ΜΗΤΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΙΔΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΕΝΘΕΟΣ ΔΩΡΕΑ ΤΟΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙΣ ΟΥΚΡΑΝΟΙΣ
ΩΣ ΤΟΜΟΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΚΑΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός
κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΦΕΥ!
Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ
Φωνές πολλές και εκκωφαντικές εκ της ζοφεράς αβύσσου, πολλού μέλανος ποταμός, πάμπολλοι, «ων ουκ εστιν αριθμός», υπονομευτικοί, τρομοφοβικοί και καταστροφολογικοί αφιλάδελφοι τακτικισμοί, εκβιασμοί και απειλές επί πάντων και πασών από μέρους των εν Μόσχα ρασοφόρων και των αδρά εξωνημένων πειθηνίων φερεφώνων οργάνων και δορυφόρων τους με έναν και μόνον έναν απώτερο ενδόμυχο και ανομολόγητο ανίερο και δυσεβή στόχο, ήτοι την de Facto (εν τοις πράγμασιν) αναίρεση και κατάλυση του υψίστου προνομιακού αυτεξουσίου δικαιώματος της εν Ορθοδόξοις Πρωτοκλήτου και Πρωτοθρόνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας «του Χορηγείν αυτεξουσίως το αυτοκέφαλον και αυτόνομον καθεστώς» όπου δει, όταν δει και όπως δει. Τούτο ανεπιτυχώς επεχείρησαν και κατά τις παραμονές την συγκλήσεως της εν έτει 2016 Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας μόνον και μόνον για να θεμελιώσουν την μωροφιλόδοξη και όντως ανιστόρητη, μετέωρη, φαντασιακή, ιμπεριαλιστική και ψευδεπίγραφη θεωρία περί δήθεν «Τρίτης Ρώμης». «Τρίτη Ρώμη» ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει και φυσικά ουδέποτε θα υπάρξει, διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αμεταθέτως αναγνωρίζει μόνον τον εκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως ως εν διακονία, τιμή και ευθύνη «Πρώτο» των Πανορθοδόξων και ουδεμία χρείαν έχει να αποδεχθεί έναν τύραννο, κοσμικού παποκαισαρικού φρονήματος, δυνάστη και εξουσιαστή, κακαίκτυπο ως καρικατούρα με «άσπρο κουκούλι», «Ρώσο νεοπάπα».
Γράφει
ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΟ ΑΚΟΡΕΣΤΟ ΚΑΙ
ΕΩΣΦΟΡΙΚΟ ΜΟΣΧΟΒΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΝ «ΤΙΤΛΟ»
Πολλάκις και πλειστάκις διερωτήθημεν καθ’ υπόθεσιν, εάν σήμερα, τώρα, ο Μόσχας ελάμβανε εξαίφνης την θέση του «Πρώτου» της Ορθοδοξίας Επισκόπου ως άλλος Κωνσταντινουπόλεως, άραγε τί θα έπραττε; Το ερώτημα βεβαίως είναι άκρως υποθετικό και ρητορικό καθώς επίσης και η απάντηση ταχίστη και εύκολο να δοθεί: Θα εξευτέλιζε παντελώς, ένεκα ακραίας αλαζονείας, νοσηράς επάρσεως, εωσφορικού εγωισμού, εκκοσμικευμένου αλλοτριωτικού φρονήματος και φυσικά ακορέστου εθνοφυλετισμού, το τιμιώτατο και πολυμαρτυρικό αυτό αξίωμα και θα διέλυε την Ορθοδοξία εκκλησιολογικώς, ιεροκανονικώς και διοικητικώς σε επίπεδο κατά τόπους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διότι και πάλι δεν θα του ήταν αρκετός ο τίτλος του «Οικουμενικού Πατριάρχου», επειδή με τα υπάρχοντα συμπλέγματα της δήθεν μοσχοβίτικης ανωτερότητός του, θα αισθανόταν άσχημα και στενάχωρα μέσα στο ταπεινό ράσο του «Πρώτου» των Ορθοδόξων, του «Πρώτου» σε διακονία και όχι σε κοσμική εξουσία, που είναι ποτισμένο με αίμα και δάκρυα, προσευχή και σιωπή, αυτοταπείνωση και αλαλήτους στεναγμούς, χωρίς εξωτερική κοσμική εξουσία και ρούβλια, εν άλλαις λέξεσι, δεν θα τον χωρούσε το ράσο του Προκαθημένου των Ορθοδόξων επειδή θα ήθελε αδηφάγως και με όχημα τον τίτλο αυτό να γίνει ο απόλυτος Πάπας και τύραννος της Ανατολής και υπεράνω μάλιστα του Πάπα της Δύσεως ως παγκόσμιος εκκλησιαστικός δικτάτορας για να ικανοποιείται και να αυτοεπιβεβαιώνεται η ματαιοδοξία και κενοδοξία του με την κοσμική δόξα και τα ρούβλια του, που χωρίς αυτά δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μπορεί να υπάρξει, καίτοι αυτά καμία απολύτως αξία δεν έχουν στην αυτοθυσιαστική διακονία, την όντως Σταυρική και πολυμαρτυρική, όταν κάποιος διακονεί εν σιγή δεήσεως και εν αλαλήτοις στεναγμοίς την καθόλου Ορθοδοξία, όπως ανά τους αιώνες διακονεί το μυστήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο εκάστοτε Κωνσταντινουπόλεως.
Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός
- Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ ΕΠΙ ΠΑΣΗ ΤΗ ΚΤΙΣΕΙ
Σε καιρούς και χρόνους δυσχείμερους και δίσεκτους κατά τους οποίους η ανθρωπότητα περιπατεί εν τη σκοτία ακούεται η φωνή του Θεανθρώπου, o οποίος είναι το αυτόφως της όντως ζωής: «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιω. Θ΄, 12-13). Φως και περισσότερο φως αναζητούν και επιζητούν απεγνωσμένα οι άνθρωποι σε έναν κόσμο ο οποίος ρέπει προς το σκότος και η ζωή του, η ύπαρξη του, οι πράξεις και οι λόγοι του δεν φωτίζονται από το αληθές, άδυτο και ανέσπερο, άκτιστο Φως του όντως αυτόφωτος Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, ο οποίος κατά την κοσμοσωτήρια ημέρα των Θεοφανείων αυτοκενώνεται βαπτιζόμενος, παρέχοντας όχι ηθικά ή φιλοσοφικά, θεωρητικά ή φαντασιακά, αλλά οντολογικά ήτοι τω όντι υπαρξιακά, την μεταμορφωτική αναγέννηση και ανάπλαση του θνητού και φθαρτού γένους των ανθρώπων ως μιά άλλης διαστάσεως οντολογική πρόταση ζωής που δεν αρνείται ή απορρίπτει την κτιστή δημιουργία αλλά υπερβαίνει την κτιστότητα και φθαρτότητά μας.
Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΙΚΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ
Απεγνωσμένα ο χοϊκός και θνητός άνθρωπος αναζητά και αποζητά σε έναν κόσμο πνευματικού σκότους το φως στην όλη ζωή του, αλλά όσο και αν το φυσικό φώς είναι ενίοτε εκτυφλωτικό στους ανθρώπινους οφθαλμούς, εντούτοις δεν είναι ικανό να καθαιρέσει τα σκότη της ψυχής μας και να μεταμορφώσει ανακαινιστικά την όλη ψυχοσωματική μας ύπαρξη, προκειμένου να γίνουμε καινοί, ολοκαίνουργοι άνθρωποι, νεκρώνοντας κάθε τι το σάπιο και ευτελές. Μόνο το άκτιστο φως της Τριαδικής Θεότητος, όπως Αυτή επεφάνη κατά την κοσμοσωτήριο ημέρα της κατά σάρκας βαπτίσεως, εν χρόνω και εν τόπω, του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, ανακαινίζει μεταμορφωτικά και όντως αναγεννά τον όλο κτιστό ψυχοσωματικά άνθρωπο, ο οποίος στο τέλειο θεανδρικό πρόσωπο του ενσαρκωθέντος και ενανθρωπήσαντος Ιησού Χριστού καθίστασται ο «καινός Αδάμ» και η «καινή Εύα». Οι πάντες άνευ διακρίσεως και εξαιρέσεως καθίστανται υιοί και θυγατέρες φωτός, φωτόμορφα πρόσωπα φέροντα στο είναι της υπάρξεώς τους την βαπτισματική άνωθεν δωρεά του δωρεοδότου Θεανθρώπου Χριστού, η οποία δεν είναι άλλη από το άκτιστο, μεταμορφωτικό και ανακαινιστικό φως, ως φως εκ φωτός φωτοφόροι κληρονόμοι της Βασιλείας του, όπου το άδυτο και ανέσπερο άκτιστο φως της Τριαδικής Θεότητος «φαίνει τοις πάσι».
Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟΒΑΜΟΝΑ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ
ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΕΥΤΑΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕΣΑ
ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΣΧΑΤΑ
Δυσθεώρητο και απερινόητο είναι όντως το μέγα και θαυμαστό μυστήριο της δημιουργίας απάσης της κτίσεως, η οποία είτε ορατή και υλική είτε αόρατος και άυλος, όπως είναι οι επουράνιες ασώματες αγγελικές δυνάμεις, κατά την ορθόδοξη θεολογική διδασκαλία ήλθε στο «είναι» της υπάρξεώς της «εκ του μη όντος», ήτοι «εκ του μηδενός» από την μόνη «άναρχη αρχή» και «αναίτια αιτία», που είναι ο άκτιστος δημιουργός του σύμπαντος κόσμου Τριαδικός Θεός, ο οποίος ως αριστοτέχνης ποιητής και πλάστης δημιούργησε αυτήν «λίαν καλώς», με αγάπη και προνοητική μέριμνα, με ευταξία και αρμονία, ώστε η όλη δημιουργία να συγκροτείται και συγκρατείται στην συμπαντική διάστασή της όχι από την πεπερασμένη λογική των κτιστών ανθρώπων αλλά από την θεία πρόνοια και να αποτελεί έναν «κόσμο», δηλαδή ένα κόσμημα, ένα στολίδι, κάλλους και ισορροπίας μέσα στην όλη συμπαντική ευταξία και αρμονία. Απολύτως ουδέν στην κτιστή δημιουργία συντελέσθηκε, αυτόματα, τυχαία και με απρονοησία, αλλά τα πάντα και κατά πάντα φέρουν την δημιουργική και ζώσα πνοή του ακτίστου δημιουργού πανσόφου Θεού, ο οποίος δεν έπλασε έναν κόσμο άναρχο και άτακτο, αλλά με την επέκεινα πάσης κτιστής σοφίας και λογικής, θεία πρόνοια, η οποία είναι ακατάληπτη με βάση τα ισχνά και πεπεραμένης ισχύος ανθρώπινα λογικά κριτήρια, και γι’ αυτό εν τέλει τόσο θαυμαστή και θαυμασία, όντως σοφία και δύναμη του πανσθενουργού Θεού.
Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός
- Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΕΝ ΦΑΝΑΡΙΩ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ
Άγιο Δωδεκαήμερο του σωτηρίου έτους 1995 και ο νεαρός Φοιτητής από την Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής «επιθυμίαν επεθύμησε», πέραν των άλλων προσκυνηματικών κατά τα προηγούμενα έτη επισκέψεών του στην θεοτοκούπολη Βασιλεύουσα και στο αείζωο και τηλαυγέστατο της Οικουμένης Φανάριο, να βιώσει το «παράδοξο μυστήριο των ολίγων τε και ελαχίστων και εν ταυτώ αναρίθμητων» Ρωμηών της του Κωνσταντίνου Προκαθεζομένης ανά την Οικουμένη Πόλεως κατά την Πρωτοχρονιά εκείνου του έτους Κυρίου ανάμεσα σε μορφές από τα διαβάσματά του και σε εκείνες του ενεστώτος χρόνου σε ημέρες χαράς και ευφροσύνης τόσο στις αυλές του πολυμαρτυρικώς καθηγιασμένου Φαναρίου όσο και ανά τας ρύμας και τας οδούς, στα σοκάκια και στα καλντερίμια της Πόλεως, η οποία καίτοι εξωτερικώς, αρχιτεκτονικά και πληθυσμιακά, χάνεται κατά την αδάμαστη ροη του πανδαμάτορος χρόνου, εντούτοις όμως εσωτερικώς παραμένει αναλλοίωτη στην ουσία και υπόσταση της για όλα εκείνα που είναι και συμβολίζει για τους Ορθοδόξους ή μάλλον τους Πανορθοδόξους και για το ημέτερο Γένος.