Σελίδες

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Η ΚΑΤΑ ΘΕΡΟΣ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΗ ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΗΣ ΕΣΩΚΑΣΤΡΙΝΗΣ ΒΛΑΧΕΡΝΗΤΙΣΣΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η κατα θερος ΠΑΜμεγιστη ΙΕΡΑ
πανηγυρις της ΕΣΩΚΑΣΤΡΙΝΗΣ
Βλαχερνητισσης Παναγιας
· Η Εσωκαστρινή Βλαχερνήτισσα ως Κιβωτού φυλακτήριον της Χαριτοβρύτου Θεομητορικής Εσθήτος
· Τη Β΄ του αυτού μηνός (Ιουλίου), μνήμην ποιούμεθα της εν τη Αγία σορώ καταθέσεως της Τιμίας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου, εν Βλαχέρναις, επί Λέοντος του μεγάλου και Βηρίνης της αυτού γυναικός
· Οι αθάνατες πολίτικες μνήμες παλαιών πανηγύρεων εν μέσω του θέρους για την αυτοκρατορική παλαίφατη Βλαχερνήτισσα Παναγιά της οποίας ο ναός κατέστη ιερά καθέδρα και «θεομητορικόν εγκόλπιον» της χαριτοβρύτου εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου
Στο μηναίο του Ιουλίου και συγκεκριμένα στο Συναξάριο της Β΄ του αυτού μηνός αναγιγνώσκουμε τους θεοπνεύστους στίχους: «Χιτών μεν Υιού Χριστοφρουροίς δημίοις / Εσθής δε Μητρός Χριστοφρουρήτω πόλει / Δευτερίη κατέθεντο σορώ Εσθήτα πανάγνου». Η ιστορική ταύτη γραφή ως αναμνήσεως αϊδίου υπόμνηση ανάγει πάντα Ορθόδοξο Ρωμηό, στον παρελθόντα χωροχρόνο της Θεοτοκοφρουρήτου Κωνσταντινουπόλεως, δεκαπέντε αιώνες πίσω, όταν επί των ημερών του αυτοκράτορος Λέοντος του Μεγάλου και Βηρίνης της αυτού γυναικός κατετέθη εκ Παλαιστίνης στην περιώνυμη και παλαίφατη εσωκαστρινή Βλαχερνήτισσα η χαριτόβρυτος Εσθής, ήτοι η λεγομένη Αγία Ζώνη, της Θεονυμφεύτου Θεομήτορος, η οποία απεθησαυρίσθη εντός της αποκαλουμένης «Αγίας Σορού» και κατέστη αρραγές τείχος και κραταιά σκέπη της Βασιλίδος των Πόλεων, όπως ψάλλει αγαλλομένη η Μήτηρ Ορθόδοξος Εκκλησία: «Παράδεισος τερπνός, ευωδίαν του Πνεύματος, Πανάχραντε αποπέμπτων, ο ναός κατέχων την σην Εσθήτα δέδεικται».
Σε άλλα θεσπέσια θεόπνευστα τροπάρια της εν λόγω ιεράς ακολουθίας εμφατικώς υπογραμμίζεται η άρρηκτος οντολογική σχέση και σύνδεση της Υπερμάχου Θεομήτορος με την Αγιοτόκο και Αγιοτρόφο Κωνσταντινούπολη της οποίας τυγχάνει υψίστη και ακατάβλητος πνευματική έφορος, πανσθενουργός Αγία Σκέπη και ακαταίσχυντος προστάτιδα, ως ακολούθως: «Ανέδειξας, τη πασών Βασιλίδι των πόλεων, τεκούσα, Βασιλέα των όλων και Κύριον, αρραγές ως τείχος, την σεπτήν και αγίαν Εσθήτα σου», ενώ αλλού αναγιγνώσκουμε: «φαιδρόν περιβόλαιον το σον μαφόριον, εδωρήσω και προτείχισμα, τη σε τιμώση Βασιλίδι, των πόλεων πασών ως Βασίλισσα, απάντων ποιημάτων τυγχάνουσα, Θεοκυήτορ Μητροπάρθενε».
Η Κωνσταντινού Πόλη και της Υπερμάχου Στρατηγού Καθέδρα φέρει στα σπλάχνα της την ευλογία της εν Βλαχέρναις καταθέσεως της Ιεράς εν εσθήτι περιβολής της Θεογεννήτορος και εν Κυρίω καυχήσει αναβοά: «Έχει την αγίαν σου Ζώνη, Θεογεννήτορ η ση Πόλις, και την σην Εσθήτα ως τείχος, και των δογμάτων θείαν ενότητα, και Ορθοδόξων καύχημα, και Βασιλέων τροπαιούχημα», καθώς επίσης ο θεοκίνητος υμνογράφος διακηρύττει πανεφροσύνω στόματι: «Μόνη και φύσιν και χρόνον, εκαίνισας Θεομήτορ∙ άφθορος γαρ σου ο τόκος, άφθαρτος και η Εσθής, δι' ης την Πόλιν σου σκέπεις, η και τα σκήπτρα, της ευσεβείας κρατύνεις».
Ο μουσοστεφής και φιλόμουσος πολιός Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος (Γαλάνης) σε ένα κείμενό του, το οποίο περιλαμβάνεται στα «Εκ Φαναρίου Γ΄». και φέρει τον τίτλο: «Το Πηγόρρητον Άσμα. Η Βλαχέρνα», με την ενήδονη και σχεδόν ουράνια μυσταγωγική πολίτικη και εν ταύτω φαναριώτικη γραφή του αναφέρεται στην εσωκαστρινή Βλαχερνήτισσα και εξομολογείται τον ακόρεστο πόθο και το «άπληστο απαθές πάθος»  του να μυσταγωγηθεί στο μυστήριο το οποίο περιβάλλει την θεομητορική Αγία Ζώνη, γράφοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Βγήκα κι απόψε στην Πόλη σου, συντροφία με Σένα. Με τη φωνή του Γένους. Την παντοτεινή και την έκτακτη. Περπατώ με το πάθος του ονείρου και με την αγωνία της στιγμής. Κι αναρριχώμαι στην Επτάλοφό Σου, όπως η ματιά μου στο εικόνισμά Σου.
Τρεμοσβύνουν οι ουρανοί από κατάνυξη. Φεγγοβολούν σαν ένα «πυρός αμυντήριον». Και δονούνται τα επίγεια από το μυστήριο που τα διατρέχει. Να μπορούσα να φέξω κάποιες μορφές του Γένους, με το πανάρχαιο λυχνάρι που κρατώ. Να μπορούσα να μαντέψω το ρίγος τους για τη Βλαχέρνα! Τον ιδρώτα, το πάθος, το λούσμα τους! Νιώθω να με περιμένουν οι Πατρίκιοι, ο Γάλβιος, ο Κάνδιδος, ο Λέων ο Βασιλεύς ο Μεγάλος (457-471). Να με μιλήσουν για τη Ζώνη την Τιμία περιμένω. Για τη θαυματουργή της Μεγαλόχαρης Εσθήτα. Πώς βρέθηκε, πόσο την αγόρασαν στην Παλαιστίνη, πώς τη μετέφεραν, πώς την κατέθεσαν στη Βλαχέρνα. Κι ύστερα να χτυπήσω την πόρτα της Αυγούστας Ζωής (886-912). Ν' ακούσω απ' το στόμα της τη θεραπεία της. Το άγγιγμα της χάριτος ν' ακούσω. Να γονατίσει η ψυχή μου πάνω στο ιδρωμένο θαύμα…
Καθισμένος πάνω σ' αυτή την πέτρα της πίστεως, προσπαθώ ν' ακούσω βροντές. Προσπαθώ να ερμηνέψω κάθε σκίρτημα της Χώρας του Αχωρήτου. Να νιώσω αγαλλίαμα στη Χώρα των Ζώντων. Να τρέξω μ' αυτά τα δυο λάβαρα στο χέρι. Μέχρι τα κάστρα, μέχρι το γιαλό, μέχρι τη Βλαχερνήτισσα. Να μείνουμε και πάλι μόνοι, οι δυο μας. Να της διαβάσω τη γραφή του Ρωμανού για την Πόλη. Ίδια με όλων μας των αμέτρητων: «εν χάρτη της ψυχής μου, γεγραμμένην έχων την Πόλιν Σου, Θεοτόκε». Χρυσό κομμάτι γης θείας ιστορίας. Ιστορίας Θεοφύλακτης, με ζώνες και εσθήτες τίμιες. Με ελπίδες ριγμένες σ' ανοικτούς ουρανούς…».
Το ίδιο απαθές πάθος του ιεροφάντου και μυσταγωγού της φαναριώτικης θείας μεγαλειότητος και της αειθαλούς και ανεσπέρου πολίτικης Ρωμιοσύνης, αλλά πρωτίστως και εξόχως του σαγηνευτικού θεομητορικού γνόφου,  Μητροπολίτου Πέργης Ευαγγέλου έχει και ο της Εκκλησίας υμνογράφος της ιεράς ακολουθίας της εορτής αυτής, όταν σε δύο των τροπαρίων των Αίνων καλεί και προσκαλεί τον από περάτων της γης πανευλαβέστατο λαό στην περιώνυμη και παλαίφατη ιερά πανήγυρη της Βλαχερνήτισσας Πολίτισσας Παναγιάς. Στο πρώτο τροπάριο γράφει: «Η σορός η κατέχουσα, την Εσθήτα σου άχραντε, κιβωτός τοις δούλοις σου αγιάσματος, και ιερόν περιτείχισμα, και δόξα και καύχημα, και ιάσεων πηγή, καθ' εκάστην γνωρίζεται∙ ένθα σήμερον,  ιερώς αθροισθέντες ανυμνούμεν, τα πολλά σου μεγαλεία, και των θαυμάτων το πέλαγος», ενώ στο δεύτερο εκστατικός αναβοά: «Ίδε τόπος περίδοξος, ίδε οίκος αείφωτος, εν ω τεθησαύρισται της Θεόπαιδος, Εσθής τιμία τη χάριτι. Προσέλθετε άνθρωποι, φωτισμόν και ιλασμόν, εξ αυτής απαρύσασθαι, και βοήσατε, ευχαρίστω καρδία∙ Παναγία, ευλογούμεν σε Παρθένε, οι σεσωσμένοι τω τόκω σου».
Αναγόμενοι δεκαπέντε αιώνες πριν και τα παρελθόντα ως αεί παρόντα στην εορτολογική και λατρευτική ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας καταγράφοντες, μνείαν ποιούμεθα της απαράμιλλης γραφής του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου, όπως μνημονεύεται σε σχετική ιστορική γραφή και υπό του εμφιλοσόφου απαθούς εραστού του Φαναρίου, Αγίου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. Δοσιθέου, περί του ιερού Συνταξαρίου της καταθέσεως της τιμίας Θεομητορικής Εσθήτος εν Βλαχερναίς, ο οποίος μεταξύ άλλων γράφει: «Εις τους αρχαίους Βυζαντινούς χρόνους ο ναός των Βλαχερνών ήτο ένας από τους ωραιοτέρους ναούς της Βασιλευούσης, περιβόητος διά το κάλλος του, τα μάρμαρά του και την ζωγραφίαν του. Εκτίσθη το πρώτον υπό της θυγατρός του Αρκαδίου Πουλχερίας, συζύγου του αυτοκράτορος Μαρκιανού. Μεταρρυθμισθείς δε κατόπιν υπό άλλων βασιλέων κατέστη ακόμη λαμπρότερος. Οι κίονες αυτού ήσαν πολυτελέστατοι, εκ παρίου λίθου, τους οποίους κατεχρύσωσεν όλους ο μεγαλόπλουτος περί τα τοιαύτα αυτοκράτωρ Ρωμανός ο Αργυρός, αναζωγραφίσας εκ νέου όλον τον ναόν. Εν αυτώ κτισθέντι επί τούτω είχεν αποτεθή η Αγία Σορός, μία αργυρόχρυσος θήκη, εν η εφυλάσσετο η τιμία εσθής της Θεοτόκου, ονομαζομένη Μαφόριον, όπερ κυρίως ήτο επικάλυμμα της κεφαλής, μανδήλα, πίπτουσα και εις τους ώμους, ιμάτιον εξ ερίων ομοχρόων υφασμένου, διαμένον τόσους αιώνας άφθαρτον.
Ακούσωμεν το ιερόν Συναξάριον της ανακομιδής του ιερού τούτου Μαφορίου της Θεοτόκου εκ Παλαιστίνης. Είνε τερπνότατον και γλυκύτατον όσον συνάμα και θαυμαστόν:
Δύο Πατρίκιοι αυτάδελφοι, στρατηγοί, Γάλβιος και Κένδιδος, λαβόντες άδειαν από τον Βασιλέα Λέοντα τον μέγαν, πολλήν δορυφορίαν και χρήματα, αναχώρησαν εις Ιεροσόλυμα, εις προσκύνησιν των Αγίων Τόπων. Καθ' όδον διέμειναν εις τι χωρίον, εις την οικίαν Εβραίας τινός γεροντίσσης.
Εκεί φιλοξενούμενοι παρετήρησαν ότι εν τινι των δωματίων, υπήρχε λαμπρά φωτοχυσία, κατέκειντο δε αγρυπνούντες την νύκτα διάφοροι ασθενείς, ως εντός ναού. Ευωδία δε θυμιαμάτων  εξήρχετο εκείθεν. Μετά το δείπνον οι δύο Πατρίκιοι παρεκάλεσαν την γραίαν να είπη προς αυτούς περί του ιερού εκείνου δωματίου. Αύτη εξαναγκασθείσα εφανέρωσεν εις αυτούς το αποκεκρυμμένον μυστήριον. Εις το δωμάτιον αυτό, είπεν, έχω εν μικρόν κιβωτίδιον, εν ω φυλάσσεται ένα φόρεμα της Παναγίας, το οποίον κάμνει άπειρα θαύματα, εις όσους μετ' ευλαβείας προσέλθουν.
Ακούσαντες ταύτα οι δύο ευλαβέστατοι Πατρίκιοι έφριξαν. Παρεκάλεσαν δε την γραίαν να επιτρέψη εις αυτούς να αγρυπνήσουν την νύκτα εκείνην εν τω ιερώ δωματίω εξ ευλαβείας. Την νύκτα, όταν είδαν ότι όλοι οι κατακείμενοι ασθενείς εκοιμώντο, ησπάσθησαν μετά δακρύων το ιερόν κιβωτίδιον, επήραν τα μέτρα αυτού λεπτομερώς, και το πρωί ανεχώρησαν. Προσκυνήσαντες δε τους Αγίους Τόπους επέστρεφον εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλά διήλθον πάλιν από το χωρίον εκείνο, να προσκυνήσουν και πάλιν το ιερώτατον κειμήλιον. Η γραία υπεδέχθη αυτούς με πολλήν χαράν και εδέχθη τα πλούσια δώρα των, άτινα εκόμισαν εις τιμήν της Θεοτόκου, θυμιάματα ευωδέστατα και αρώματα πολύτιμα. Την νύκτα λαβόντες την άδειαν, παρέμειναν πάλιν αγρυπνούντες και ευχόμενοι και βρέχοντες το έδαφος με τα δάκρυά των από την μεγάλην ευλάβειαν. Και όταν είδον ότι όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο ύπνον βαθύτατον, γονυπετήσαντες μετά θερμών δακρύων ησπάσθησαν το ιερόν κιβωτίδιον, θέσαντες δε εις την θέσιν του ένα άλλο όπερ κατεσκεύασαν όμοιον καθ' όλα, σύμφωνα με τα μέτρα όπου επήραν, καθώς είδομεν, έλαβον το περιέχον τον πολύτιμον θησαυρόν, και καλύψαντες το νέον όπου είχον κατασκευάσει, το κενόν, με χρυσοΰφαντον επικάλυμμα, ανεχώρησαν με φόβον και με χαράν∙ και έφθασαν εις Κωνσταντινούπολιν.
Με αυτόν τον θαυμαστόν τρόπον εκομίσθη  εις Κωνσταντινούπολιν εκ Παλαιστίνης η τιμία Εσθής της Θεοτόκου, ήτις κατατεθείσα εν τω ναώ των Βλαχερνών εν τη Αγία Σορώ, διεφημίσθη εις όλον τον χριστιανικόν κόσμον διά τα εξαίσια θαύματα, τα οποία ετελούντο. Η δόξα του ιερού αυτού κειμηλίου ήτο τόσον μεγάλη, η θαυματουργός αυτού δύναμις τόσον ζωηρά, και η προς αυτό ευλάβεια του Γένους, τόσον βαθεία, ώστε πολλακις οι  αυτοκράτορες εκστρατεύοντες έφερον αυτό μεθ' εαυτών ως όπλον ανίκητον και κραταίωμα ακαταμάχητον. Με αυτό ελάμβανον τα νικητήρια, και με αυτό εστόλιζον τους θριάμβους των».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο υμνογράφος της Εκκλησίας μετ' επιτάσεως και κατ' επανάληψη αναφέρεται μέσω των τροπαρίων της πανηγυρικής ταύτης ακολουθίας στην σωτηρία της Αγιοτόκου και Αγιοτρόφου Θεοτοκουπόλεως του Κωνσταντίνου από  τους ποικίλους πολεμίους και τετυφλωμένους εμπαθώς πολιορκητές αυτής δυνάμει του Παμβασιλέως και Παντοκράτορος Ιησού Χριστού και της Υπερμάχου Στρατηγού και Οικοδεσποίνης της Βασιλευούσης Πόλεως των πόλεων Παναγίας Μητρός, γράφων: «…Ανάστηθι Κύριε, λέγοντες, εις την ανάπαυσίν σου, συ και η Κιβωτός του αγιάσματός σου∙ ως γαρ παλάτιον τερπνόν, ταύτην κατεκόσμησας, και κατεκλήρωσας αυτήν, τη πόλει σου Δέσποτα, περιποιείσθαι και σκέπειν, εκ πολεμίων βαρβάρων, τη κραταιά δυνάμει σου, ταις ικεσίαις αυτής». Και σε άλλα τροπάρια των στιχηρών προσομοίων ο θεοκίνητος υμνογραφικός κάλαμος επιβεβαιοί δοξολογικώς: «Πόλιν την τιμώσαν σε, και κατά χρέος δοξάζουσαν, περιέπεις πανύμνητε, Εσθήτι τιμία σου, εξ αθεωτάτων, άχραντε βαρβάρων, από λιμού τε και σεισμού, και εμφυλίου πολέμου, πάντοτε, Παρθένε απειρόγαμε και διά τούτο δοξάζει σε, Παναγία Θεόνυμφε, των ανθρώπων βοήθεια».
Σε έτερο δε ευχαριστιακώς ανυμνολογεί: «Παλάτιον έμψυχον Θεού, μόνη εχρημάτισας, και την τιμίαν Εσθήτα σου, οίκω αγίω σου, τεθησαυρισμένην, τοις πιστοίς αγίασμα, και τείχος εδωρήσω απόρθητον, δι' ης η Πόλις σου, Θεομήτορ διασώζεται, ανυμνούσα, το ένθεον κράτος σου».
Ωσαύτως εν εκστάσει ανυμνεί τα υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως μεγαλεία της Υπερμάχου Υπεραμύντορος Θεοτόκου: «Ισχύν τε, και ασφαλείας σύνδεσμον, την σην Πανάχραντε, Εσθήτα θείαν όντως αληθώς, περιέχει η Πόλις σου, ως κράτος αδιάσπαστον∙ Διό και χαίρει καυχωμένη εν σοι».
Δεν παραλείπει μάλιστα να υπογραμμίσει υμνολογικώς και την αεί ζώσα ευγνωμοσύνη της πολίτικης Ρωμιοσύνης και του ευλαβεστάτου και θεοτοκόφιλου λαού της προς την ουράνια σκέπη και ακαταμάχητη υψηλή και κραταιά προστασία της Βασιλευούσης, ήτοι την ανύμφευτη θεόνυμφη Δέσποινα, διακηρύσσοντας: «Εσθήτα σου σεπτήν, Θεοτόκε Παρθένε, τω τιμώντι σε λαώ, δεδώρησαι αεί, ιερόν περιτείχισμα∙ όθεν πάσαν εναντίων, επανάστασιν πάντοτε, εκτρεπόμεθα σθένει του Πνεύματος».
Η τιμή της επισήμου πολιτείας της Νέας Ρώμης εν των προσώπω του αυτοκράτορος και πάντων των συγκλητικών προς την Υπερμάχο Στρατηγό της Βασιλίδος κατά την ιερά και πάνδημη πανήγυρη της αναμνήσεως της καταθέσεως της τιμίας θεομητορικής Εσθήτος στον παλαίφατο και περίπυστο ναό των Βλαχερνών καταγράφεται από τον Ακύλα Μήλλα, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει: «Λίαν πρωΐ, με την ανατολή του ηλίου, ενδεδυμένοι τα σκαραμάγγιά τους, έσπευδαν οι συγκλητικοί στις Βλαχέρνες για να υποδεχθούν τον βασιλικό δρόμωνα που διέπλεε τον Κεράτιο, κομίζοντας από τον Ιερό Παλάτιο τον αυτοκράτορα με τους οικιακούς του θεράποντες, τον λογοθέτη του δρόμου, τον πρωτοασηκρήτη, τον επί των δεήσεων, τον εταιρειάρχη και τον δρουγγάριο της βίγλας. Προσορμιζόταν ο δρόμων στην κοιλιωμένη παράλια πύλη των τειχών, τη σημερινή Αϊβάν Σαράι - καπουσού, όπου τους υποδέχονταν οι μάγιστροι, οι πατρίκιοι και οι οφφικίαλοι, και οδηγούνταν από τους πραιποσίτους του κουβουκλίου, που με τις ξύλινες ράβδους τους άνοιγαν δρόμο μεταξύ του πλήθους να περάσει η βασιλική πομπή που κατευθυνόταν στα προπύλαια της εκκλησίας. Εκεί τους ανέμενε ο σκευοφύλαξ του ναού με θυμιατά και όλοι μαζί εισέρχονταν στον νάρθηκα, όπου ο αυτοκράτωρ άναπτε κηρία. Αυτά συνέβαιναν στα κραταιά εκείνα της Ρωμιοσύνης χρόνια, ημέρα μνήμης κατά τα Μηναία «της εν Αγία Σορώ καταθέσεως της τιμίας εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου εν Βλαχέρναις».
Οι Ιερές Πανηγύρεις κατά μήνα Ιούλιο και εν μέσω θέρμης πολλής ηλίου και καρδίας μυριάδων  πιστών προσκυνητών από τους βυζαντινούς χρόνους έως και των εσχάτων καιρών δεν έπαυσαν ποτέ και δεν θα παύσουν στην Θεοτοκοσκέπαστη νύμφη των επτά λόφων Κωνσταντινούπολη. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας αναφερόμενος στην πηγαία και ανεπιτήδευτη ευλάβεια του αθρόως προσερχομένου πιστού λαού στην Εσωκαστρινή Βλαχέρνα κατά την ημέρα της ιεράς μνήμης της καταθέσεως της Τιμίας Θεομητορικής Εσθήτος υμνολογεί και πανευφροσύνως ομολογεί κηρύττων: «Της σεπτής Εσθήτος σου τη καταθέσει, εορτάζει σήμερον, ο σος πανύμνητε λαός, και εκτενώς ανακράζει σοι∙ Χαίρε Παρθένε, Χριστιανών το καύχημα». Και σε έτερο υπομνηματίζει την ιερά πανήγυρη της ημέρας: «εορτάζει σήμερον η οικουμένη, την σεπτήν κατάθεσιν της σης Εσθήτος ως σεμνή, και μετά πόθου κραυγάζει σοι∙ χαίρε παρθένε, πιστών η βοήθεια». Το γεγονός ότι πάνδημος η Πόλη γονυκλινώς εν πανηγυρικώ αθροίσματι προσέρχεται στην πολύφημη εορτή ο υμνογραφικός κάλαμος καταγραφει ακολούθως: «Ως πολύτιμον θησαύρισμα κεκτημένη, η σε τιμώσα Πόλις, την Εσθήτα σου Κόρη, πίστει κατασπάζεται, και χάριν κομίζεται».
Εφεξής μνείαν ποιούμεθα των θαυμασίως και αριστοτεχνικώς γραφέντων υπό του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου περί της Ιεράς Πανηγύρεως στην Βλαχερνήτισσα κατά μήνα Ιούλιο, όταν κλήρος και λαός της πολίτικης ρωμηιοσύνης προσήρχοντο στην εσωκαστρινή για να μυσταγωγηθούν στα θαυμαστά και θαυμάσια της θεομητορικής τιμίας Εσθήτος.
Γράφει με το απαράμιλλο ύφος του μεταξύ άλλων τα εξής: «Εις τας Βλαχερνάς.
Θα λάβωμεν μέρος σήμερον εις μίαν από τας ωραιοτέρας θρησκευτικάς πανηγύρεις του υποδούλου Γένους, η εκτύλιξις της οποίας θα μας παρουσιάση μίαν πανοραματικήν σκηνήν της παλαιάς Βασιλίδος των πόλεων εν μεγάλη εθνική εορτή. Τελείται σήμερον η πανήγυρις των Βλαχερνών. «Η κατάθεσις της τιμίας εσθήτος της Θεοτόκου εν τω ναώ των Βλαχερνών». Ο ναός ούτος ο περίκλυτος έχει απαθανατισθή επισημότατα εν τη παραδόσει του Γένους μετά την Αγίαν Σοφίαν τόσον, ώστε το όνομά του να καταστή δημοτικόν και προσφιλέστατον, και να κτίζωνται, και σήμερον ακόμη, εν ταις χώραις του ελληνισμού ναοί, φέροντες το ωραίον όνομά του: Η αγία Βλαχέρνα. Παναγία η Βλαχέρνα.
Εις το βάθος κάτω του Κερατίου κόλπου, εγγύς των χερσαίων τειχών, μία ευτελής ξύλινη αποβάθρα, φέρουσα το βαρβαρικόν όνομα Άϊ-Βασσαρί, μέσα στον βόρβορον και την λάσπην του Εβραϊκού Μπαλατά, θα χρησιμεύση εις απόβασίν μας, οπόθεν με κόπον έπειτα προχωρούντες, ένεκα των λιμναζόντων εκεί υδάτων, θα ανακαλύψωμεν το όπισθεν υψηλού τοίχου κρυμμένον ιερόν άλσος του τιμημένου Αγιάσματος. Πηγαινοέρχονται κατάφορτα κόσμου τα ατμόπλοια κερατίου. Ένας κόσμος πολύμορφος και πολύχρωμος, κινών την ευάρεστον περιέργειαν με την χαριτωμένην ποικιλίαν των αμφιέσεων όλων των συνοικιών της Μεγάλης του Χριστού Μητροπόλεως, από  του σεμνού και τόσον αρχοντικού κεφαλοδέσμου της παλαιάς Φαναριωτίσσης, μέχρι των πτερών της δαντελλομένης δεσποίνης του Σταυροδρομίου, ή των ποικίλων άλλων ενδυμασιών των χωρίων του Βοσπόρου και της Προποντίδος, και μέχρι Νικομηδείας ακόμη και των περιχώρων της, οπού καταφθάνουν με βαποράκια και με καΐκια, και με χρυσούς μπιαντέδες∙ και άλλοι από όλαις τις σκάλαις του Κερατίου. Και στενάζει από τα πλήθη η ταπεινή ξύλινη αποβάθρα και τριζοκοπά από τον συνωστισμόν των ευλαβητικών προσκυνητών, οι οποίοι συν γυναιξί και τέκνοις έρχονται να μετάσχωσι της πανηγύρεως, να λειτουργηθούν και αγιασθούν. Και ωθούν και ωθούνται εκεί κατά την αποβίβασιν εις την σκάλαν του Άϊ - Βασσάρι, προσκυνηταί οπού έρχονται και προσκυνηταί οπού φεύγουν. Προσκυνηταί οπού έρχονται με τα δώρα τους και τα ταξίματά των, και προσκυνηταί οπού φεύγουν περιχαρείς με τα μικρά δοχεία, με τα οποία φέρουν το αγίασμα διά τους οίκους των. Και βροντοκωπούν αι κώπαι και πλαταγίζει η θάλασσα, και φωνάζουν τα βαποράκια με βόμβον και θόρυβον αδιάκοπον.
Εισέλθωμεν διά της πύλης του περιτοιχίσματος εις το ωραίον άλσος, γεμάτον από ευωδίαν, γεμάτον από δρόσον. Εις το τέρμα του εγείρεται ο ναός, ξύλινος και ταπεινός, κατερχόμενος υπό την γην, εντός του οποίου υπάρχει η Ιερά Εικών Οδηγητρίας και το Αγίασμα.
Τόσον ταπεινός, ωσάν να τρέμη να υψώση την στέγην του, μήπως διεγείρη τον φθόνον και την οργήν των υψηλών μιναρέδων του κατέναντι Νασταύθμου.
Ήδη ήρχισεν η Πανήγυρις. Ήρχισεν η Ακολουθία. Αρχιερεύς από των Συνοδικών ελθών από το Φανάριον, παρακολουθούμενος και από όλον τον χορόν του πατριαρχικού ναού, τελεί την θείαν Λειτουργίαν. Εισέλθωμεν από το υαλόφρακτον προπύλαιον, κατέχον όλην την αριστεράν πλευράν του ναού, ένθα η κυρία είσοδος. Καταβώμεν ολίγας βαθμίδας∙ και ιδού κατέναντί μας η Αγία Εικών της Παναγίας Βλαχέρνας επί προσκυνηταρίου χωμένου όλου μέσα εις τα άνθη, ρόδα προ πάντων πολυειδή και πολύχρωμα.
Μεγάλη Πηχυαία το μήκος η Εικών. Παναρχαία… Η θεία λειτουργία εγγίζει εις το τέρμα. Οι ύμνοι οι βυζαντινοί των χορών, των πατριαρχικών χορών του Φαναρίου, εύφρανον πάντας τόσον οπού δεν ησθάνθησαν από την γλυκύτητα της μολπής πως παρήλθεν η ώρα. Καθ' όλον το διάστημα επηγαινοήρχοντο οι προσκυνηταί μετ' ευλαβείας πολλής και ησυχίας. Ησπάζοντο την Αγίαν Εικόνα, ήναπτον της λαμπάδας, και εξήρχοντο πληρούντες το προαύλιον και το άλσος εις βάθος πολύ, ένθα ήσαν παρατεταγμέναι ένθεν μεν αι τράπεζαι του επιτροπικού, εκείθεν δε τα ταψία των πωλούντων την πολίτικην μπογάτσαν και τα άλλα τρωγάλια.
Όταν δε ο γλυκύμολπος Πρωτοψάλτης Βιολάκης, κατά την διανομήν του αντιδώρου έψαλλε, βοηθούμενος από τον Δομέστιχον και τους καλλιφώνους κανονάρχας του, τον καλοφωνικόν Ειρμόν: «Άνωθεν οι Προφήται…» ο κόσμος των προσκυνητών ο παμποίκιλος εντός του οποίου συνανεμίγνυντο και οθωμανίδες εστολισμέναι λαμπρώς με τα ολομέταξα γιασμάκια των, και εβραίαι υπερηφάνως φέρουσαι τον ιδιαίτερον κρήδεμνον της κεφαλής των -διότι την αγίαν Βλαχέρναν ευλαβούνται όλαι αι φυλαί της Πόλεως ως εκ  των θαυμάτων της, των οποίων την χάριν καθ' εκάστην απολαύουσιν - ο κόσμος τότε των προσκυνητών ο παμποίκιλος διεσπάρη περί το άλσος απολαμβάνων την αχόρταστον αυτού δροσιάν, και πίνων από το αθάνατον αγίασμα, εν χαρά και ευφροσύνη ψυχής, διακοπτόμενος μόνον από τους μεταλλίνους κρότους των ταψίων, των πωλούντων της μπογάτσαν, και από τας φωνάς των άλλων πωλητών των πρωϊνών γλυκισμάτων.
Και μόνον οι Καραμανλήδες έμποροι, οι ευλαβέστατοι Καισαρείς, απέμειναν γύρω από τον Πρωτοψάλτην, εντρυφώντες ευφροσύνως εις την σεμνήν εκείνην μελωδίαν, και εκφράζοντες αναφανδόν τον ενθουσιασμόν των και την ψυχικήν των αγαλλίασιν…
Επί τρεις ημέρας καθ' εκάστην θα τελήται αρχιερατική λειτουργία, και επί τρεις ημέρας θα ψάλλωνται οι ωραίοι της πανηγύρεως ύμνοι, να ημπορέση να μετάσχη της εορτής όλος ο ορθόδοξος της Βασιλευούσης κόσμος, χιλιάδες αναρίθμητοι. Η δε αγία Εικών θα διαμείνη εν τω ναώ μέχρι της παραμονής του Προφήτου Ηλία. Διότι, ως γνωστόν, η Αγία Βλαχέρνα δεν είνε ναός ενοριακός, αλλά θεωρείται μοναστήριον, παράρτημα του Φαναρίου. Η δε αγία εικών μένει πάντοτε εν τω εγγύς ενοριακώ ναώ του Αγίου Δημητρίου της Ξυλοπόρτης, παρά την παραλίαν, οπόθεν την παραμονήν της εορτής, το δειλινόν, μετακομίζεται εν λαμπρά λιτανεία, ότε λαμπαδηφορούντες οι εφημέριοι του Πατριαρχικού ναού προεξάρχουσι της ιεράς πομπής, παρακολουθούντος μετ' ευλαβείας απείρου πλήθους, ενώ προ των παροδίων οικιών και προ των μαγαζείων όλων των φυλών καίονται ευώδη θυμιάματα∙ οι δε  πλανόδιοι πωληταί ίστανται αποκαλυπτόμενοι και καταπαύουσι τας φωνάς των, να ακουσθώσιν οι ύμνοι οι μεγαλοπρεπείς της Ορθοδοξίας∙ στρατός δε της κυριάρχου εξουσίας παρατάσσεται κατά μήκος της οδού εις τιμήν της ιεράς λιτανείας…».
Ο πολύς εραστής της πολίτικης Ορθοδοξίας και Ρωμηοσύνης Ακύλλας Μήλλας συναγωνιζόμενος την γλαφυρή γραφή του Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου περί της ξακουστής Ιεράς και Πανδήμου πανηγύρεως της Βλαχερνήτισσας Παναγίας εν μέσω του πολίτικου θέρους διασώζει γεγονότα παλαιών ημερών και γράφει γραφή με ιστορική περιγραφή για να μείνει αθάνατη και να εγείρει τις συνειδήσεις και των επιγενομένων βλαστών του Φαναρίου και της πολίτικης Ρωμηοσύνης, διασώζοντας τα κάτωθι αλησμόνητα. «…καλείται τώρα ο αναγνώστης σε νέα παλινδρόμηση, στις αρχές του δικού μας αιώνα, στην πανήγυρι του αγιάσματος, και μαζί με τα πλήθη των πιστών που συνέρρεαν και κάθε άκρα της επτάλοφης πολιτείας, να συνεορτάσει και να παραστεί στον πλειστηριασμό της εικόνας της Βλαχερνίτισσας, που γινόταν κάθε χρόνο ανήμερα της μνήμης της. Συνοδοιπόρος και ξεναγός μας ο αείμνηστος Στέλιος Μελαχροινός, ακραιφνής Φαναριώτης, γιός κλητήρα των Πατριαρχείων και «γεννημένος σε σπίτι κτισμένο επάνω σε καστρόπυργο του Διπλοφάναρου», όπως δήλωνε με άκρα υπερηφάνεια.
Όρθρου βαθέως λοιπόν, Ιούλιος μήνας, και «ξεκινώντας οι Προσκυνητές συν γυναιξί και τέκνοις από περιφερειακές ενορίες και ακραίες κοινότητες καθώς και από τα γειτονικά της Πόλης Ρωμιοχώρια της Μητροπόλεως Δέρκων, κατέφθαναν πεζή, ξαναμμένοι και κατάκοποι, με την τεράστια ζεμπίλα στη ράχη κατάμεστη με ορεκτικά εδέσματα και ερεθιστικά καρυκεύματα και με την απαραίτητη της ευθυμίας φιάλην, που αν δεν θρυμματιζόταν επιδεικτικά «άμα τη κενώσει της», γινόταν και φορέας του «ηλιασμένου ύδατος», κοινό εντευκτήριο συνύπαρξης Δία και Βάκχου».
Στον περίβολο του ναού παρατεταγμένη φρουρά από ζητιάνους και αναπήρους, «προτάσσουσα χείραν επαιτείας», καθώς και μικροπωλητές με ποικίλη πραγματεία χαρτίνων άγιων εικόνων, φυλακτά για το μάτι και άλλα παρόμοια, με κλαυθμηρίζουσες ευχές και ικεσίες υποδεχόντανε τους ευσεβείς πανηγυριώτες, η εισροή των  οποίων συνεχιζόταν και μέχρι τις βραδινές ώρες.
Μεταξύ άλλων και πολλοί των τακτικών θαμώνων των περιβόητων καπηλιών του Μπαλατά, με τα στραβοφορεμένα φέσια, τις στριφτές μουστάκες και το απαραίτητο κομβολόγι, αλλά ουκ ολίγοι και οι άγνωστοι στους περιοίκους τύποι, οι υπόπτως περιφερόμενοι μεταξύ των «εν άκρα ευθυμία» διατελούντων πανηγυριστών. «Προσοχή!  Προσοχή! Τις τσέπες, τα ωρολόγιά σας», αντηχούσε και ξεχώριζε στον πολυθόρυβο αυλόγυρο και υπό τους ήχους της γλυκόλαλης λατέρνας η φωνή του καντηλάπτη και των δισκοφόρων και επακολουθούσε σε τόνο πιο ήπιο η στερεότυπη ευχή «Και του χρόνου! Άξιο το προσκύνημά σας».
Εν τω μεταξύ η εικόνα της Μεγαλόχαρης, στολισμένη με δάφνες και λουλούδια από τα κορίτσια της Ξυλόπορτας, μεταφερόταν μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας στον αυλόγυρο του ναού. «Επακολουθούσε παρακλητική δέηση και λογύδριο βαρυσήμαντο του αρχιερέα, που για δεύτερη φορά την ίδια μέρα εξιστορούσε το απίστευτο θαύμα, την τρικυμία, και τον καταποντισμό των καραβιών των Αβάρων, ενώ τελικά επισφράγιζε τον λόγο του με το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ» που ψαλλότανε και από το εκκλησίασμα με κατάνυξη και μάτια βουρκωμένα. Ύστερα από αυτή τη σύντομη ιεροτελεστία, εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων, ανέβαινε  στην ειδικά για την περίπτωση φτιαγμένη εξέδρα ο πρόεδρος της κοινότητας και με την ιδιάζουσα ανατολίτικη προφορά και τα λίγα στερεότυπα λόγια του πενιχρού ως επί το πλείστον λεξιλογίου του, κήρυττε την έναρξη του πλειστηριασμού της ιεράς εικόνας. Ταυτόχρονα, χαιρετώντας την ομήγυρη, με ανάλογο μειδίαμα γνωστοποιούσε στο κοινό το όνομα, το επώνυμο και την ιδιότητα του κάθε επίσημου τσορμπατζή και προύχοντος που παρευρισκόταν κατόπιν ιδιαιτέρας τιμητικής προσκλήσεως στην ευφροσύνη αυτή πανήγυρη.
Η προετοιμασία της όλης παραστάσεως και ο τρόπος της ανοικτής πλειοδοσίας, η μαχητική διάθεση των πλειοδοτών, οι με νεύματα σπασμωδικές παροτρύνσεις του προέδρου που περιστασιακά εκτελούσε και χρέη τελάλη, και από την άλλη οι εκκωφαντικές επιδοκιμασίες του κοινού, με τις συνεχείς ιαχές, «άλλος, άλλος κάτι παραπάνω, μπιζ, μπράβο» και άλλα παρόμοια, δημιουργούσαν τεταμένη ατμόσφαιρα πεισματικού ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή περισσοτέρων συναγωνιστών και τη διαρκή επαύξηση του ποσού της κάθε επιδοτήσεως.
Όλες αυτές οι προκλητικές εκδηλώσεις του ένθερμου ενθυμούντος κοινού, καθώς και η αγωνιστική διάθεση «των φιλογενών αμιλλωμένων ζηλωτών», όπως ήτανε φυσικό, βαθμηδόν ατονούσε, και παρά τις ύστατες απεγνωσμένες εκκλήσεις και προτροπές του ακαμάτου προέδρου, η αυλαία έπεφτε ύστερα από μιά σύντομη ανάπαυλα και τις τυπικές ευχές και ευλογίες του Δεσπότη.
Τότε ο πρόεδρος, ο κυριότερος ασφαλώς συντελεστής της κερδοφόρου αυτής παραστάσεως, προσκαλούσε στην εξέδρα τον πλειοδοτήσαντα, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε και, κρατώντας τον από το χέρι, τον περιέφερε πομπωδώς και τον επεδείκνυε με ύφος ολοφάνερης ικανοποίησης και υπερηφάνειας στην ομήγυρη, προκαλώντας τον θαυμασμό και τη συγκίνηση του κοινού, αλλά και μαζί τα συγκρατημένα μειδιάματα των επισήμων…
Τελικά, ο νικητής και τροπαιούχος της ημέρας, σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού από επευφημίες και χειροκροτήματα του πληρώματος, προσκυνούσε με έκδηλη συγκίνηση την εικόνα, την αγκάλιαζε και, προπορευόμενος κουστωδίας ιερέων, διακόνων και ιεροψαλτών, με χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες και εξαπτέρυγα και λάβαρα, την περιέφερε θριαμβευτικά στον αυλόγυρο. Στη συνέχεια η μεγαλειώδης πομπή εισερχόταν στον ναό, όπου με τη συμπαράσταση των πιστών η Μεγαλόχαρη ετοποθετείτο στη μόνιμη θέση της.
Επακολουθούσε το προσκύνημα στο έξωθεν του ναού παρεκκλησάκι με τη μαρμάρινη γούρνα και τα πέντε γεμάτα αγίασμα «λακκάκια», όπου οι πιστοί, έχοντας τα χέρια πίσω σταυρωτά, σκύβανε κα πίνανε από μιά γουλιά, χωριστά από το καθένα. Ένα έθιμο που ξεχάστηκε από χρόνια, αφού και τα λακκάκια τα θρυμμάτισαν τα Σεπτεμβριανά.
Και η Πανήγυρις κάπου εδώ τελείωνε. Χαρωποί και γελαστοί οι πιστοί με την αγαλλίαση στο πρόσωπο ζωγραφισμένη, αλληλοασπαζότανε ευχόμενοι υγεία, «και του χρόνου καλύτερα». Και κάτω από το προστατευτικό και γαλήνιο βλέμμα της Μεγαλόχαρης, που νόμιζε κανείς πως χαμογελούσε, επακολουθούσε το αποχαιρετιστήριο προσκύνημα, η δε μακρόσυρτη ευχή του Αγιασματάρη «βοήθειά σας, και του χρόνου, άξιο το προσκύνημά σας» αντηχούσε κάτω από τους θόλους του ιστορικού κτίσματος».
Επειδή όμως η εσωκαστρινή Βλαχερνήτισσα και Πολίτσσα Θεόνυμφη Κόρη δεν νοείται άνευ του μαρτυρικού, αειθαλούς και αείφωτου τηλευγεστάτου Φαναρίου καθώς και το Σταυραναστάσιμο και «αεί ανθιστάμενο» Φανάρι άνευ της αυτοκρατορικής πνευματικής εφόρου, ακαταμαχήτου και κραταιάς Αγίας Σκέπης και «αεί ζώσης» τροφού της Βασιλευούσης προκαθεζομένης Πόλεως,  που είναι αδιαλείπτως η ακοίμητος Βλαχερνήτισσα, έρχεται ο ενήδονος και φωταυγής στην περισυλλογή του νοός και της γραφίδος, αθεράπευτα εμπαθής εραστής του μυστηρίου της μυσταγωγίας του Φαναρίου και της πολίτικης Ρωμηοσύνης, φιλόμουσος Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος για να επισφραγίσει με την ουράνια γραφή του όσα το «θαυμασίως συναμφότερον» σύζευγμα Φαναρίου και Βλαχερνήτισσας αποκαλύπτει μέσα από την παράδοξη διαχρονία του, γράφοντας τα εξής θαυμασίως θαυμαστά: «Μεσ' από τέτοια γεύση της Ρωμηοσύνης, απ' αυτό το «έθνος του σύμπαντος», το Φανάρι παίρνει μιά έννοια Σκήτης. Ιδότυπης και ιδόμορφης, αλλά και ιδόσημης. Αυλακίζεται κάθε πρωΐ να οσφρανθεί πρώτα από τα γύρω τη θεόλεκτη παρουσία. Ορθρίζεται βοώντας τον Κύριο από τα πέριξ. Κι ύστερα υπερβαίνοντας τα ηχεία εγκατάλειψης της «χώρας» του, αρχίζει το θεόφραστο λόγο του. Και παίρνει την πρώτη πλησιόχωρη αίσθηση μιάς μεγάλης παρουσίας. Μιάς γρηγορούσας παρηγοριάς της Ρωμηοσύνης.
Της Παναγίας της Βλαχερνήτισσας. Φανάρι και Βλαχέρνα. Η αρχή και η λήξη της πρώτης «χώρας». Δύο ακρόλοφοι ακροφαείς με αειζωία από τη χάρη που ενσαρκώνουν. Και με ιστορία λιβανισμένη και στεφανωμένη. «Βολβοί της γης χρυσοί», που κερνούν στήριξη και γαλήνη, ανάμεικτη ενίοτε και με μνήμη αλγηδόνας». Από την ιστορία και τα Συναξάρια. Αλλά με στρωμένα πάντοτε τα κατασάρκιά τους, που σηματοδοτούν σήμερα τη ζωντανή προσκυνηματική Ορθοδοξία. Δίνουν περιεχόμενο στον αστάθμητο χρόνο της ζωής. Και αισθάνονται αδιάκοπη την κάθοδο της χρυσής νεφέλης του θεού…
Η γη από το Φανάρι στη Βλαχέρνα είναι μιά ιερή οδός, εμποτισμένη από κρουνούς άφθαρτης θρησκευτικότητας. Κι από σταλαγματιές δημιουργικού ιδρώτα. Στους κατά μήκος ερειπιώνες της, στα στενορύμια και τους παραδρόμους της, η φωνή της Ρωμηοσύνης σφυρίζει σαν μεσ' από έρημου μύλου χαλάσματα. Μα στους ακρέμονες αυτού του «απόστρατου λαβύρινθου», στο Φανάρι και τη Βλαχέρνα ηχούν γλυκές φωνές που ξεπερνούν τη θλίψη.
Το Φανάρι, μέσα στην ουσία της Ορθοδοξίας. Και η Βλαχέρνα, μορφή της χάριτος. Από το πρώτο, «ο άνεμος ο χρυσεγέρτης». Κι απ' τη Βλαχέρνα, η λάμψη των παννυχίδων. Το «εγέρθητι» από το Φανάρι. Το «αναπαύου» από τη Βλαχέρνα. Οι πορείες της ζωής, «ότι Κύριος αντιλήψεταί μου….».
Και πάντα ταύτα ανακεφαλαιώνονται υμνολογραφικώ της Εκκλησίας καλάμω μέσα από μιά φούχτα λέξεις, λέξεις του παγκοίνου της Ορθοδοξίας, του Ρωμαίηκου Γένους, του ως παρεμβολή Θεού επί της γης Φαναρίου, στόματος αλυσίδος γενεών, ζώντων τε και κεκοιμημένων, πάλαι ποτέ διαλαψάντων και επιγενομένων βλαστών της Πρωτοθρόνου των Πανορθοδόξων Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, οι οποίοι ψάλλουν: «Λαμπάδα, φωτοφανή και άδυτον, ο της πανάγνου ναός, ως ουρανός ευράμενος φαιδρός, την τιμίαν Εσθήτα αυτής, την οικουμένην σήμερον, ταις των χαρίτων αιθριάζει αυγαίς».

Υ.Γ.: Ως ελάχιστον αντίδωρον αφιερούται τρεμαμένη υϊική χειρί στις δύο ένσαρκες και έμψυχες ζώσες φλόγες του σταυραναστάσιμου Φαναρίου, οι οποίες πυρπολούν εμφλόγως συνειδήσεις και θερμαίνουν καρδίες των επιγενομένων βλαστών της Εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, ήτοι στον πολιό Σεβ. Μητροπολίτη Πέργης Ευάγγελο και στον Πανοσιολογιώτατο Καθηγούμενο της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας Αρχιμ. Δοσίθεο.


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ





Η ΚΑΤΑ ΘΕΡΟΣ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΗ ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΗΣ ΕΣΩΚΑΣΤΡΙΝΗΣ ΒΛΑΧΕΡΝΗΤΙΣΣΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑΣ