Σελίδες

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΣΙ : ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΙ ή ΕΙΡΗΝΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΟΚΑΠΗΛΟΙ;

Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΣΙ
ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΙ ή ΕΙΡΗΝΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΟΚΑΠΗΛΟΙ;
·  Ερμηνευτικός θεολογικός υπομνηματισμός του θεόφρονος της Εκκλησίας Πατρός Αγίου Γρηγορίου Νύσσης στον Μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».
Σε αποκαλυπτικούς καιρούς και χρόνους αφιλίας, αφιλαδελφείας, αφιλαλληλίας, φιλοπόλεμους και πολεμοχαρείς, αντιειρηνικούς και ειρηνοκτόνους, η Εκκλησία του Χριστού ως το του Χριστού στόμα και λάλημα σε πείσμα των καιρών αυτών και της επικρατούσης ζοφεράς καταστάσεως καθ’ ημέραν ή μάλλον νυχθημερόν εύχεται δεομένη προς τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό ως τον Άρχοντα της Ειρήνης, «υπέρ της άνωθεν ειρήνης» και «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου…».
Όταν πανταχόθεν τα τύμπανα του πολέμου ηχούν ηχηρώ τω τρόπω και δυσοίωνες προβλέψεις και αναλύσεις «ειδικών» παραζαλίζουν και συσκοτίζουν τον νουν των ανθρώπων, αποκαλύπτεται η τραγικώς μεγίστη έλλειψη που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων σε αληθείς και όχι κατ’ επάγγελμα ή σε διατεταγμένη υπηρεσία ειρηνοποιούς, ενώ την ίδια στιγμή «επληρώθη η κτίσις όλη» από αερολογούντες ειρηνολογούντες, οι οποίοι διακηρύττουν την ειρήνη ή μάλλον την ψευδοειρήνη του κόσμου τούτου υποκρύπτοντας όπισθεν αυτής ποικίλα συμφέροντα, ανομήματα και ατοπήματα σε βάρος των αθώων λαών της γης βιάζοντας βάναυσα με πράξεις και παραλείψεις, φανερές και αφανείς, την ίδια την ειρήνη, εξευτελίζοντας συνάμα αυτήν καθ’ εαυτήν την αξία του όρου που έγινε της μόδας ή του συρμού να χρησιμοποιείται ακόμη και από εκείνους, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ειρηνοποιοί είναι, αλλά ειρηνοκτόνοι και ειρηνοκάπηλοι, ειρηνοπλάνοι και ειρηνοκίβδηλοι.

Αναζητούνται λοιπόν ειρηνοποιοί και όχι ειρηνολογούντες και ειρηνοκάπηλοι οι οποίοι στο «ταμείον της ψυχής» τους δεν διαθέτουν ουδέ κατ’ ελάχιστον την «άνωθεν ειρήνη» περί της οποίας δέεται η του Χριστού Εκκλησία αφού αυτή η «άνωθεν ειρήνη» δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, αλλά προσφέρεται ως αγαθό πνευματικής και μεταμορφωτικής δυνάμεως από τον Άρχοντα της Ειρήνης δωρεοδότη παντός αγαθού Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό προκειμένου να γεννάται στον «έσω άνθρωπο» και να τον ειρηνεύει πνευματικώς κατά Θεόν, οπότε αυτός όντας ειρηνικός με τις πράξεις και τους λόγους του να ειρηνεύει με τον ζωοδότη ειρηνοποιό Χριστό, με τους συνανθρώπους του και να ενεργεί «τα έργα της ειρήνης», «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου».
Εμπνεόμενος ο θεοφόρος της Εκκλησίας Πατήρ Άγιος Γρηγόριος Νύσσης από τον του Κυρίου Μακαρισμό: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται», υπομνηματίζει ερμηνευτικώς το βαθύτερο οντολογικό περιεχόμενο των όρων «Ειρήνη» και «Ειρηνοποιός», προσφέροντας τοιουτοτρόπως την θεολογική του διδασκαλία ως πνευματική τροφή σε κάθε άνθρωπο αγαθής προαιρέσεως, ο οποίος επιποθεί την κατά Θεόν ειρήνευσή του.
Με αριστοτεχνικό εκφραστικό τρόπο ο θεοκίνητος και θεοφώτιστος Άγιος Γρηγόριος Νύσσης ορίζει εννοιολογικά τις λέξεις «Ειρήνη» και «Ειρηνοποιός», ενώ συνάμα θέτει και τις προϋποθέσεις, τα πνευματικώς προαπαιτούμενα, προκειμένου ο ειρηνοποιός άνθρωπος να είναι αληθώς ειρηνικός στο έσω ταμείο της ψυχής του και προς τους συνανθρώπους του, γράφοντας ότι: «Ειρηνοποιός είναι όποιος παρέχει ειρήνη στον άλλο, και δεν θα δώσει σε άλλους κάτι που δεν έχει ο ίδιος. Θέλει λοιπόν εσύ πρώτα να είσαι γεμάτος από τα αγαθά της ειρήνης και έτσι έπειτα να μεταδίδεις σ’ εκείνους που τους λείπει το αγαθό αυτό. Κι ας μη λεπτολογούμε για να βρούμε τη βαθύτερη εξήγηση. Για την απόκτηση του αγαθού μάς φτάνει και το πρόχειρο νόημα. «Μακάριοι είναι οι ειρηνοποιοί».
Ο λόγος αυτός με τη συντομία του χαρίζει τη θεραπεία πολλών αρρωστημάτων, περιλαμβάνοντας τα επιμέρους με την επιγραμματική αυτή και γενική διατύπωση. Ας σκεφθούμε πρώτα τι είναι η ειρήνη. Τί άλλο παρά μιά αμοιβαία διάθεση αγάπης προς τους συνανθρώπους μας; Και ποιό είναι αυτό που νοείται αντίθετα προς την αγάπη; Το μίσος, η οργή, ο θυμός, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπόκριση, η συμφορά του πολέμου.
Βλέπεις μία λέξη πόσων αρρωστημάτων γίνεται αντιφάρμακο; Γιατί η ειρήνη αντιτάσσεται εξίσου σε καθένα από όσα κακά αναφέραμε και με την παρουσία της προκαλεί τον αφανισμό του κακού. Όπως δηλαδή όταν αποκατασταθεί η υγεία, αφανίζεται η ασθένεια, και όταν εμφανισθεί το φως, υποχωρεί το σκοτάδι, έτσι κι όταν φανεί η ειρήνη διαλύονται όλα τα αντίθετά της πάθη. Πόσο αγαθό είναι αυτό, δε νομίζω ότι χρειάζεται να το αποδείξω ο ίδιος. Σκέψου μόνος σου. Πώς είναι η ζωή εκείνων που υποψιάζονται και μισούν ο ένας τον άλλο, που η συνάντησή τους είναι ανυπόφορη κι ο ένας αποστρέφεται τον άλλον σε όλα. Βουβά τα στόματά τους και τα μάτια τους κοιτάζουν αλλού και είναι βουλωμένα τα αυτιά στη φωνή εκείνου που μισεί και που τον μισούν. Στον καθένα από αυτούς είναι αγαπητό ό,τι δεν είναι αγαπητό στον άλλο, κι αντίθετα είναι μισητό κι εχθρικό ό,τι είναι επιθυμητό για τον εχθρό του.
Όπως λοιπόν τα πολύ ευώδη αρώματα γεμίζουν γύρω τους τον αέρα από την ευωδία τους, έτσι θέλει να έχεις τόσο άφθονο πλεόνασμα από τη δωρεά της ειρήνης, ώστε η ζωή σου να είναι θεραπεία της ξένης νόσου…».
Σε άλλο σημείο της θεία εμπνεύσει διατυπωθείσης ερμηνευτικής ομιλίας του ο θεόπνευστος συγγραφεύς Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης αναγάγει τον ορισμό του όρου «Ειρηνοποιός» σε σχέση και αναφορά προς την μακρόθυμη φιλανθρωπία του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού επισημαίνοντας ότι ο αληθής ειρηνοποιός οφείλει να μιμείται το παράδειγμα του Άρχοντος της Ειρήνης και δωρεοδότου της «άνωθεν ειρήνης» Κυρίου, ο οποίος αυθεντικώς οριοθετεί το περιεχόμενο και τις πνευματικές προϋποθέσεις του όρου. Περί πάντων τούτων ο Ιερώτατος θείος Πατήρ της Εκκλησίας γράφει σχετικώς: «Μακάριοι λοιπόν οι ειρηνοποιοί, ποιοί είναι αυτοί; Όσοι μιμούνται την θεία φιλανθρωπία, όσοι δείχνουν το γνώρισμα της θείας ενέργειας επάνω στη δική τους ζωή. Διαγράφει ολοσχερώς και αφανίζει στο μηδέν, ο χορηγός των αγαθών και Κύριός μας, κάθε τι που είναι έξω από την φύση του αγαθού και ξένο από αυτό. Αυτό νομοθετεί και κάνεις και συ, να αποβάλεις το μίσος, να σταματήσεις τον πόλεμο, να αφανίσεις τον φθόνο, ν’ απομακρύνει τις διαμάχες, να εξαφανίσεις την υποκρισία, να σβήσεις την φωτιά της μνησικακίας που κρυφοκαίει μέσα στην καρδιά σου και στη θέση τους να βάλεις όσα παίρνουν θέση μετά την εκβολή των αντιθέτων τους. Όπως δηλαδή με την υποχώρηση του σκότους έρχεται το φως, έτσι και τη θέση του καθενός από αυτά την καταλαμβάνει ο καρπός του πνεύματος, αγάπη, χαρά, ειρήνη, χρηστότης, μακροθυμία, όλος ο κατάλογος των αγαθών που δίνει ο Απόστολος».
Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει την ειρηνοποιΐα ως «μέγα άθλημα» για το οποίο ο αθλοθέτης και δωροεδότης Ιησούς Χριστός ορίζει ως έπαθλο την υιοθεσία των ειρηνοποιών ως «υιών Θεού». Με εμφατικό λόγο υπογραμμίζει μάλιστα ότι η ειρήνη στη ζωή των ανθρώπων είναι «ό,τι γλυκύτερον» που «καταγλυκαίνει» όλο τον ανθρώπινο βίο, ενώ ο πόλεμος είναι πηγή παντός άλγους, αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: «Το έπαθλο λοιπόν είναι τόσο μεγάλο. Ποιό όμως είναι το άθλημα; Αν συντελέσεις στην αποκατάσταση της ειρήνης, λέγει, ότι θα στεφανωθείς με την χάρη της υιοθεσίας. Εγώ νομίζω ότι και το έργο για το οποίο υπόσχεται τόσο μισθό, είναι άλλο δώρο. Γιατί ποιό από όσα επιδιώκουμε στη ζωή μας οι άνθρωποι είναι γλυκύτερο από την ειρηνική ζωή; Όποιο κι αν πεις από τα ευχάριστα της ζωής χρειάζεται την ειρήνη για να είναι ευχάριστο. Αν υπάρχουν όλα όσα τιμούμε στη ζωή, πλούτη, υγεία, γυναίκα, παιδιά, σπίτια, γονείς, υπηρέτες, φίλοι, γη, θάλασσα, με άφθονα κάθε μία τα δικά της αγαθά, περιβόλια, κυνήγια, λουτρά, παλαίστρες, γυμναστήρια, χώροι διασκεδάσεων για τους νέους και όλα όσα αποτελούν εφευρέσεις γι’ απολαύσεις, κι ας προστεθούν τα ευχάριστα θεάματα και τα μουσικά ακροάματα και ό,τι άλλο συντελεί στην ευχαρίστηση της ζωής όσων διασκεδάζουν, αν λοιπόν υπάρχουν όλα αυτά, αλλά απουσιάζει το αγαθό της ειρήνης, ποιά είναι η ωφέλειά τους, αν ο πόλεμος εμποδίζει την απόλαυση των αγαθών;
Ώστε η ειρήνη και η ίδια είναι ευχάριστη για όσους τη ζούνε και ευχάριστα κάνει όσα τιμούμε στη ζωή μας. Αλλά, αν σαν ανθρώπους μας βρει σε καιρό ειρήνης μιά συμφορά, το κακό αναμιγμένο με το καλό γίνεται πιο εύκολο γι’ αυτούς που το έπαθαν. Όταν όμως τη ζωή μας την ταράζει ο πόλεμος, δεν νιώθουμε καμιά ανακούφιση στις περιπτώσεις αυτές των λυπηρών. Γιατί η κοινή συμφορά ξεπερνά ως προς τον πόνο τις ατομικές. Κι όπως οι γιατροί διδάσκουν για τους σωματικούς πόνους, πως όταν συμπέσουν δυο πόνοι στο ίδιο σώμα γίνεται αισθητός μόνο ο ισχυρότερος, ενώ περνάει κάπως απαρατήρητος ο μικρότερος πόνος παραμερισμένος από τον επικρατέστερο, έτσι και τα δεινά του πολέμου, επειδή υπερέχουν στον πόνο, κάνουν τον καθένα να μην προσέχει τις ατομικές του συμφορές».
Όταν όμως η «άνωθεν ειρήνη» ως θείο δώρημα και αγαθό ελλείπει στον άνθρωπο, τότε αυτός δεν είναι ειρηνικός, αλλά βυθισμένος στην προσωπική κόλαση των παθών του αυτοβασανίζεται και βασανίζει και τους γύρω του συνανθρώπους βιώνοντας τα πάθη της οργής και του θυμού, του φθόνου και της ζηλείας, του μίσους και της χαιρεκακίας, της δολερής υποκρισίας και της του πλησίον συκοφαντίας. 
Ο αφιλειρηνικός και φιλεριστικός κατά πνεύμα άνθρωπος είναι ένας πνευματικώς και ψυχικώς ασθενής άνθρωπος στον οποίο ωσάν να είναι δαιμονισμένος και κυριαρχούμενος από τα πάθη της οργής και του θυμού, που είναι τα ζοφερά γεννήματα της ψυχικώς φιλοπολεμικής και εχθρικής προαιρέσεως, παρατηρούνται τέτοιες και τόσο φοβερές και τρομακτικές, λίαν δε αποκαλυπτικές της ασθενούσης εμπαθούς ανθρώπινης ψυχής, εκδηλώσεις και τραγικά συμπτώματα, τα οποία ο θεόφρων Πατήρ της Εκκλησίας Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης περιγράφει ως εξής: «Πόσο μεγάλο αγαθό είναι αυτό, θα το εννοήσεις καλύτερα εάν σκεφθείς τις συμφορές που προκαλούνται στην ψυχή από το συναίσθημα της εχθρικής προαίρεσης. Ποιός θα εκθέσει όπως τους αξίζει τα πάθη της οργής; Ποιός λόγος θα περιγράψει την απρέπεια αυτής της νόσου;
Βλέπεις τα πάθη των δαιμονισμένων να εκδηλώνονται σ’ αυτούς που κυριαρχούνται από τον θυμό. Θεώρησε παράλληλες τις εκδηλώσεις του δαίμονος και του θυμού και ποια διαφορά παρουσιάζουν μεταξύ τους…
Όταν δηλαδή το πάθος κυριαρχήσει και υπερθερμανθεί το γύρω από την καρδιά αίμα της μαύρης χολής, όπως λένε, που το πάθος του θυμού την διαχέει σε κάθε σημείο του σώματος, τότε από τους ατμούς που συμπιέζονται μέσα στον άνθρωπο ερεθίζονται όλα τα γύρω από το κεφάλι αισθητήρια. Τα μάτια πετιούνται προς τα έξω κι ατενίζουν κατακόκκινα, όπως το φίδι αυτόν που το ενοχλεί. Τα σπλάχνα ανεβοκατεβαίνουν από την βαριά αναπνοή, διαστέλλονται οι φλέβες στον αυχένα, η γλώσσα χοντραίνει και η φωνή στριγγλίζει καθώς στενεύει η αρτηρία, τα χείλη σκληραίνουν και μαυρίζουν καθώς περνά μέσα τους εκείνη η ψυχρή χολή και δυσκολεύονται στο φυσικό ανοιγοκλείσιμό τους, ώστε ούτε το σάλιο που πλεονάζει δεν μπορούν να κλείσουν μέσα στο στόμα, αλλά το βγάζουν μαζί με τα λόγια και με την παραμορφωμένη λέξη φτύνουν τέλος και τον αφρό… κι αν κατά την συμπλοκή το στόμα κάποιου πλησιάσει το σώμα του άλλου δε μένουν μήτε τα δόντια άπρακτα, αλλά δαγκώνουν όποιους πλησιάσουν όπως τα θηρία…».
Ιδιαιτέρα είναι η μνεία του θεοφόρου Πατρός Αγίου Γρηγορίου Νύσσης στην εν λόγω ερμηνευτική ομιλία του στο φοβερό πάθος του φθόνου, τον οποίο ο άνθρωπος που δεν είναι ειρηνικός πνευματικώς και ψυχικώς καλύπτει με το απαίσιο πέπλο της υποκρισίας. Το πάθος του φθόνου διαβρώνει και κατατρώγει τον αφιλειρηνικό άνθρωπο τον οποίο απανθρωποιεί και θηριοποιεί. Εν προκειμένω ο Άγιος Γρηγόριος γράφει ότι: «Ενώ εσωτερικά στο βάθος της καρδίας υποβόσκει το μίσος σαν φωτιά αθέατη, κατά το φαινόμενο παίρνει υποκριτικά όψη φιλική. Κι όπως η φωτιά που είναι σκεπασμένη με τα άχυρα χωρίς να βγάζει φλόγα φανερά αλλά αναπηδά πυκνός καπνός με ορμή από τα άχυρα που τον πιέζουν κι αν τύχει να φυσήξει τότε πετάγεται στα φανερά η ολόλαμπρη φλόγα, έτσι είναι και ο φθόνος. Κατατρώγει από μέσα την καρδιά όπως η φωτιά μιά γεμάτη από άχυρο αποθήκη. Και από ντροπή βέβαια κρύβει την νόσο του ο φθονερός, δεν είναι όμως σε θέση να κρυφτεί ολότελα. Αλλά σαν ένας καπνός έντονος διακρίνεται στις εκδηλώσεις η εχθρότητα του φθόνου. Κι αν βρει το φθονούμενο κάποτε συμφορά, τότε εκδηλώνει την νόσο του κάνοντας ευχαρίστηση και χαρά του τη λύπη εκείνου.
Το κρυμμένο πάθος όσο νομίζουμε ότι λανθάνει, το μαρτυρούν φανερές αποδείξεις στο πρόσωπο. Τα σημάδια του θανάτου στους απελπισμένους, αυτά παρουσιάζονται συχνά σ’ αυτόν που λιώνει από τον φθόνο ξηραίνοντας τα μάτια και βαθουλώνουν μέσα στα τραβηγμένα βλέφαρα, τα φρύδια πέφτουν, όπου ήταν σάρκες τώρα φαίνονται κόκκαλα…
Και η αιτία του κακού ποιά είναι; Να δοκιμάσει θλίψη στη ζωή του ο αδελφός ή ο συγγενής ή ο γείτονας. Καινούργια αντίληψη του εγκλήματος! Να θεωρεί έγκλημα το ότι δε δυστυχεί εκείνος, που η ευτυχία του τον λυπεί, χωρίς να κρίνει αδικία κάποιο κακό που έπαθε από αυτόν, αλλά επειδή εκείνος έχει αυτά που επιθυμεί χωρίς ν’ αδικεί σε τίποτα…».
Όλα τα παραπάνω τα οποία αποτελούν εμπαθείς εκδηλώσεις του αφιλειρηνικού ανθρώπου ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης θεωρεί ως «ασχημοσύνη», ως τον ακραίο εξευτελισμό της ανθρώπινης υπάρξεως, ενώ ο ίδιος επαινεί τον ειρηνοποιό άνθρωπο που ανθίσταται και παρακωλύει αυτόν τον ανθρώπινο εξευτελισμό, γράφοντας ότι: «Όποιος εμποδίζει τον εξευτελισμό αυτός είναι άξιος να μακαρίζεται και να τιμάται από αυτή την μεγίστη ευεργεσία που προσφέρει. Γιατί, αν αυτός που απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάποια σωματική απρέπεια είναι άξιος τιμής για την πράξη του αυτή, πόσο μάλλον πρέπει να θεωρηθεί ευεργέτης της ζωής όποιος ελευθερώνει την ψυχή από την νόσο αυτή; Όσο ανώτερη είναι η ψυχή από το σώμα, τόσο μεγαλύτερης τιμής είναι άξιος από εκείνον που θεραπεύει τα σώματα όποιος απαλλάσσει από την νόσο τους τις ψυχές… όποιος λοιπόν βγάζει μέσα από την ζωή του ανθρώπου την νόσο αυτή που συνάπτει τους ανθρώπους με την φιλία και την ειρήνη και οδηγεί τους συνανθρώπους του σε φιλική ομογνωμοσύνη, δεν κάνει τάχα έργο δύναμης θεϊκής, περιορίζοντας τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσεως κι αναπληρώνοντάς τα με την κοινωνία των αγαθών. Γι’ αυτό ονομάζει τον ειρηνοποιό «υιό του Θεού», γιατί γίνεται μιμητής του αληθινού Θεού όποιος χαρίζει τα δώρα στη ζωή των ανθρώπων».
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός ως ο Άρχων της Ειρήνης αφειδώς και πλουσίως δωρεοδοτεί στον άνθρωπο την «άνωθεν ειρήνη» με την οποία ο σκληρόκαρδος άνθρωπος μεταμορφώνεται σε ειρηνικό πρόσωπο, σε αληθή ειρηνοποιό, και στη συνέχεια, λόγοις και έργοις, μεταδίδει τα αγαθά της ειρήνης και στους υπόλοιπους συνανθρώπους του. Περί πάντων τούτων ο θεοφώτιστος Άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει και διδάσκει ότι: «Με αυτό λοιπόν είναι δυνατό να καταλάβουμε την υπερβολή της φιλανθρωπίας, ότι τα αγαθά αντιδωρήματα δεν μας τα εχάρισε με κόπους και ιδρώτες, αλλά κατά κάποιο τρόπο με απολαύσεις και ηδονές, αν το στεφάνωμα όσων μας ευχαριστούν είναι η ειρήνη, που θέλει να έχει ο καθένας σε τόσο μέτρο, ώστε να μην περιορίζεται σε αυτά μονάχα, αλλά με μεγάλη αφθονία να την μεταδίδει και σε όσους δεν έχουν…

Πώς λοιπόν δεν είναι μακάριος ο διανομέας των θείων δωρεών; Ο μιμητής των χαρισμάτων του Θεού; Αυτός που εξομοιώνει όσα καλά πράττει με τη μεγάλη δωρεά του Θεού; Ίσως ο μακαρισμός δεν αφορά μόνο το αγαθό των άλλων. Αλλά, νομίζω, ειρηνοποιός είναι κυρίως αυτός που φέρνει σε συμφωνία ειρήνης τη διάσταση της σάρκας και του πνεύματος, τον εμφύλιο πόλεμο της ανθρώπινης φύσεως, όταν παύει πια να λειτουργεί ο νόμος του σώματος, που αντιστρατεύεται τον νόμο του πνεύματος, κι αφού δεχθεί τον ζυγό της ανώτερης βασιλείας, γίνεται υπηρέτης των θείων διαταγμάτων… αν εξαλειφθεί από μέσα μας το μεσότοιχο της κακίας του εσωτερικού μας φραγμού… οι άνθρωποι αυτοί ονομάζονται κυριολεκτικά υιοί του Θεού…».


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ