Σελίδες

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΕΛΕΓΕΙΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ Α΄ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΟΠΟΙΟΥ

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

In Memoriam aeternam
Ελεγείον
Οικουμενικού Πατριάρχου
Αθηναγόρου Α΄ του Ειρηνοποιού και Ενοποιού
·        Από την Εύανδρο Ήπειρο στην Αμερική και από το Φανάριον στις Ουράνιες Μονές
·        Επέτειος σαράντα πέντε ετών (1972-2017) από την εις Κύριον εκδημία του Μεγαλοπρεπούς Ηπειρώτου Πρωθιεράρχου της Ορθοδοξίας και του Γένους
Σαράντα πέντε έτη συμπληρώνονται από την εις Κύριον εκδημία του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄ (1948-1972), ο οποίος εκοιμήθη στις 7 Ιουλίου  του 1972 και ετάφη πλησίον των προκατόχων του Πατριαρχών στην Ιερά  Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Μπαλουκλή.
Στο παρόν κείμενό μας και ένεκα επετειακής μνημοσύνης αναδημοσιεύουμε τον «Επικήδειο Λόγο», που εκφώνησε ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος (Γαλάνης) κατά την εξόδιο ακολουθία εντός του Πανσέπτου Πατριαρχικού ναού του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στο Φανάρι, την 11η Ιουλίου του 1972, στον οποίο σκιαγραφείται η όλη προσωπικότητα του αοιδίμου Μεγάλου Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα Α΄, ο οποίος δικαίως και προσφυώς απεκλήθη ως «Νέος Μωυσής» και «Προφηταπόστολος της Οικουμένης».

Ο Επικήδειος Λόγος έχει ως εξής:
«Έθηκας επί την κεφαλήν αυτού στέφανον εκ λίθων τιμίων∙ ζωήν ητήσατό Σε και έδωκας αυτώ μακρότητα ημερών.
Οι Πατριάρχες είναι Χριστιανοί, είναι Ηγέτες, είναι Μάρτυρες. Η προσομιλία τους προς τον Θεόν διέρχεται από δρόμους καθηγιασμένους προς τα πληρώματά τους, από κένωση ευθύνης προς τον ίδιον τον εαυτό τους, από την ανάγκη της θυσίας. Οι τρεις αυτές καταστάσεις, του Χριστιανού, του Ηγέτου και του Μάρτυρος, αναστηλώνουν την Μορφή, που λέγεται «Πατριάρχης». Ευρίσκεται μεταξύ των ανθρώπων και εκτός των ανθρώπων. Εντός του κόσμου και εκτός του κόσμου. Η ζωή του είναι λόγος και κυρίως άγραφος. Οι ημέρες του ιστορία. Οι ώρες του, κατάνυξη, αλλά και αγωνία. Οι στιγμές του μαρτυρία. Πορεύεται μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης…
Σεβασμία των Ιεραρχών Χορεία, Πενθηφόρε λαέ του Κυρίου,         
Στην σειρά των αοιδίμων Οικουμενικών Πατριαρχών, από του μεσονυκτίου της 6ης προς την 7ην Ιουλίου 1972, προσετέθη και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄… εκοιμήθη εν Κυρίω ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ο Α΄, ο Πατριάρχης της εποχής, ο Πατριάρχης «της βιωματικής αποστολικότητος, ο τα μέλλοντα ορών και ευαγγελιζόμενος και πράττων», ο Πατριάρχης ο οποίος είδε το πλήρωμα του «εν αρρήτω χαρά και σιγή» και το εγκαταλείπει «εν αρρήτω οδύνη και σιγή». Εκάλυψε χρόνο Πατριαρχείας ενός τετάρτου περίπου αιώνος.
Επί των ημερών του μία γενεά Ρωμηών Χριστιανών παρήλθε και μία γενεά ανεφάνη. Εύκολον στη γλώσσα, θαυμαστόν εν τη πράξει. Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία στερείται ενός των επιφανεστέρων Πατριαρχών αυτής, και η υπ’ ουρανόν Ορθοδοξία, της σεπτής αυτής κορυφής. Το πένθος εξέρχεται των ορίων της Πόλεως ταύτης. Η Χριστιανωσύνη κηδεύει Αθηναγόρα τον Α΄.
Ιδού μία σύντομος βιογραφία του. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, κατά κόσμον Αριστοκλής Σπύρου, του Νικολάου και της Κυριακούλας – Ελένης, εγεννήθη στο Βασιλικό Πωγωνίου των Ιωαννίνων το 1886.  Αφού διήκουσε τα πρώτα γράμματα στη Σχολή της γενέτειράς του, ως και στο Γυμνάσιο των Ιωαννίνων, εισήχθη το 1903, τη πνευματική προστασία του τότε Μεγάλου Πρωτοσύγκελλου Αθηναγόρου, στην εν Χάλκη Ιερά Θεολογική Σχολή εκ της οποίας ευδοκίμως απεφοίτησε το 1910.
Χειροτονηθείς διάκονος υπό του Μητροπολίτου Ελασσώνος Πολυκάρπου, διορίσθηκε εν συνεχεία Αρχιδιάκονος της τότε επικαίρου Μητροπόλεως Πελαγονίας, όπου υπηρέτησε ενζήλως και ευσυνειδήτως μέχρι το 1918. Ακολούθως, το 1919, προσελήφθη Αρχιδιάκονος της Μητροπόλεως Αθηνών υπό του τότε Αθηνών Μελετίου και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου Μελετίου του Δ΄. Μετ’ ου πολύ του ανετέθησαν καθήκοντα Αρχιγραμματέως της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, οπότε και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, προχειρισθείς σε Αρχιμανδρίτη. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1922, όταν η Εκκλησία, επιβραβεύουσα την εύορκη και δόκιμη κατά πάντα διακονία του, προήγαγε αυτόν παμψηφεί σε Μητροπολίτη Κερκύρας και Παξών. Μετά οκταετή θεοφιλή ποιμαντορία στη Μητρόπολη αυτή, εκκλήθη να ποιμάνει την Ιερά Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής, η οποία ήταν τότε εμπερίστατη και χρήζουσα συνετού και δεδοκιμασμένου Ποιμενάρχου.
Στη θεόθεν λαχούσα σ’ αυτόν Αρχιεπισκοπή ανέπτυξε αρετές διόλου τυχούσες και προσόντα σπάνια, ούτως ώστε ενωρίτατα να επιβληθεί στη συνείδηση του πνευματικού αυτού ποιμνίου και να παραμείνει ο αγαπητός Ποιμενάρχης αυτού επί δεκαοκτώ συναπτά έτη.
Την 1η Νοεμβρίου του 1948 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης και επατριάρχευσε μέχρι της τελευταίας αυτού πνοής διά μιάς των διαρκεστέρων και πλέον πολυσυνθέτων εν τη ιστορία του Αγιωτάτου τούτου Θρόνου Πατριαρχείας.
Και αυτός μεν είναι ένας πενιχρός αντίλαλος της εκκλησιαστικής διαδρομής του εκλιπόντος Πρωθιεράρχου. Οπίσω από την τυπική αυτή σελίδα της κλασσικής βιογραφίας κείται η ουσία. Οπίσω από το φαινόμενον κείται το είναι. Εκεί έχει απαθανατισθεί το πνεύμα της αποστολής, η σιωπηρά ακολουθία της κραυγαλέας παρουσίας. Εκεί κείνται οι πλήρεις ανεκτιμήτου προσφοράς εκκλησιαστικής ανέσπερες ημέρες και αξημέρωτες  νύκτες. Εκεί και εκείνες οι ανατολές και δύσεις ηλίου, που μεταλλάσσουν τις αποχρώσεις του βίου των κληρικών ανθρώπων. Εκεί οι μυστικές φωνές του υπερπέραν, οι οποίες συνθέτουν την έκπαγλη φαντασμαγορία της Πατριαρχικής ψυχής, τις Θείες ενοράσεις, την αγία διάβαση, την σωστική έξοδο. Ιδού το άρωμα των μεγάλων νεκρών, που αναδίδεται και «εσφραγισμένου του μνήματος» ακόμη. «Κλητοί γαρ Θεού, παν μεν όπερ είχον θνητόν τη γη κατέλιπον, τη δε ψυχή εν υψίστοις σχοινοβατούσι».
Γύρω από το ένθεον αυτό πυρ φοβεράς συντριβής και ευθύνης της ενδόξου Καθέδρας του Φαναρίου, μυστικώς καθαιρόμενος και θερμαινόμενος, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ειργάσθη σκληρώς και αγογγύστως. Συνελάμβανε σχέδια και επραγματοποιούσε αυτά εν πολλοίς και απέδωκε πολλά στους περισσοτέρους τομείς της ευρυτάτης αρχιεπισκοπικής του μερίμνης, προκειμένου περί της Πόλεως ταύτης, παρά τις δυσχείμερες ενίοτε περιστάσεις, οι οποίες τον έθλιβαν μεν, αλλά δεν τον εκράτουν εν τη θλίψει. Αθηναγόρας ο Α΄ έπρεπε να είναι και ήτο πάντοτε αισιόδοξος και ο εν πάσιν εμψυχωτής.
Αν όμως είναι ανέφικτο να αναλυθούν ενταύθα έργα, είναι χρέος μας να μνησθούμε παροδικώς ορισμένων μόνον πρωτοβουλιών του, οι οποίες και χρωματίζουν την εποχή του, όπως είναι η ίδρυση δεκάδων Φιλανθρωπικών και Εκπαιδευτικών Σωματείων, Φιλοπτώχων Αδελφοτήτων και Συνδέσμων Μορφωτικών, Καλλιτεχνικών και Μουσικοφίλων, η ίδρυση Παιδοπόλεως και Στέγης Εργαζομένων Νεανίδων, η έκδοση του Εκκλησιαστικού Περιοδικού «Απόστολος Ανδρέας» κ.ά.
Αλλά δεν θα λησμονηθούν ποτέ και τα ιερά Κονκλάβια του Ιερού Κλήρου διά των οποίων ο Ποιμήν Αθηναγόρας κατόρθωνε να πλησιάζει τα πρόβατα κατ’ όνομα και να υπηρετεί το άτομο. Δεν θα λησμονηθεί η κατ’ επανάληψη εμμονή στα ζητήματα, η ανηλεής παρακολούθηση αυτών.
Αυτό το «επαινετόν πάθος» της ενζήλου εργατικότητος θα τον οδηγήσει ίσως σε γραφειοκράτη, ο οποίος ευρίσκει την ανάπαυση μόνον στην εναλλαγή της ενασχολήσεως. Αλλά  αυτός ήταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας. Ολίγες μόνον ώρες προ της εκπνοής του θα είπει στον παρά το προσκεφάλαιόν του Αρχιδιάκονον: Δίδεις τακτικά τα ανακοινωθέντα;
Αλλά μήπως θα λησμονηθούν οι Δεσποτικές, αλλά και ευγενικές και μεμετρημένες τελετουργικές κινήσεις του, η ευλαβεστάτη ακινησία εν τω Θρόνω του, η αρχιερατική του χάρη ως κορυφαίου μυσταγωγού ενώπιον του Ιερού Θυσιαστηρίου, εν μιά λέξη: «Η τέχνη του να είσαι Πρώτος».
Αθηναγόρας ο Α΄ απεκάλυπτε, ότι ήταν «Πατριάρχης», είτε περιβεβλημένος τον Σάκκο της Τιβεριάδος, είτε και το απλούν μοναχικό τριβώνιο. Και «φαινόμενος απλώς, πολλής έγεμε Χάριτος». Το σχήμα και η μορφή του ενέπνεαν προσευχή, όπως και ο ίδιος προσήυχετο εν εκάστη καταπαύσει του έργου.
Προσήυχετο υπέρ της Ιεράς Μονής ταύτης, υπέρ της Αγίας Εκκλησίας ταύτης, υπέρ των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών, υπέρ της Πόλεως ταύτης και πάσης Πόλεως πάσης χώρας. Εκεί όμως, ένθα εστρέφετο διηνεκώς η προσευχή του Πατριάρχου Αθηναγόρου, ήταν ο πόθος «υπέρ της των πάντων ενώσεως», ήταν η πορεία εις Εμμαούς. Ένα μέγιστο μέρος της λάμψεως των κηρίων, τα οποία καθ’ εκάστην εσπέρα και προ της κατακλίσεώς του ήναπτε στο Νάρθηκα του Πανσέπτου τούτου Πατριαρχικού Ναού, εφώτιζε αυτό το όραμά του, το όραμα της Πανορθοδόξου Αδελφότητος και της Παγχριστιανικής ενότητας.
Αυτή η ιερά φλόγα διήνοιξε και εφώτισε τις οδούς του πρωτοβούλως προς Ανατολάς και Δυσμάς, σε τόπους καθαγιασμένους διά του Αίματος του Κυρίου και Μαρτύρων, σε τόπους Καθεδρών Αγιωτάτων και Μακαριωτάτων Αγίων Αδελφών, σε αγίες συνομιλίες «εν ψυχή συντετριμμένη και τεταπεινωμένη», «εις δρέψιν καρπών του Αγίου Πνεύματος». Και αυτή η ιερά φλόγα μετουσιώθη επί των ημερών του σε παγχριστιανική ακτινοβολία  του Πανσέπτου τούτου Κέντρου. Πανορθόδοξες και Παγχριστιανικές Διασκέψεις και Συναντήσεις και Διάλογοι έφεραν την μεν Ορθοδοξία στα πρόθυρα συγκλήσεως της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», το δε θέμα της Παγχριστιανικής συνδιαλλαγής εγγύς προς το θέλημα του Θεού.
Η αποτίμηση της τοιαύτης Πατριαρχείας Αθηναγόρα του Α΄ ανήκει στην ιστορία.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας
 Ηγούμενος της Ιεράς Μονής ταύτης
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Νέας Ρώμης.
Πατριάρχης Οικουμενικός.
Το τρίπτυχο της πνευματικής κινήσεως του Ηγέτου της Ορθοδοξίας. Ένα «μυρίπνοον άνθος» του παραδείσου βλαστάνει εις τον ιερόν αυτόν περίβολον, που λέγεται «Φανάριον» και «Πατριαρχική Αυλή» και «Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία». Σκιάζει με τον κορμό του την ιερά παρακαταθήκη, σκεπάζει με τους κλώνους του την θεοφύλακτη Πόλη, ραντίζει με το άρωμά του την Οικουμένη. Προσφέρει πάντοτε αναστάσιμο ασπασμό.
Την στιγμή ταύτη, πλειάδα όλη Αρχιερέων και Ιερέων και Ιεροδιακόνων, όσοι ευτύχησαν να συμμετάσχουν μετ’ Αυτού στον τίμιο χορό των ράσων, αλλά και εκατομμύρια όλα ευσεβών Χριστιανών, όσοι έτυχε να συναντήσουν στη ζωή Αυτόν τον «απαθή και διορατικόν νουν», βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα κείμενο εν φερέτρω και λάρνακι και εκπλήσσονται. Τον εγνώρισαν όρθιο και ακαταπόνητο και δεν πιστεύουν, ότι υπέκυψε τελικώς στο νόμο της φθοράς.
Νους διαυγής, αντίληψη οξεία, κρίση εμβριθής, μνήμη ατέρμων και χαλυβδίνη και θέληση εργατικότητος ήταν τα δωρηφορηθέντα υπό του αγαθοδότου Θεού.  Συν τούτοις δε και «έτερος βίος», με κύρια χαρακτηριστικά την απλότητα, την λιτότητα, την ασκητικότητα. Ιδού η σφραγίδα δωρεάς του Υψίστου στο μέτωπο του αποιχομένου Ιερωμένου. Ιδού τα συντελέσαντα σε μίαν ευδοξούσα αρχιερατική προσωπικότητα. Γι’ αυτό και βαρυαλγών ο λαός αυτός, κηδεύει σήμερον τον Δεσπότη του.
«Ηγούμενος πέπτωκεν εν τη ημέρα ταύτη… και συνήχθη πας ο λαός του κλαύσαι αυτόν».
Μέσα στην ιστορία τους οι Πατριάρχες αποκτούν από μίαν άλλη μοναδικότητα, να συνδιαλέγονται συγχρόνως με την μοναξιά τους και με τον κόσμο όλο. Να είναι οι ικέτες και του εαυτού τους και του σύμπαντος κόσμου. Να η μεγάλη Αρτοκλασία, που παραθέτει καθημερινώς η ψυχή τους. Και μέσα στο Μεσονυκτικό της προσωπικής τους λειτουργίας να ακούν φωνές από την αιωνιότητα, ύμνους τριαδικούς ν’ ακούν και μνημονεύουν «υπέρ πάσης Επισκοπής και πάσης ψυχής Χριστιανών Ορθοδόξων».
Λειτουργίες και αγρυπνίες και οράματα και αγωνίες και πάθος και λύτρωση. Ιδού η χρυσή τροχιά του Οικουμενικού Πατριάρχου, που αναβλύζει ευωδία πνευματική και μαρτυρική. Μία λιτανεία από θρόμβους ιδρώτος. Και μία εναλλαγή εσωτερικής καθάρσεως.
Σήμερον η ταπεινή προσευχή του Μοναχού Πατριάρχου προ των Εικόνων της Φανερωμένης και της Παμμακαρίστου. Αύριον η λαμπρά παρουσία του κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Σήμερον ο ακροατής του Συναξαριστού στο Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο. Και αύριο ο προεστώς της Πανορθοδόξου Ακολουθίας του Αγίου Μύρου.
Θα εναγκαλισθεί Πατριάρχης και θα θωπεύσει παιδία. Θα μοχθήσει στο βωμό της αγάπης και θα κληθεί «Ειρηνοποιός». Θα σκύψει μέχρι να αγγίξει η κεφαλή την γη κατά την ώρα του «Σε Υμνούμεν», στην προσκύνηση του Τάφου του Κυρίου. Και ύστερα θα εγερθεί, θα γιγαντωθεί. Θα χειροκροτηθεί ως πρωταγωνιστής του θελήματος του Θεού. Θα φθάσει στην κορυφή της κλίμακος. Θα στραφεί προς τον λαό, θα ευλογήσει για υστάτη φορά. Θα εισέλθει στο κελλίον του. θα χαθεί. Και οι θρόμβοι του πατριαρχικού ιδρώτος θα παραμείνουν η μόνη κληρονομία στον θρόνο του.
Λαέ του Κυρίου,
Η επιβλητική και σεβασμία φυσιογνωμία Αθηναγόρου του Α΄, το ευπροσήγορο, αλλά και σοβαρό και εκφραστικώτατο βλέμμα του, τα εν τη μορφή και τη παραστάσει χαρίσματα του Θεού και της φύσεως, τα οποία μέχρι τελευταίας πνοής επλαισίωναν το πάλλευκο της ηλικίας, έπαυσαν να φωτίζουν το ιδιάζον τούτο κλίμα του Οικουμενικού Θρόνου. Και το «πολυχρόνιον» Αυτού εσταμάτησε. Ην δε νυξ, ώρα ωσεί δωδεκάτη.
Η θλίψη της Ιεραρχίας του Θρόνου και των απανταχού της γης Εκκλησιαστικών Ηγετών και Ιεραρχών, του Ιερού Κλήρου και του απανταχού Ορθοδόξου Πληρώματος, αλλά και της Χριστιανωσύνης γενικότερα, είναι βαθυτάτη και δικαία. Εκλείπει εκ του μέσου ημών ένας μέγας Επίσκοπος, ένας σπάνιος Εκκλησιαστικός Ηγέτης. Αλλά «θάνατος ανδρί ανάπαυμα».
Σεπτέ νεκρέ,
Χιλιάδες χιλιάδων πιστών, ευλογηθέντων, αγιασθέντων, ελεηθέντων, μεταλαβόντων διά της χειρός Σου των Αχράντων Μυστηρίων και πληρωσάντων τις παλάμες τους διά του αντιδώρου της διακονίας Σου, αλλά και παρακολουθησάντων της αστραπή της φεγγοβόλου ψυχής Σου, την ώρα ταύτη προσεύχονται διά την ανάπαυσή Σου, αλλά και διά την ευόδωση του έργου, το οποίο εχάραξες. Και ενώ ευρίσκονται εισέτι τα «δίκτυα εις την θάλασσαν», οι τίμιοι συνεργάτες σου εναποθέτουν τελευταίο ασπασμό στη νεκρά δεξιά Σου.
Η μετ’ ολίγου πορεία Σου προς τον τάφο θα είναι διά την Εκκλησία του Χριστού μία «Είσοδος» του τελευταίου Μεγάλου Εσπερινού Σου, διά την λαμπρά συνέχιση της ενδόξου Θείας Λειτουργίας της.
Πλησίον των αοιδίμων προκατόχων Σου, στον τόπο εκείνο της σιωπής, θα ακούσεις απόψε, «επί την ηλίου δύσιν», να συμψάλλει όλος ο λαός αυτός με την ψυχή Σου το αγαπητό Σου «Φως ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός…».
Ευλόγησε τον λαό αυτό. Ευλόγησέ μας, ιστορικέ Πατριάρχα,
Και ο Iερός Άμβων θα επαναλάβει την στροφή των λόγων του Αγίου Προεδρεύοντος προς την Αγία και Ι. Ενδημούσα Σύνοδο: «Οι Πατριάρχαι, έρχεται στιγμή και καλούνται, ίνα συνεχίσωσι την ιερουργίαν του μυστηρίου του Χριστού από του Θυσιαστηρίου της θριαμβευούσης Εκκλησίας, η δε στρατευομένη Εκκλησία συνεχίζει την πορείαν της στρατείας».
Κύριος ο Θεός αναπαύσαι και δοξάσαι και εν ουρανοίς τον κοιμηθέντα μακαριστό Πατριάρχη ημών Αθηναγόρα, παραμυθήσαι δε την Εκκλησίαν διά του Παρακλήτου. Αμήν».

Υ.Γ. Ο αοίδιμος και μέγας εν Πατριάρχαις Αθηναγόρας Α΄ ο από Αμερικής εκοιμήθη στις 7 Ιουλίου 1972, μόλις 17 ημέρες προ των Σεπτών Ονομαστηρίων του, τα οποία ετιμώντο κατά την 24η Ιουλίου εκάστου έτους, ημέρα εορτίου μνήμης Αθηναγόρου του Μάρτυρος.