Σελίδες

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Η ΕΘΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΑΚΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΟΕΞΑΡΧΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΤΕ ΚΑΖΑ ΓΚΙΟΥΜΟΥΛΤΖΙΝΗΣ (1900-1914)

Γράφει ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
Η εθνικΗ δρΑση και αντΙσταση του ΜητροπολΙτου ΜαρωνεΙας ΝικολΑου ΣακκΟπουλου (1900-1914) εναντΙον των σχισματικΩν ΒουΛΓαροεξαρχικΩν στον τΟτε ΚαζΑ ΓκιουμουλτζΙνης ( ΝομΟ ΡΟΔΟΠΗΣ)
Ο από Άγκυρας Μητροπολίτης Μαρωνείας, Θάσου και Σαμοθράκης Νικόλαος Σακκόπουλος (1902-1914), αμέσως μετά την ενθρόνιση και εγκατάστασή του στη Μητρόπολη Μαρωνείας και αφού ανέλαβε τα αρχιερατικά του καθήκοντα, επέδειξε ιδιαίτερη αυστηρότητα και αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση και απόκρουση της εθνικιστικής και εκκλησιαστικής προπαγάνδας των λαϊκών και κληρικών Βουλγάρων εξαρχικών, οι οποίοι με ύπουλες μεθοδεύσεις επεδίωκαν να διεισδύσουν στην μητροπολιτική του περιφέρεια.
Ο στόχος τότε των Βουλγάρων ήταν διπλός, αφενός μεν να αλλοιώσουν την εθνολογική σύνθεση του Καζά Γκιουμουλτζίνας, αφετέρου δε να αποσπάσουν τον ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό της Δυτικής Θράκης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να τον εντάξουν εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία της  σχισματικής βουλγαρικής Εκκλησίας, της άλλως καλουμένης «Βουλγαρικής Εξαρχίας».

Στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Μητροπόλεως Μαρωνείας, η εθνικιστική προπαγάνδα των βουλγαροεξαρχικών εφάνη από τις αρχές ήδη του 1897, όταν η Υψηλή Πύλη είχε εκδόσει αυτοκρατορικό φιρμάνιο με το οποίο επέτρεπε στου Βουλγάρους την ανέγερση και λειτουργία βουλγαρικής αστικής σχολής στην πόλη της Κομοτηνής. Το δε έτος 1900 η Υψηλή Πύλη ενέκρινε τον υπουργικό Τεσκερέ διά του οποίου επιτρεπόταν στους σχισματικούς εξαρχικούς ιερείς του χωριού Δερέκιοϊ (Πάνδροσος) να τελούν τη θεία λειτουργία στην βουλγαρική γλώσσα και σε ελληνικές εκκλησίες τις οποίες είχαν καταλάβει παρανόμως.
Σε όλες αυτές τις παράνομες ενέργειες και μεθοδεύσεις της εκκλησιαστικής προπαγάνδας των βουλγαροεξαρχικών, ο Μητροπολίτης Νικόλαος αντέδρασε άμεσα και έντονα. Ειδικότερα δε η αντικανονική και παράνομη αξίωση των σχισματικών να λειτουργούν την εκκλησία του παραπάνω χωριού, παρόλο που ήταν ελληνική και οι ίδιοι υπήγοντο  στην «εκκλησιαστική δικαιοδοσία» της σχισματικής βουλγαρικής εξαρχίας, ανάγκασε τον Μαρωνείας Νικόλαο να σφραγίσει την εκκλησία του χωριού, προκειμένου με το ακραίο και έσχατο αυτό μέτρο να διατηρήσει την εκκλησιαστική και κανονική τάξη στην επαρχία του ως ο μόνος κανονικός επίσκοπος της τοπικής εκκλησίας στη μητροπολιτική περιφέρεια Μαρωνείας.
Ύστερα από τις εξελίξεις αυτές, ο Έλληνας Υπουργός των Εξωτερικών με υπηρεσιακό έγγραφό του το Σεπτέμβριο του 1904 εζήτησε από τον Έλληνα Πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη «…να υποδείξη εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην την ανάγκην όπως ο Μητροπολίτης Μαρωνείας έχει εν Γκιουμουλτζίνη αρχιερατικόν επίτροπον ικανόν και μεμορφωμένον, ο οποίος να δύναται να ενεργή και εργάζηται υπέρ των εθνικών συμφερόντων κατά τον χρόνον, καθ' ον η Α. Σεβασμιότης παραμένει εν Θάσω…». Τελικώς, ο Μητροπολίτης Νικόλαος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Έλληνα Υπουργού των Εξωτερικών και διόρισε ως αρχιερατικό επίτροπο αυτού στον Καζά Γκιουμουλτζίνας τον Πρωτοπρεσβύτερο Νικόλαο Σακελλαρίδη.
Στα τέλη του 1905 στην «Έκθεση – Αναφορά» του Γενικού Σχολικού Επιθεωρητού Μακεδονίας και Θράκης Δ. Σάρρου αναφέρεται ότι στην Κομοτηνή κάθε Κυριακή 200 περίπου Βούλγαροι συγκεντρώνονταν σε μία συγκεκριμένη οικία, την οποία από τριετίας ήδη εχρησιμοποιούσαν ως εκκλησία χωρίς την επίσημη νόμιμη άδεια της αυτοκρατορικής κυβερνήσεως, αλλά εν γνώσει και με την ανοχή της τοπικής οθωμανικής διοικήσεως του Καζά Γκιουμουλτζίνας. Στην οικία αυτή, την θεία λειτουργία τελούσε ο σχισματικός βουλγαροεξαρχικός αρχιμανδρίτης Διονύσιος «… ανήρ πανούργος και δραστηριώτατος», ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην πόλη της Κομοτηνής από το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη), σε αντικατάσταση του από δωδεκαετίας λειτουργούντος εξαρχικού ιερέως που είχε ήδη εγκαταλείψει την πόλη της Κομοτηνής. Ο Δ. Σάρρος κατά την περιοδεία του στον Καζά Γκιουμουλτζίνας συναντήθηκε και συνεργάσθηκε με τον Μαρωνείας Νικόλαο για την ίδρυση της πρώτης φιλανθρωπικής και φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητος, λαμβάνοντας την διαβεβαίωση και την υπόσχεση του Μητροπολίτου «… ότι θα περιβάλη διά της προστασίας του την αδελφότητα και απέναντι των αρχών…».
Ειδικότερα, όσον αφορά την αντικανονική και εθνοφυλετική δράση του εξαρχικού αρχιμανδρίτου Διονυσίου στην παρανόμως λειτουργούσα βουλγαρική «παρασυναγωγή» στην πόλη της Κομοτηνής, ο Μητροπολίτης Νικόλαος από την πρώτη στιγμή που ανέκυψε το όλο ζήτημα, εζήτησε από τον Μουτεσαρίφη (πολιτικός Υποδιοικητής του Καζά Γκιουμουλτζίνας) της Κομοτηνής και τον Νομάρχη του Βιλαετίου της Αδριανουπόλεως να αποτρέψουν και απαγορεύσουν άμεσα κάθε προσπάθεια των σχισματικών βουλγάρων εξαρχικών να ασκούν την εθνοφυλετική και εκκλησιαστική τους προπαγάνδα σε βάρος του ελληνικού χριστιανικού ποιμνίου του και των κληρικών της μητροπολιτικής του περιφέρειας, οι οποίοι παρόλα τα δεινά που υπέμεναν, συνέχιζαν ακμαίοι να αντιστέκονται και να παραμένουν πιστοί στη Μητέρα Εκκλησία αυτών, ήτοι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Τόσο όμως ο μουτεσαρίφης του Καζά Γκιουμουλτζίνας όσο και ο Νομάρχης Αδριανουπόλεως, οι οποίοι είχαν δωροδοκηθεί από τους βουλγαροεξαρχικούς, συνέχιζαν να επιδεικνύουν μιά προκλητική ανοχή στις προπαγανδιστικές τακτικές και μεθοδεύσεις των βουλγάρων. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μουτεσαρίφης είχε επισκεφθεί μαζί με τον Μητροπολίτη Νικόλαο την «παρασυναγωγή» των βουλγάρων και τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα απαγόρευε άμεσα την λειτουργία της, εντούτοις εκείνος δεν είχε λάβει κανένα μέτρο για να παύσει οριστικά η αντικανονική δράση του εξαρχικού αρχιμανδρίτου Διονυσίου και των βουλγάρων φανατικών συνεργατών του.
Έτσι, επειδή η εθνοφυλετική και παράνομη δράση του εξαρχικού αρχιμανδρίτου Διονυσίου συνεχιζόταν ανεμπόδιστα και με τις ανεπίσημες «ευλογίες» των οθωμανικών τοπικών αρχών, ο Μητροπολίτης Νικόλαος κατά το έτος 1906 απέστειλε και νέα επιστολή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με την οποία ζητούσε οδηγίες για τις περαιτέρω ενέργειες και αντιδράσεις του, προκειμένου να παύσει απολύτως η υφισταμένη παρανόμως λειτουργία του ναϊδρίου των βουλγάρων και η εθνοφυλετική - εκκλησιαστική προπαγάνδα του αρχιμ. Διονυσίου στην έδρα της μητροπόλεώς του. Ο δε Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ στην δι'  επιστολής απάντησή του περιορίσθηκε απλώς στο να προτρέψει τον Μαρωνείας Νικόλαο να ζητήσει περισσότερο επίμονα από τις τοπικές οθωμανικές αρχές την άμεση απαγόρευση της εκκλησιαστικής και εθνοφυλετικής προπαγάνδας του εξαρχικού Διονυσίου.
Στα τέλη του 1908 οι Βούλγαροι εξαρχικοί με την παρασκηνιακή υποστήριξη και των τοπικών οθωμανικών αρχών είχε υποβάλλει εγγράφως το αίτημά τους στην οθωμανική κυβέρνηση να εγκρίνει τον διορισμό και με επίσημη πια απόφασή της ενός Βουλγάρου εξαρχικού επιτρόπου στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να συμμετάσχει και εκείνος στην επιτροπή που είχε συγκροτήσει η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση των Νεοτούρκων για την διευθέτηση του ζητήματος των δήθεν αμφισβητουμένων Ορθοδόξων Ελληνικών Εκκλησιών στον Καζά Γκιουμουλτζίνας, τις οποίες διεκδικούσαν τελείως αυθαίρετα και οι Βούλγαροι εξαρχικοί για να τελούν οι σχισματικοί ιερείς τους στη βουλγαρική γλώσσα τη θεία λειτουργία και τις υπόλοιπες εκκλησιαστικές ιεροπραξίες και ακολουθίες. Όταν λοιπόν ο Μητροπολίτης Νικόλαος πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, αντέδρασε άμεσα στις μεθοδευόμενες και ύπουλες ενέργειες των εξαρχικών και ενημέρωσε αμέσως με επιστολή του το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση των Νεοτούρκων, που είχε σχησματισθεί ύστερα από τις πρώτες βουλευτικές εκλογές στη ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το έτος 1908, είχε αποστείλει υπουργικό τεσκερέ με τον οποίο έκανε δεκτό το παραπάνω αίτημα των Βουλγάρων.
Στον Καζά Γκιουμουλτζίνας οι αμφισβητούμενες λεγόμενες ελληνικές εκκλησίες τις οποίες διεκδικούσαν τόσο οι Έλληνες όσο και οι Βούλγαροι βρίσκονταν στα χωριά Μπαγιατλή (Παγούρια), Καρακούρτζαλη (Κρωβύλη) και Άνω Πασμακλή. Ειδικά στο χωριό Άνω Πασλακλή οι Βούλγαροι εξαρχικοί με την προκλητική ανοχή των οθωμανικών τοπικών αρχών είχαν αποπειραθεί να καταλάβουν την εσφραγισμένη ελληνική εκκλησία, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με την σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων κατοίκων του χωριού. Ο Μητροπολίτης Νικόλαος και πάλι όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, ενημέρωσε αμέσως το Πατριαρχείο για τις προκλητικές και παράνομες ενέργειες των εξαρχικών και καθ' υπόδειξη του Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ προέβη στη συνέχεια σε έντονα διαβήματα διαμαρτυρίας ενώπιον των τοπικών οθωμανικών πολιτικών αρχών της Γκιουμουλτζίνας, προκειμένου να αποφευχθούν και στο μέλλον παρόμοιες ανθελληνικές ενέργειες των Βουλγάρων.
Σύμφωνα επίσης με την ρητή εντολή του Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, ο Μαρωνείας Νικόλαος εζήτησε από τον Μουτεσαρίφη της Κομοτηνής να απαγορεύσει την επίσημη ίδρυση βουλγαρικής εκκλησίας στην Κομοτηνής και να απομακρύνει αμέσως από την πόλη τον βούλγαρο εξαρχικό ιερέα, ο οποίος λειτουργούσε παράνομα και αντικανονικά σε κάποιο ευκτήριο οίκο, προβάλλοντας μάλιστα τον ανυπόστατο ισχυρισμό ότι στην πόλη της Κομοτηνής υπήρχε μεγάλος αριθμός βουλγαρικών οικογενειών, παρόλο που οι επίσημα καταγεγραμμένες βουλγαρικές οικογένειες ήταν μόνο τέσσερεις. Κατά το έτος 1909 ο Μητροπολίτης Νικόλαος κατέβαλλε επίσης μεγάλες προσπάθειες προκειμένου να αποτρέψει και την επίσημη νομιμοποίηση από τις τοπικές οθωμανικές αρχές της βουλγαρικής σχολής που λειτουργούσε παράνομα από το 1906 στην πόλη της Κομοτηνής.
Όταν κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ο ζωογόνος αέρας της ελευθερίας έπνεε και στον τότε Καζά Γκιουμουλτζίνας, στη Δυτική Θράκη, ο Μητροπολίτης Νικόλαος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, στο Πατριαρχείο, όπου είχε μεταβεί επειδή είχε εκλεγεί για τη διετία 1912-1914 συνοδικό μέλος της Αγίας και Ιερά Πατριαρχικής Συνόδου. Δυστυχώς όμως η ελευθερία των ελλήνων της Θράκης δεν διήρκησε για πολύ, αφού από τον Νοέμβριο του 1912 έως και τον Ιούνιο του 1913 οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και άρχισαν αμέσως τις διώξεις των μουσουλμάνων και στη συνέχεια των Ελλήνων Χριστιανών, κληρικών και λαϊκών.
Από τις επίσημες «Εκθέσεις - Αναφορές» τις οποίες συνέταξαν οι περιοδεύοντες - απεσταλμένοι Μητροπολίτες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ανατολική και Δυτική Θράκη, πληροφορούμεθα ότι ειδικότερα στον Καζά Γκιουμουλτζίνας οι Βούλγαροι στρατιώτες κατέλαβαν την Τσανάκλειο Σχολή, στον τρίτο όροφο της οποίας εστεγάζοντο τότε τα γραφεία της Μητροπόλεως Μαρωνείας, και απεμάκρυναν βιαίως τον Πρωτοσύγκελλο της Μητροπόλεως, Αρχιμανδρίτη Νικόλαο, τον οποίο εν συνεχεία μετέφεραν ως όμηρο στη Βουλγαρία. Κατέστρεψαν επίσης στην πυρά όλα τα αρχεία καθώς και όλα τα εκκλησιαστικά, λειτουργικά και ελληνικά εκπαιδευτικά βιβλία τα οποία εφυλάσσοντο στην Ιερά Μητρόπολη.
Οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες σταδιακά κατέλαβαν τα ελληνικά σχολεία της Κομοτηνής και των χωριών Πασμακλή και Γιασίκιοϊ (Ίασμος), τα οποία χρησιμοποιούσαν ως στάβλους και στρατώνες. Από τις εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας (Μητροπολιτικός Ναός) Κομοτηνής οι βούλγαροι στρατιώτες αφαίρεσαν τα ιερά άμφια, τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και οτιδήποτε άλλο είχε ιστορική και υλική αξία. Απογύμνωσαν επίσης και τις εκκλησίες των χωριών του Κοσμίου, της Γρατινής, του Σώστου, των Ασωμάτων, της Μαρωνείας, του Ιάσμου, του Χιρκά (Κίρκη), κ.ά.
Την ίδια περίοδο οι βουλγαροεξαρχικοί κακοποιούσαν τους Έλληνες Ιερείς και τους εξεβίαζαν, λέγοντες πως εάν ήθελαν να συνεχίσουν να λειτουργούν, θα έπρεπε να μνημονεύουν στη θεία λειτουργία τον σχισματικό Βούλγαρο Έξαρχο καθώς και τα μέλη της βουλγαρικής βασιλικής οικογένειας, ενώ τους υποχρέωναν να δέχονται στο αναλόγιο μόνο βουλγάρους ιεροψάλτες.
Τον Ιούλιο του 1913 ο Ελληνικός στρατός εισήλθε ως ελευθερωτής και σωτήρας στην Κομοτηνή και αφού απελευθέρωσε την πόλη και όλο τον τότε Καζά Γκιουμουλτζίνης από τους Βουλγάρους, εγκαταστάθηκε προσωρινά. Τον Αύγουστο όμως του 1913, όταν υπεγράφη η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Δυτική Θράκη παραχωρήθηκε τελικώς στη Βουλγαρία. Τότε αντέδρασαν έντονα και από κοινού ο Μητροπολίτης Νικόλαος, ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου Φιλάρετος Βαφείδης και ο εκ του χωρίου Γρατινής του Νομού Ροδόπης καταγόμενος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος). Συγχρόνως, στις 8/9 Αυγούστου 1913 οι μουσουλμάνοι της περιοχής με επικεφαλής τον Εμβέρ Πασά ανεκήρυξαν μονομερώς, παραγκωνίζοντας του Έλληνες Χριστιανούς της Δυτικής Θράκης, την αυτονομία της Γκιουμουλτζίνας ως πρωτεύουσας της λεγομένης «αυτονόμου Δυτικής Θράκης».
Οι τρεις παραπάνω Μητροπολίτες, υποστηρίζοντες  την ιδέα της αυτονομήσεως της Δυτικής Θράκης προσεπάθησαν να πείσουν τον Ελ. Βενιζέλο να αποδεχθεί το σχέδιο αυτό, προκειμένου να αποφευχθεί οπωσδήποτε η παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στους Βουλγάρους εθνικιστές. Εκείνος όμως κατά τρόπο ανεξήγητο και προκλητικό θεωρούσε το ζήτημα λήξαν και δεν απεδέχθη  την σχετική εισήγηση των τριών Μητροπολιτών. Τότε, σε απάντηση της επιμόνου αρνήσεως του Ελ. Βενιζέλου, οι τρεις Μητροπολίτες συνέταξαν από κοινού ένα υπόμνημα διαμαρτυρίας προς τις λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις. Με το κείμενο του υπομνήματος, το οποίο υπέγραψαν και οι τρεις Μητροπολίτες, εζήτησαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις να κάνουν δεκτό το αίτημά τους ως εκπροσώπων του ελληνοχριστιανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης και να μην επιτρέψουν την εγκατάσταση της πολιτικής και στρατιωτικής διοικήσεως των Βουλγάρων στους νομούς Ροδόπης, Ξάνθης και Έβρου. Ο Μητροπολίτης Μαρωνείας Νικόλαος μάλιστα για να υπερτονίσει με έμφαση το ενδιαφέρον του για την τύχη του ποιμνίου του στη μητροπολιτική περιφέρειά του, δεν υπέγραψε με τον ιστορικό εκκλησιαστικό του τίτλο ως «Μητροπολίτης Μαρωνείας», αλλά ως «Μητροπολίτης Γκιουμουλτζίνας».
Στις 27 Αυγούστου του 1913 ο Ε. Κανελλόπουλος, διπλωματικός αξιωματούχος στην Ελληνική Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, σε έγγραφό του το οποίο απέστειλε στο ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών αναφέρει ότι πάμπολλες υπήρξαν οι προσπάθειες του Μητροπολίτου Μαρωνείας Νικολάου στην Κωνσταντινούπολη, όπου διέμενε εκείνο το χρονικό διάστημα, λόγω της ιδιότητός του ως συνοδικού αρχιερέως στην Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προκειμένου να αποφευχθεί η εγκατάσταση της Βουλγαρικής διοικήσεως στη Δυτική Θράκη.
Τελικώς όμως τα βουλγαρικά στρατεύματα εγκαταστάθησαν στη Δυτική Θράκη, στις αρχές Οκτωβρίου του 1913, και άρχισαν και πάλι οι βίαιες λεηλασίες, κακοποιήσεις, εκτοπίσεις και εξορίες του μουσουλμανικού και του  χριστιανικού στοιχείου σε όλη την έκταση της Δυτικής Θράκης. Οι δε Έλληνες κληρικοί οι οποίοι παρέμεναν πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και δεν ανεγνώριζαν την σχισματική βουλγαρική εξαρχία, εκακοποιούντο, εκτοπίζοντο και σε πολλές περιπτώσεις εδολοφονούντο.
Για όλα τα παραπάνω φρικτά γεγονότα τα οποία συνέβαιναν στη Μητρόπολη Μαρωνείας, ο Νικόλαος με την από 11ης Δεκεμβρίου 1913 επιστολή του ενημέρωσε λεπτομερώς τον Πατριάρχη Γερμανό Ε΄ (1913-1918) και την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου.
Η κατάσταση στον Καζά Γκιουμουλτζίνας έγινε ακόμη χειρότερη στις αρχές του έτους 1914, οπότε ο Μαρωνείας Νικόλαος με δεύτερη αναφορά του ενημέρωσε και πάλι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εζήτησε την άμεση παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Γερμανού προκειμένου να απαιτήσει από τις Μεγάλες Δυνάμεις την προστασία του Χριστιανικού ποιμνίου της Δυτικής Θράκης. Στην επιστολή του εκείνη ο Μητροπολίτης Νικόλαος δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι ο Βούλγαρος εξαρχικός Μητροπολίτης Μαρωνείας Βόρις επέδειξε ιδιαίτερη σκληρότητα και ασεβή συμπεριφορά στους υπερήλικες Έλληνες ιερείς τους οποίους απαγόρευσε να λειτουργούν και τους έθεσε σε κατ' οίκον περιορισμό. Ο ίδιος επίσης δεν επέτρεπε να θάπτονται οι νεκροί Έλληνες Χριστιανοί, παρά μόνο εάν οι συγγενείς τους ανεγνώριζαν την βουλγαρική εξαρχία και τους πήγαιναν στις εκκλησίες όπου λειτουργούσαν Βούλγαροι ιερείς. Το ίδιο εφάρμοζε και στην περίπτωση που έπρεπε να βαπτισθεί κάποιο νήπιο τέκνο Έλληνος Χριστιανού.
Ο Μητροπολίτης Νικόλαος κατά τον Φεβρουάριο του 1914 προήχθη στην Πρωτόθρονη Μητρόπολη Καισαρείας και εγκατέλειψε οριστικώς την μαρτυρική θρακώα γη. Οι βουλγαρικές όμως θηριωδίες στη Δυτική Θράκη συνεχίσθηκαν και για τα επόμενα 6 έτη, ήτοι και επί των ημερών του Μητροπολίτου Μαρωνείας Μελισσηνού (1914-1921), μέχρι στις 14 Μαΐου του 1920, οπότε ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την θρακική γη από τον βούλγαρο κατακτητή και έτσι η πολύπαθη, ακριτική γη μας ενετάχθη στην επικράτεια της μητρός Ελλάδος.
(Περιληπτική καταγραφή όσων αναφέρονται λεπτομερώς στο ιστορικό πόνημα του γράφοντος με τίτλο «Ο Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου Νικόλαος Σακκόπουλος και η εποχή του (1862-1927)», Θεσσαλονίκη 2001).

ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ