σύγχρονη Ορθοδοξία επιθυμεί να συσχηματισθεί με τα εφήμερα και φθαρτά, κίβδηλα και απατηλά νεοείδωλα του κόσμου τούτου, μόνο και μόνο για να γίνει ελκυστική και αρεστή στους πολλούς, τότε πολύ απλά θα είναι ένα ακόμη είδωλο στο «μουσείο των ιστορικών ειδώλων» της δέσμιας στα κτιστά γήινα όριά της ανθρωπότητος. Εάν λοιπόν η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι άνθρωποί της, οι «πνευματικοί ταγοί» της φρονούν αφρόνως ότι η εσχατολογική διάσταση του μυστηρίου της Εκκλησίας ως Βασιλείας του Θεού «δεν πουλάει αρκετά» παρά μόνο εάν προσφερθεί στο «έτοιμο και εύκολο πακέτο» της ελκυστικής εκσυγχρονισμένης αγαπολογικής θρησκείας, τότε Εκκλησία «ουκ έστι». Όσο και αν ακούγεται σκληρό, ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν θέτει το άλας επί της πληγής για να πονέσει, να ερεθίσει συνειδήσεις που καθεύδουν και τοιουτοτρόπως να αφυπνίσει ψυχές και καρδιές, γράφοντας τα πικρά και ωφέλιμα, επισημαίνοντας ότι: «Όλοι στοιχηματίζουν στην «πνευματικότητα», αλλά το σπουδαιότερο πράγμα για τον Χριστιανισμό – η Εκκλησία – πεθαίνει. Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι αυτοί που σείουν τα θεμέλια της Εκκλησίας. Απέρριψαν την Ευχαριστία ως το Μυστήριο της Εκκλησίας («δεν είμαστε άξιοι!»). Ανήγαγαν την Εκκλησία σε θρησκεία, και τη θρησκεία στον εαυτό τους. Και ο κόσμος παραμένει δίχως Εκκλησία, ή μάλλον με κάποια από τα υπολείμματά της – κρατικά, εθνικά, τελετουργικά, κτλ.».
Ως εμφιλόσοφος νους ο πολύς π. Αλέξανδρος Σμέμαν επιμένει όχι πεισματικώς αλλά εναγωνίως να διδάξει, να διαφωτίσει και, ει δυνατόν, να αποτρέψει το ενδεχόμενο της πλήρους θρησκειοποιήσεως της Ορθοδοξίας, επειδή ακριβώς εν πλήρει επιγνώσει πιστεύει ότι η θρησκειοποίηση του «πολυτίμου μαργαριταριού» της Ορθοδοξίας, που είναι η Εκκλησία ως οντολογία η οποία έχει την αναφορά της μόνο στην Βασιλεία του Θεού, είναι το απόλυτο οντολογικό αδιέξοδο για τον άνθρωπο και όλη την κτιστή δημιουργία, υπογραμμίζοντας τα εξής: «Και όπως πάντα, έχω την αίσθηση πως στην Ορθοδοξία (δηλαδή στον Χριστιανισμό) συνυπάρχουν δύο θρησκείες αντίθετες μεταξύ τους κατά πολλούς τρόπους. Η θρησκεία του Χριστού – που εκπληρώνεται στην Εκκλησία και η θρησκεία της Εκκλησίας, ή απλώς η θρησκεία. Στην πρώτη, τα πάντα κατανοούνται και μετρώνται με μέτρο τον Χριστό. Στη δεύτερη, είναι σαν να λέμε πως ο Χριστός δημιουργείται, ορίζεται, θεωρείται, ακούγεται στον βαθμό που ο ίδιος έχει υποταγεί σ’ ένα «θρησκευτικό αίσθημα», στην «εκκλησιαστικότητα», κλπ…. Κάποιος που ανήκει στον δεύτερο τύπο – «θρησκευτικός, εκκλησιαστικός» - μπορεί να σπουδάσει τρία χρόνια, αλλά ο θησαυρός του δεν βρίσκεται στην αλήθεια για τον Χριστό, αλλά σε κάτι άλλο. Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι «αδιαπέραστο».
Σε μιά στιγμή εξομολογήσεως, προσωπικής καταθέσεως της ενδομύχου εναγωνίου διανοίας του, ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν ομολογεί, όπως και πλείστοι όσοι άλλοι που αγαπούν την Εκκλησία, την Ορθοδοξία, ως βίωμα εκκλησιαστικό και εξόχως Χριστοκεντρικό, γράφοντας τα κάτωθι: «αισθάνομαι αρκετά απογοητευμένος από το επίπεδο των ζητημάτων που ενδιαφέρουν την Εκκλησία και τον λαό της Εκκλησίας. Τί πρέπει όμως να γίνει; Ο Ορθόδοξος κόσμος με τρομάζει με τον επαρχιωτισμό του, τη στενομυαλιά του, τη νέκρωση της σκέψης και του οράματός του, με την αυξανόμενη παρακμή του πολιτισμού. Η Δύση καταρρέει. Κι αν ακόμη χρειάζεται η προφητεία, προς τί λοιπόν; Για ποιό πράγμα; Αισθάνομαι πνευματικά τόσο κουρασμένος, σχεδόν απαθής».
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει «ιδιοκτήτης», επειδή είναι η Εκκλησία των πάντων και οι πάντες είναι η Εκκλησία άνευ αποκλεισμών, περιθωριοποιήσεων και εθνοφυλετικών ή πολιτικοκοινωνικών αξιολογικών κατατάξεων και κατηγοριοποιήσεων, όπου δεν έχει θέσει ουδεμία κτητική αντωνυμία στο πλαίσιο ενός νοσηρού και φίλαυτου υπερτροφικού «εγώ», αλλά η κοινωνία των προσώπων στο όνομα του «εμείς». O Χριστός είναι η ενσάρκωση του «εμείς» ως ένωση αγαπητική, λυτρωτική και σωστική εκάστου προσώπου πάντοτε σε σχέση και κοινωνία προσωπική, διαπροσωπική, μέσω της απολύτου καταξιώσεως της ιερότητος του ανθρωπίνου προσώπου. Γι’ αυτό ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν με μιά ιδιαίτερη διεισδυτική θεολογική προσέγγιση επισημαίνει τα ακόλουθα: «Πόσο κατανοητή και χρήσιμη γίνεται η σιωπή του Χριστού πάνω σ’ όλα τα πράγματα που τόσο παθιασμένα μας ενδιαφέρουν: Κυβέρνηση, θρησκεία, ιστορία, ακόμη και ηθική. Ο Χριστός πάντοτε μιλά σε μένα για μένα – μόνο αυτό Τον ενδιαφέρει. Μέσα μου, γι’ αυτόν, υπάρχει ολόκληρος ο κόσμος, ολόκληρη η ζωή, ολόκληρη η ιστορία. Γι’ αυτό σώζει εμένα, όχι τη Ρωσία, ούτε την κυβέρνηση, ούτε τίποτε άλλο. Έτσι ώστε η κάθε μάχη, το κάθε «αντί» - να διαθέτει πάντοτε και να φέρνει μέσα του την φρικτή «πνευματική» ήττα. Ο Χριστός σώζει τον κόσμο «εν εμοί». «Πάσα η κτίσις χαίρει», ενώ σε άλλο σημείο με δηκτικότητα αναφέρει ένα ακόμη παράδοξο της «Νεορθοδοξίας» και ορισμένων αθεολογήτων «Νεορθοδόξων», στη σκέψη των οποίων επικρατεί η ιδιοκτησιακή αντίληψη για την Εκκλησία, επειδή σύμφωνα με τον ίδιο, «Η βαθιά, εγγενής, ενστικτώδης αντίληψη είναι πως η Εκκλησία είναι «δική μας». Έλλειψη κατανόησης της Εκκλησίας ως αγάπης, ετοιμότητας όχι μόνο για να προσφέρει αλλά και για να υποφέρει για τον άλλον. Εγωισμός της θρησκείας, συναισθηματικός και στενοκέφαλος».
Παρόλες όμως τις κατ’ άνθρωπον αδυναμίες των προσώπων και τα κακώς κείμενα στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή, ο αοίδιμος π. Αλέξανδρος Σμέμαν εκφράζει το γνησίως ελπιδοφόρο μήνυμα της Ορθοδοξίας, η οποία έχει οντολογική αξία γιατί είναι η του Χριστού Εκκλησία, ήτοι εκκλησιαστική ευχαριστιακή σύναξη και κοινωνία με εσχατολογική διάσταση στην «άλλη» διάσταση της Βασιλείας του Θεού. Γράφει λοιπόν ο ίδιος ότι: «Όσο ταλαιπωρημένη κι αν είναι η Εκκλησία, όσο χοντροκομμένη και κοσμική κι αν έχει γίνει η εκκλησιαστική ζωή, παρ’ όλους τους τόσους μοναδικά ανθρώπινους, πολύ ανθρώπινους θριάμβους της Εκκλησίας – μόνο μέσα από την Εκκλησία μπορούμε να δούμε το φως της Βασιλείας του Θεού. Μπορούμε όμως να δούμε αυτό το φως και να αγαλλιάσουμε γι’ αυτό, μόνο εφόσον απαρνηθούμε τον εαυτό μας, εφόσον απελευθερωθούμε από την υπερηφάνεια, τη στενομυαλιά και τον καταναγκασμό».

Υ.Γ.: Το παρόν θεολογικό κείμενο αφιερούται στους ένεκα κοσμικής δόξης εωσφορικώς πεπτωκότες εκκλησιαστικούς εν Μόσχα ηγετίσκους και στους πειθήνιους και μοιραία άβουλους δορυφορίσκους αυτών ένεκα των «ρουβλίων του Κρεμλίνου», οι οποίοι καθημερινώς επιβεβαιώνουν τραγικώς ότι είναι οι θεμελιωτές της «εν ειδώλοις Νεορθοδοξίας».


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ