Σελίδες

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο "ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ"

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο «ΣΥΝΟΔΙΚΟΣ»
·     Η επετηρίς του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το σωτήριο έτος 2017 αφιερούται στο μέγα εκκλησιαστικό, πνευματικό και ιστορικών διαστάσεων γεγονός της εν Αγίω Πνεύματι συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

·  Η Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυνος των Ορθοδόξων εσταυ.ρωμένη Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία ασκήσασα κυριαρχικώς το μόνον αυτή έχουσα παλαίφατο κανονικό προνόμιο να συγκαλεί μείζονες Συνόδους επέτυχε, παρά τα εμφανή και αφανή αφιλάδελφα και ψευδάδελφα πλήγματα εκ των έσω, για μία ακόμη φορά να ενσαρκώσει έργοις και λόγοις την ευλογημένη ενότητα των Πανορθοδόξων.

· Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως ο «Πρώτος» της Ορθοδοξίας Επίσκοπος στην αυτοθυσιαστική «κενωνική» διακονία του ευθυνοφόρου πρωθυπουργήματος της των πάντων Ορθοδόξων ενότητος και παρά τα πειρασμικά βέλη, τα προερχόμενα ακόμη και εκ των ένδον του Ορθοδόξου σώματος αφιλαδέλφων ή και ψευδαδέλφων ομοδόξων, κατέστη απτή και ορατή εκκλησιαστική πρωθιεραρχική μορφή και σημείο αναφοράς πανορθοδόξου ενότητος, ώστε εφεξής να καταγράφεται δικαίως και προσφυώς ως «Βαρθολομαίος ο Συνοδικός».
Η συγκληθείσα εν Αγίω Πνεύματι Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της Ορθοδόξου κατ΄ Ανατολάς Εκκλησίας επέφερε «εγκάρσια τομή» και αποτελεί ήδη εφάπαξ καταγεγραμμένο και μεμαρτυμένο μεγίστης σημασίας και παγχριστιανικών διαστάσεων εκκλησιαστικό, πνευματικό και ιστορικό γεγονός, αληθές ουσιαστικό και συμβολικό χρονικό ορόσημο, στην ζωή και πορεία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας μέσα στον χωροχρόνο, εάν αναλογισθεί κάποιος ότι το πολυπόθητο και περιπόθητο αυτό όνειρο και συνάμα το προς αυτό συνδεόμενο μέγα όραμα για την μετά από πολλούς αιώνες μέσω της συγκλήσεως πανορθοδόξου «Μείζονος» ή «Μεγάλης» Συνόδου επιβεβαίωση της πανορθοδόξου ενότητος απετέλεσε επί πολλές δεκαετίες τον «διακαή και μύχιον πόθον» πολλών Οικουμενικών Πατριαρχών, λοιπών Ορθοδόξων Προκαθημένων, Ιεραρχών, Θεολόγων και φυσικά του Χριστεπωνύμου πληρώματος ως εκκλησιαστικού σώματος του Αναστάντος Ιησού Χριστού.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ (1991) ως ο «Πρώτος» της Ορθοδοξίας Επίσκοπος ουχί εν δεσποτική κοσμική εξουσία, αλλά όντως πρώτος στην αυτοθυσιαστική, «κενωτική», αγαπητική και εν αυτοταπεινώσει διακονία - αληθώς αρχιδιακονία προς την κοινή φιλόστοργη τροφό και Μητέρα πάντων Αγία του Χριστού Εκκλησία και την φίλη Ορθοδοξία - του ευθυνοφόρου Πρωθυπουργήματος της των πάντων Ορθοδόξων εν Χριστώ ενότητος και παρά τα δολίως κινούμενα πειρασμικά βέλη, τα προερχόμενα δυστυχώς ακόμη και των «ένδον του καταπετάσματος» του ενός Ορθοδόξου σώματος αφιλαδέλφων ή και ψευδαδέλφων συνεκδήμων, ενεσάρκωσε τελικώς και έκαμε ζώσα εκκλησιαστική πραγματικότητα το όραμα αυτό, ενώ συνάμα κατέστη η απτή και ορατή εκκλησιαστική πρωθιεραρχική μορφή πανορθοδόξου ενότητος μη δεχόμενος πιέσεις, εκβιασμούς και όρους για το παγκοίνως αυτονόητο, ότι δηλαδή η «Εκκλησία πορεύεται» και «πλην Λακεδαιμονίων» ανά τους αιώνες και μέχρι τα έσχατα. Επειδή λοιπόν ο Οικουμενικός Πατριάρχης εμάτωσε κυριολεκτικώς, αγογγύστως και ειρηνεύων «εν τω συνδέσμω της ειρήνης» για την διά της συνοδικότητος ενότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, εφεξής δύναται να καταγράφεται δικαίως και προσφυώς ως «Βαρθολομαίος ο Συνοδικός».
Η Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυννος εσταυρωμένη Μήτηρ Αγία Μεγάλη του Χριστού Κωνσταντινουπολίτις Εκκλησία, ήτοι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τιμώντας το μέγα τούτο εκκλησιαστικό, πνευματικό και ιστορικό γεγονός Πανορθοδόξου και Παγχριστιανικής διαστάσεως και εμβέλειας, κατόπιν σχετικής συνοδικής αποφάσεως, αφιέρωσε την επετηρίδα του 2017 στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όπως γράφει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο περισπούδαστο προλογικό σημείωμά του: «Το σημαντικόν τούτο γεγονός της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου είναι μεν πλέον ανθρωπίνως παρελθόν. Όμως, καθώς εν τη Εκκλησία ημών, ως θεανθρωπίνω οργανισμώ, δεν υφίσταται η κοσμική έννοια του χρόνου, αλλά μόνον η αιωνιότης, παρελθόν δε, παρόν και μέλλον συμπλέκονται εις εν αιώνιον παρόν, ούτω το γεγονός της Συνόδου ταύτης, της συνελθούσης εν Κρήτη, είναι εν ταυτώ διαρκώς και διαχρονικώς παρόν, καθ' όσον αι διακηρυχθείσαι εν αυτή χριστιανικαί αξίαι και θεόσδοτοι εντολαί, ως έχουσαι αιώνιον αξίαν, ποιούν τους αποδεχομένους και βιούντας αυτάς μετόχους αιωνίου ζωής και θείας παρακλήσεως. Διά τούτο και διά πρώτην φοράν εφέτος το Ημερολόγιον της Μητρός Εκκλησίας αφιερούται εις εν γεγονός ουχί του ερχομένου, αλλά του παρελθόντος ενιαυτού∙ εις γεγονός ιστορικόν του νυν και του μέλλοντος αιώνος∙ γεγονός εν ταυτώ αεί παρόν και φωτίζον τον άνθρωπον και τον κόσμον».
Στην του Οικουμενικού Πατριαρχείου Επίσημη Επετηρίδα του έτους 2017 και από της πρώτης σελίδος αυτής καταγράφεται η δανειζομένη εκ του προοιμίου της Εγκυκλίου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου φράση, η οποία εκφράζει με τον πλέον σαφή, ακριβή και λιτό τρόπο την εκκλησιολογική και πνευματική «ταυτότητα», αξία και συνεισφορά της εν Κρήτη Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, «ήτις (Σύνοδος) αποτελεί αυθεντικήν μαρτυρίαν της πίστεως εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, τον Μονογενή Υιό και Λόγον του Θεού, τον φανερώσαντα, διά της ενανθρωπήσεως, του όλου επιγείου έργου, της σταυρικής θυσίας και της Αναστάσεως Αυτού, τον Τριαδικόν Θεόν ως άπειρον Αγάπην».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο προλογικό σημείωμα αυτού διά του οποίου επευλογείται η εκδοθείσα επετηρίς, απευθυνόμενος «τοις εντευξομένοις αδελφοίς και τέκνοις εν Κυρίω λίαν αγαπητοίς», και επικαλούμενος την προς αυτούς «χάριν και ειρήνην παρά Θεού», αναφέρεται μετ' άλγους ψυχής στην τραγωδία της ανθρώπινης διασπάσεως, η οποία γεννάται ένεκα του εωσφορικού εγωισμού και της αυτοθεοποιήσεως του ανθρωπίνου «εγώ», και εν ταυτώ γεννά τα ασεβή τεκνία, δυστυχώς ακόμη και εντός του εκκλησιαστικού σώματος, ήτοι την διαίρεση και σύγχυση, επειδή ακριβώς ο εκτός της ακτίστου χάριτος και του θεοειδούς φωτισμού άνθρωπος απολυτοποιεί το «ίδιον θέλημα» και κάνοντας κακή χρήση της Θεόθεν  δοθείσης ελευθερίας (αυτεξούσιον) προς αυτόν απομακρύνεται, αποκόπτεται και αυτονομείται  από την πηγή πάσης ενότητος που είναι η Τρισυπόστατος Μία Θεότης, περιπλανώμενος και βυθιζόμενος στα οντολογικά του αδιέξοδα. Ο της Κωνσταντινουπολίτιδος Μητρός Εκκλησίας των Ορθοδόξων Πρωθιεράρχης γράφει χαρακτηριστικά: «Η τραγωδία της ανθρωπίνης διασπάσεως, η οφειλομένη εις την απουσίαν της Θείας Χάριτος, μαρτυρείται χαρακτηριστικώς εις την Αγίαν Γραφήν εν τη αφηγήσει της ανοικοδομήσεως του Πύργου της Βαβέλ: «και διέσπειρεν αυτούς Κύριος εκείθεν επί πρόσωπον πάσης της γης, και επαύσαντο οικοδομούντες την πόλιν και τον πύργον. Διά τούτο εκλήθη το όνομα αυτής Σύγχυσις, ότι εκεί συνέχεε Κύριος τα χείλη πάσης της γης, και εκείθεν διέσπειρεν αυτούς Κύριος ο Θεός επί πρόσωπον πάσης της γης» (Γεν. 11, 8-9).
Εις το βιβλικόν τούτο επεισόδιον - γεγονός δεν είναι ασφαλώς ο Θεός Εκείνος όστις προξενεί την διάσπασιν και την σύγχυσιν, αλλά αυτός ούτος ο άνθρωπος, ο «θεωρών εαυτόν Θεόν», και ο οποίος υπεροπτικώς απομακρύνεται του Θεού και θεοποιεί τας προσωπικάς αυτού δυνάμεις, λησμονών ότι είναι θεία δώρα και τάλαντα, διά την καλήν ή την ουχί καλήν χρήσιν των οποίων λόγον αποδώσει εν τη ημέρα τη μεγάλη και επιφανεί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού».
Μετ' εμφάσεως ο Οικουμενικός Πατριάρχης θεολογεί αναφερόμενος στο εν τη Εκκλησία του Χριστού ενυπάρχον «συναμφότερον» της θεοειδούς ενότητος και συνοδικότητος εν τω συνδέσμω της εν Αγίω Πνεύματι αγάπης και ειρήνης πάντων των ζώντων μελών του ενός και αδιαιρέτου εκκλησιαστικού σώματος όπου ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, ενεργεί και συγκροτεί «όλον τον θεσμόν της Εκκλησίας», όπως εφάπαξ και διά παντός κατά την μεγάλη ημέρα της Πεντηκοστής ενέσπειρε τον σύνδεσμο της ενότητος για την συγκρότηση της μιάς ποίμνης υπό τον ένα ποιμένα, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό. Για τον Πρωθιεράρχη της Μητρός Εκκλησίας των Πανορθοδόξων δεν νοείται η του εκκλησιαστικού σώματος ενότητα άνευ της συνοδικότητος καθώς και η συνοδικότητα εκτός του εκκλησιαστικού εν Χριστώ σώματος, όπου η λειτουργία της συνοδικότητος ως «συνάξεως επί το αυτό» εκφράζει εν τω προσώπω των μετεχόντων Επισκόπων εκάστου τοπικής Εκκλησίας, το ενιαίο και όλο αδιαίρετο σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού.
Επειδή μάλιστα κατά τους εσχάτους χρόνους αναφύονται εντός του παντίμου, ενιαίου και αδιαιρέτου εν  Χριστώ εκκλησιαστικού σώματος, ποικίλα βλαβερά ζιζάνια και σχισματικές παραφυάδες, οι οποίες δρουν αυθαιρέτως και λειτουργούν αποκεκομμένες και αυτονομημένες από τους κανονικούς Επισκόπους της Εκκλησίας ως φατρίες, αντικανονικές «συνάξεις» και αντιεκκλησιολογικές φαιδρές «μαζώξεις», παρασυναγωγές και παρεκκλησιαστικές ομαδοποιημένες «σέκτες», προβάλοντας ότι δήθεν κατέχουν το «αλάθητον», ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως εγγυητής και υπέρμαχος της εκκλησιαστικής ενότητος, της γνησίας συνοδικότητος και της αμεταθέτου κανονικότητος υπογραμμίζει μετ' επιτάσεως ότι το «ενεργόν κέντρον οιασδήτινος μορφής συνοδικότητος» είναι μόνον ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποκαλύπτεται εντός του ενός και αδιαιρέτου εκκλησιαστικού σώματος, όπου αναιρείται και θεραπεύεται εν Αγίω Πνεύματι πάσα διαίρεση και διχοστασία, αναφέροντας τα εξής: «η διάσπασις αύτη ιάθη πλήρως και οριστικώς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, ότε ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, «εις ενότητα πάντας εκάλεσεν», όπως χαρακτηριστικώς περιγράφεται εν τω Κοντακίω της εορτής της Πεντηκοστής. Η ενότης και ο σύνδεσμος της ενοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος, το οποίον κατήλθεν επί τους Αποστόλους εν τω υπερώω της Σιών, και δι' αυτών εις τους διαδόχους αυτών κατά αδιάκοπον σειράν.
Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Πεντηκοστής ετέθησαν και αι βάσεις της συνοδικότητος, ήτις έγκειται εις την συνεχή δυνατότητα της Αγίας Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας όπως συνέρχηται διά λατρείαν και διαβούλευσιν, εν ονόματι πάντοτε του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και λήψιν αποφάσεως εν Πνεύματι Αγίω, αποσκοπούσα εις την διαφύλαξιν της ενότητος εν τω αγίω σώματι αυτής. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποτελεί το ενεργόν κέντρον οιασδήτινος μορφής συνοδικότητος, ο χώρος δε της αποκαλύψεως Αυτού είναι η Εκκλησία».
Λίαν εύστοχη και επίκαιρη είναι η αναφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου Βαρθολομαίου στην «Αυθεντία της Εκκλησίας» να ερμηνεύει μόνη αυτή εν Συνόδω ως ταμιούχος της θείας χάριτος τον λόγον του Θεού, εάν αναλογισθεί κάποιος τα όσα επικίνδυνα, θλιβερά και τραγικά - ή και τραγελαφικά - και εκτός πάσης έννοιας εκκλησιολογικών και κανονικών προϋποθέσεων λαμβάνουν χώρα με λόγους και πράξεις, αυθαιρεσίες, παρερμηνείες αντιεκκλησιαστικές καθώς και αντικανονικές πρωτοβουλίες μεμονωμένων φυσικών προσώπων, κληρικών παντός βαθμού και λαϊκών, ή ομάδων προσώπων συγκροτημένων ως «κομματική παράταξη» και κατά τα πρότυπα «στρατολογημένων και καθαρών δήθεν ομολογητών και σεσωσμένων», που αποφαίνονται ως δήθεν «γνήσιοι ορθόδοξοι χριστιανοί» περί της αληθείας της Εκκλησίας, του δόγματος, της ερμηνείας του Ευαγγελικού λόγου, συνάμα κρίνοντες και κατακρίνοντες τους πάντες και τα πάντα, και αποφθεγγόμενοι ακόμη και περί της μεταθανατίου κρίσεως των ψυχών των άλλων διαφωνούντων προς αυτούς ανθρώπων. Έτι μάλλον οι ίδιοι αυτοί ανεύθυνοι και αυθαίρετοι άνθρωποι λειτουργούν ως πολυμεταστατικά ενδοεκκλησιαστικά καρκινώματα, πλανώντες και πλανώμενοι εαυτούς και αλλήλους και ενεργούντες ουχί ως μέλη του ενός και αδιαιρέτου ζώντος εκκλησιαστικού σώματος, αλλά ως φατρίες, παρασυναγωγές, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις και ομάδες, διαιρούντες, διχοστατούντες, σχίσματα ποιούντες και εωσφορική πείραν αιωνίου απωλείας γευόμενοι - ή μάλλον προγευόμενοι, εν αμετανοησία όντες, ως ατροφικά, σεσηποτά και νεκρά μέλη, αποκεκομμένα του της Εκκλησίας Χριστού σώματος. Γράφει λοιπόν συγκεκριμένα ο Οικουμενικός Πατριάχης Βαρθολομαίος περί του εν Συνόδω Αλαθήτου της Εκκλησίας εν τω ονόματι του Σωτήρος Ιησού Χριστού ως της μόνης αυτοαλήθειας, τα εξής: «Εκ του Κέντρου τούτου, του Κυρίου Ιησού, πηγάζει και το πάγιον έθος των Αγίων Συνόδων της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, όπως ενθρονίζωσι το Ιερόν Ευαγγέλιον εν τω μέσω της συνελεύσεώς των, ίνα, διά της συμβολικής ταύτης εκδηλώσεως, μαρτυρήται η παρουσία του Χριστού, όστις είναι το Κύριον σημείον αναφοράς εις απάσας τας Συνοδικάς συζητήσεις και αποφάσεις, ενώ εκ παραλλήλου διά της παρουσίας του Ιερού Ευαγγελίου βεβαιούται η αυθεντία της Εκκλησίας όπως ορθοτομή διά πράξεως και θεωρίας, έργοις και λόγοις, και ερμηνεύη αυθεντικώς και συνοδικώς, ουδέποτε δε προσωπικώς τον λόγον του Θεού».
Επειδή δε κατά τους εσχάτους καιρούς και χρόνους πλείστοι όσοι αυτοαποκαλούμενοι «γνήσιοι ορθόδοξοι Χριστιανοί» - δεν εννοώ κατ' ανάγκην τους λεγόμενους Παλαιοημερολογίτες - ή «ομολογητές« ή «καθαροί» αμφισβητούν το εν Συνόδω Αλάθητο της Εκκλησίας διεκδικούντες οι ίδιοι ως μεμονωμένα πρόσωπα, πάντες ως αυθαίρετα και ανεύθυνα, επικίνδυνα και διχαστικώς διαιρετικά, πολυμεταστατικά ενδοεκκλησιαστικά καρκινώματα, να επιβάλουν το «υποκειμενικό αλάθητό» τους επί του εκκλησιαστικού σώματος των ζώντων εν Χριστώ μελών, παραθέτουμε κατ' αρχάς τον περί του Αλαθήτου της Εκκλησίας απολύτως ακριβή ορισμό του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Στυλιανού, ο οποίος στο μνημειώδες και περισπούδαστο πόνημά του, υπό τον τίτλο: «Περί το Αλάθητον», με περιεκτικό και σαφή τρόπο αναφέρει ότι: «Αλάθητον είναι η ιδιότης της Εκκλησίας, όπως, δυνάμει του εν αυτή παραμένοντος Αγίου Πνεύματος, περιφρουρή αύτη την πεπιστευμένην αυτή διδασκαλίαν από πάσης πλάνης, ορθοτομή δε τον λόγον της αληθείας». Σε άλλο σημείο δε υπογραμμίζει ότι: «Δυνάμεθα λοιπόν να είπωμεν κατ' αρχήν και κατά τρόπον γενικόν, ότι ο συνοδικός θεσμός αποτελεί το όργανον, δι' ου αποφαίνεται η φωνή της Εκκλησίας, δι' ου αποφαίνεται η φωνή της Εκκλησίας, άρα το όργανον του αλαθήτου της Εκκλησίας…».
Εντός λοιπόν του ως άνω σαφούς θεολογικού πλαισίου και λόγω των κατά το «ευκαίρως - ακαίρως» αναφυομένων συγχρόνων τραγικών «αυτόφωτων αλαθήτων» κριτών, οι οποίοι τείνουν να υποκαταστήσουν την εν Αγίω Πνεύματι συνερχόμενη Εκκλησία σε συνοδικό σώμα, ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης (Ζηζιούλας) σε ειδική μελέτη του, υπό τον τίτλο: «Ο Συνοδικός θεσμός. Ιστορικά, εκκλησιολογικά και κανονικά προβλήματα», διατυπώνει χωρίς φόβο και πάθος, τα όχι και τόσο αυτονόητα για τους κληρικούς παντός βαθμού και λαϊκούς, θεολόγους ή μη, της συγχρόνου εποχής, επισημαίνοντας με έμφαση ότι: «Στις μέρες μας παρατηρείται ένα φαινόμενο, άγνωστο στην αρχαία Εκκλησία, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί άκρως ανησυχητικό. Ο συνοδικός θεσμός έχει αποκοπεί  από τη διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και έχει μετατραπεί σε όργανο διαχειρίσεως «τρεχόντων ζητημάτων». Αυτό συνέβη με δυο τρόπους.
Από το ένα μέρος, η ανάπτυξη του συγχρόνου «ζηλωτισμού» στο χώρο της Ορθοδοξίας με το επιχείρημα της πιστότητος στην παράδοση έχει αχρηστεύσει πλήρως την αρμοδιότητα των επισκοπικών συνόδων να κρίνουν και να αποφαίνονται επί θεμάτων πίστεως. Έτσι, ενώ στην αρχαία Εκκλησία και οι αιρετικοί ακόμη προσπαθούσαν να συγκροτήσουν επισκοπικές συνόδους, για να κατοχυρώσουν τις απόψεις τους (π.χ. εικονομάχοι), γνωρίζοντας ότι μόνον επισκοπική σύνοδος μπορεί να αποφανθεί αυθεντικά για το τι είναι Ορθόδοξο και τι αιρετικό, στην εποχή μας ο καθένας αισθάνεται ελεύθερος να χαρακτηρίζει Ορθόδοξο ή αιρετικό οτιδήποτε η οποιονδήποτε αυτός και οι ομοϊδεάτες του κρίνουν.
Υπάρχουν βεβαίως σαφείς και αδιαμφισβήτητες αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, τις οποίες οποιοσδήποτε αμφισβητήσει, κηρύττει αίρεσιν «γυμνή τη κεφαλή» (15ος κανών Πρωτοδευτέρας). Στην περίπτωση αυτή - δηλαδή όταν αμφισβητηθεί κάποια διδασκαλία τέτοιας συνόδου - δεν χρειάζεται νέα συνοδική απόφαση και κρίση. Όταν όμως πρόκειται για ερμηνεία της διδασκαλίας αυτής ή των Πατέρων της Εκκλησίας ή για νεώτερα δόγματα και διδασκαλίες, πράγμα που δεν μπορεί να αποκλειστεί, τότε μόνον επισκοπικές σύνοδοι - όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικές, με αποκορύφωμα την Οικουμενική Σύνοδο - μπορούν αυθεντικά να αποφανθούν περί του τι συνιστά ορθοδοξία και τι αίρεση…
Ένας άλλος χώρος, στον οποίο ο συνοδικός θεσμός τείνει να υποβαθμιστεί ή ακόμη και να ατονήσει πλήρως, είναι εκείνος της ασκήσεως της οικονομίας. Η σύνοδος είναι η μόνη αρμόδια για να ασκήσει οικονομίαν, και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Παράδειγμα αξιοσημείωτο (και για τη σύγχρονη σημασία του) είναι η περίπτωση του τρόπου αποδοχής των αιρετικών που επιστρέφουν στην ορθοδοξία».
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης αναφερόμενος στο λεπτό και ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα της σχέσεως της Εκκλησίας με τους κατά καιρούς αιρετικούς και σχισματικούς, και έχοντας πάντοτε ως βάση την ορθόδοξη εκκλησιολογία, υπογραμμίζει μετά πάσης σαφήνειας και ακριβολογίας,  ότι: «Μόνον Σύνοδοι, και μάλιστα Οικουμενικές, είναι αρμόδιες και κρίνουν ποιοί είναι αιρετικοί… Η Εκκλησία δεν δίστασε, αλλά αντίθετα, έκρινε ωφέλιμο και αναγκαίο, να προχωρήσει από την αυστηρότητα και την ακρίβεια στην επιείκεια και στην οικονομία στις σχέσεις της με τους αιρετικούς, πάντοτε με αποφάσεις επισκοπικών συνόδων…
Σε όλες τις περιπτώσεις των σχέσεων της Εκκλησίας με τους αιρετικούς και τους σχισματικούς τον τελευταίο και αυθεντικό λόγο έχουν μόνον Σύνοδοι Επισκόπων. Κανενός απολύτως η γνώμη δεν έχει κανονική ισχύ, αλλά μόνο οι αποφάσεις  των Επισκοπικών Συνόδων. Όταν μάλιστα οι αποφάσεις αυτές προέρχονται από Οικουμενικές Συνόδους, η αυθεντία τους είναι ακόμη πιο μεγάλη…
Ο συνοδικός θεσμός, συνεπώς, δεν είναι, όπως ατυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας, ένα διοικητικό όργανο, που ασχολείται με «τρέχοντα» θέματα διοικήσεως της Εκκλησίας. Έργο και ευθύνη του είναι να αποφαίνεται και για δογματικά ζητήματα, και να μην τα αφήνει στις «Θεολογικές Σχολές» ή στους οποιουσδήποτε «ομολογητές» της πίστεως, καθώς και να ασκεί την οικονομία, όταν το κρίνει αναγκαίο. Αυτό έπρατταν οι Συνοδοί της αρχαίας Εκκλησίας ως απόρροια της Ορθής Εκκλησιολογίας, την οποία τηρούσαν με ευλάβεια».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο προλογικό σημείωμα αυτού δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι η συγκληθείσα Αγία και Μεγάλη εν Κρήτη Σύνοδος της Ορθοδοξίας υπήρξε το όντως θαυμαστό αποτέλεσμα της φιλοστόργου και ανυστάκτου μερίμνης και εξοικονομήσεως των πραγμάτων της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας υπέρ της εν όλω αδιαιρέτου και ενιαίας Ορθοδόξου Εκκλησίας και του πληρώματος αυτής, επειδή ακριβώς μόνο - απολύτως μόνο αυτό – το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχοντας το κατ' απόλυτη κανονική και ιστορική δικαιοδοσία παλαίφατο προνόμιο να συγκαλεί Μείζονες και Οικουμενικές Συνόδους ενσαρκώνει και υποστασιοποιεί την των πάντων Ορθοδόξων ενότητα εν τω συνδέσμω της εν Αγίω Πνεύματι αγάπης και ειρήνης στο ενιαίο και αδιαίρετο σώμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, όπου όλες οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες εν αρμονία συγκροτούν κανονικώς και εκκλησιολογικώς το του Αναστάντος Χριστού σώμα.
Η συντήρηση της ενότητος των Πανορθοδόξων είναι και παραμένει μέγα προνομιακό πρωθυπούργημα και σταυραναστάσιμη ευθύνη της Πρωτοκλήτου και Πρωτευθύνου Εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, όσο και αν οι μωροφιλοδοξίες και ανεύθυνες πρακτικές αφιλαδέλφων τακτικισμών ρωσικής εμπνεύσεως κατά καιρούς και δυστυχώς ακόμη και κατά τις παραμονές καθώς και στη διάρκεια των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας απεκάλυψαν το αληθές πρόσωπο, το κρυπτόμενο υποκάτω του προσωπείου, ψευδαδέλφων - κατά τα λοιπά ομοδόξων - Προκαθημένων, οι οποίοι είτε ως εμπνευστές και «διευθυντές της ορχήστρας» της διχοστασίας και διχογνωμίας με σκοπό την ματαίωση της συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας, είτε ως «πρόθυμοι δορυφόροι» και «υποτακτικοί θεράποντες» άνωθεν κελευσμάτων απεπειράθησαν να φέρουν σε πέρας, ευτυχώς ανεπιτυχώς, μιά υπονομευτική αποστολή, η οποία έθετε σε κίνδυνο την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ο Πρωτόθρονος εν Επισκόποις Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος «ο Συνοδικός» ως φορεύς αυτού του αιωνοβίου και ευθυνοφόρου προνομίου για την συντήρηση της των Πανορθοδόξων ενότητος και την σύγκληση μειζόνων Συνόδων γράφει με απόλυτη συναίσθηση της ενώπιον Θεού, ανθρώπων και της αδεκάστου ιστορίας, ευθύνης του, τα εξής χαρακτηριστικά: «Η Πρωτόθρονος εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία Μήτηρ Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως διά της ημετέρας Μετριότητος, έχουσα κατά την αρχαία τάξιν το προνόμιον και την εξουσίαν του συγκαλείν Συνόδους μείζονας, εν τη μερίμνη αυτής διά την συντήρησιν της ενότητος απάντων των Ορθοδόξων, συνεκάλεσε κατά τας ημέρας της Πεντηκοστής του παρελθόντος έτους βις' (2016) εν τη ηγιασμένη νήσω Κρήτη, την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, «συμφρονούντων των Μακαριωτάτων Προκαθημένων των Αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών, εις δόξαν του ευλογημένου ονόματος του Θεού και επ' αγαθώ του λαού αυτού και του κόσμου παντός». (Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κρήτη, 2016). Άπαντες δε οι συμμετασχόντες εις την Αγίαν και Μεγάλη Σύνοδον συνεπίσκοποι, εν ενί στόματι και μιά καρδία, διεκηρύξαμεν τον λόγον της «εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3,15) ου μόνον προς τα τέκνα της Αγιωτάτης ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και προς πάντα άνθρωπον, «τον μακράν και τον εγγύς» (Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κρήτη, 2016).
Επειδή μάλιστα πολύ μελάνι εχύθη - μαζί εχύθη και δηλητήριο - τόσο από τους αδελφούς Ρώσους και δη από τους ηγήτορες του Πατριαρχείου Μόσχας όσο και από τους ως φερέφωνα και πειθήνια όργανα λειτουργούντες δορυφόρους αυτών εν Ελλάδι και αλλαχού, ενδοεκκλησιαστικώς και εξωεκκλησιαστικώς, περί του παλαιφάτου, θεμελιωμένου εκκλησιολογικώς και κανονικώς θεσμού του «Πρώτου» Επισκόπου ως του μόνον αυτού δικαιωματικώς έχοντος την ιδιαίτερη προνομία να συγκαλεί διηυρυμένα συνοδικά σώματα πανορθοδόξου εμβελείας και κανονικού κύρους και ωσαύτως να προεδρεύει στις Μείζονες και Οικουμενικές Συνόδους ως ο Πρωτόθρονος και Πρωτεύθυνος των Ορθοδόξων Προκαθημένων Αρχιερεύς, ο οποίος ανά τους αιώνες τυγχάνει να είναι, ένας και μόνον ένας, ήτοι ο της Πρωτευθύνου Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας Πρωτεπίσκοπος και Πρωθαρχιερεύς, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο προλογικό σημείωμά του υπογραμμίζει  προς πάντες τους αμφισβητίες, τα αυτονόητα, γράφων κατ' αλήθειαν και κατ' εκκλησιολογική και κανονική ακρίβεια και θεμελίωση τα εξής: «Απαραίτητος διά την λειτουργίαν του θεσμού της Συνόδου είναι και ο θεσμός του Πρώτου Επισκόπου. Ο 34ος Αποστολικός Κανών διακελεύει: «Τους επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρη εν αυτοίς πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν και μηδέν τι πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης∙ εκείνα δε μόνα πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης∙  εκείνα δε μόνα πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει, και ταις υπ' αυτήν χώραις. Αλλά μηδέ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποιείτω τι. Ούτω γαρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός, διά Κυρίου εν αγίω Πνεύματι, ο Πατήρ, και ο Υιός, και το αγίον Πνεύμα»… Ασφαλώς, όμως, η διακονία του Πρώτου εν ουδεμιά περιπτώσει συνδέεται προς την επιβολήν μιάς εξουσίας ή κυριαρχίας ή ερμηνείας των θείων ανθρωποκεντρικώς, αλλά είναι η διακονία η διασφαλίζουσα την ενότητα και την ομόνοιαν πάντων των Επισκόπων, καθώς ο Πρώτος ουδέν δύναται να πράττη άνευ της συμφωνίας των συνεπισκόπων αυτού, εκφραζόμενης μετά λόγου γνώσεως ελευθέρως».
Ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης αναφερόμενος στη σύγκληση και στην υπό του Πρώτου προεδρία της Συνόδου επισημαίνει τα παρακάτω: «Από την εξέταση  των αρχαίων κανόνων, έγινε φανερό ότι δεν νοείται Σύνοδος χωρίς «Πρώτο» ή «Κεφαλή».
Στο συνοδικό θεσμό, η θέση και η παρουσία του «Πρώτου» είναι τόσο θεμελιώδης, ώστε ο 34ος Αποστολικός Κανόνας ρητά να προβλέπει ότι  χωρίς τον Πρώτο στη Σύνοδο, οι άλλοι Επίσκοποι δεν μπορούν τίποτε να πράξουν. Η αρχή αυτή είναι σημαντική για τους εξής λόγους:
α) ο συγκαλών και ο προεδρεύων δεν μπορεί να είναι παρά ένα και το αυτό πρόσωπο, δηλαδή ο «Πρώτος». Ο 19ος κανόνας της Αντιοχείας ρητά προβλέπει: «Και προσήκει δι' επιστολής του εν τη Μητροπόλει (δηλαδή του Πρώτου) συγκαλείν». Οποιοσδήποτε, συνεπώς, διαχωρισμός μεταξύ των αρμοδιοτήτων της σύγκλησης και της προεδρίας της Συνόδου είναι αδύνατος όχι μόνο γιατί κάθε τέτοιο θα ήταν παράλογο, αλλά και γιατί θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα των κανόνων. Το πνεύμα και η λογική των σχετικών κανόνων διέπονται από την αρχή ότι οι τοπικές Εκκλησίες πρέπει να λειτουργούν στη Σύνοδο ως ενότητα και όχι διασπασμένες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο 34ος Αποστολικός Κανόνας επιμένει επί της αρχής ότι κανένας Επίσκοπος δεν μπορεί να ενεργεί συνοδικά χωρίς τον Πρώτο, στο λειτούργημα του οποίου εκφράζεται ό,τι είναι συναφές προς την ενότητα των Εκκλησιών.
β) Για να συγκαλέσει σύνοδο ο «Πρώτος», πρέπει απαραίτητα να έχει τη συγκατάθεση των λοιπών Επισκόπων, όπως προκύπτει και  πάλι σαφώς από τον 34ος Αποστολικό Κανόνα. Μπορεί, βέβαια, ο «Πρώτος» να συγκαλεί τη σύνοδο, όμως στην ουσία όλες οι τοπικές Εκκλησίες διά των Επισκόπων τους μετέχουν στο γεγονός της σύγκλησης. Ο συγκαλών «Πρώτος» εκφράζει τη βούληση όλων των Επισκόπων με τρόπο που να μην μπορεί να γίνει λόγος για μοναρχικά δικαιώματα του «Πρώτου» ή για εξουσία εκ του αξιώματός του, η οποία να ασκείται αυτοδίκαια και αυτόματα, δηλαδή χωρίς τη γνώμη και τη βούληση των λοιπών Επισκόπων. Αυτό ακριβώς συνιστά τον εκκλησιολογικό χαρακτήρα του λειτουργήματος του «Πρώτου», ότι δηλαδή δι' αυτού εκφράζεται η κοινωνία των Εκκλησιών και όχι μία εξουσία η οποία γίνεται κατανοητή μόνον με νομικούς όρους…
Το θέμα του λειτουργήματος του «Πρώτου» και του συνοδικού θεσμού στο σύνολό του έχει βαθύτερες θεολογικές προϋποθέσεις, τις οποίες εκφράζει το πνεύμα των κανόνων. Αυτό μαρτυρεί με σαφήνεια ο πιο βασικός, σχετικά με το θέμα μας, ιερός κανόνας, ο 34ος Αποστολικός, ο οποίος δικαιολογεί όσα ορίζει για τη σχέση συνόδου και Πρώτου σε μία αναφορά στην κοινωνία και στη δόξα του Τριαδικού Θεού.
Έτσι αποδεικνύεται ότι κανένας θεσμός στην Εκκλησία δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητος από εκκλησιολογική και κανονική άποψη, εάν δεν συνδέεται με τη βαθύτερη δογματική πίστη της Εκκλησίας. Αυτό ισχύει και για τον συνοδικό θεσμό… Οι κανονικές, λειτουργικές και ιστορικές πτυχές του θεσμού της Συνόδου συνάπτονται με ολόκληρη τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και δεν νοούνται χωρίς αυτήν. Γι' αυτό το ορθόδοξο Κανονικό Δίκαιο δεν πρέπει να επιτρέψει εξελίξεις και μεταβολές ιστορικού χαρακτήρα, οι οποίες θα θίγουν το βαθύτερο εκκλησιολογικό περιεχόμενο του συνοδικού θεσμού».
Κατά την προδρομική περίοδο προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας καθώς και κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτής, οι ηγήτορες του Πατριαρχείου Μόσχας πολλάκις διετύπωσαν λόγο αμφισβητήσεως του «Πρωτείου» του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου να συγκαλεί την Σύνοδο και να προεδρεύει σε αυτήν. Το κεντρί του πειρασμικού λογισμού για τους ηγήτορες του Πατριαρχείου Μόσχας ήταν μέγα και άλλο τόσο εφάνταζε μέγα και το πρωτείο της ασκήσεως του δικαιοδοτικού και κανονικού τούτου προνομίου υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ως Πρωτοθρόνου, Πρωτευθύνου και αποκλειστικού ενός και μόνου Προέδρου του συνοδικού σώματος των Ορθοδόξων Προκαθημένων και των λοιπών Επισκόπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το μείζον εκκλησιολογικής και κανονικής σημασίας ζήτημα της κατά το «συναμφότερον» συνδέσεως της Συνοδικότητος με το Πρωτείο. Άξια μνεία εν προκειμένω είναι τα όσα εμπεριστατωμένα αναφέρει ο Σεβ. Μητροπολίτης Γέρων Περγάμου κ. Ιωάννης, ο οποίος υπογραμμίζει τα αυτονόητα γράφοντας ότι: «Μία από τις βασικές πλευρές της συνοδικότητας, που τείνει να ατονίσει ή να παραβλεφθεί κάτω από την επίδραση των νεωτέρων αντιλήψεων περί δημοκρατίας, είναι και το ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία συνοδικότητα χωρίς πρωτείο είναι αδιανότητη. Όπως το πρωτείο δεν είναι νοητό χωρίς συνοδικότητα, έτσι και η συνοδικότητα δεν είναι νοητή χωρίς πρωτείο. Τον χρυσό αυτόν κανόνα έθεσε με σαφήνεια ο 34ος Κανών των Αποστόλων, στον οποίο έχουμε αναφερθεί λεπτομερώς πιο πάνω.
Η οντολογική αυτή σύνδεση συνοδικότητας και πρωτείου αποδεικνύει πόσο παραπλανητική μπορεί να αποβεί η χρήση του όρου «πρωτείο τιμής», που έχει επικρατήσει. Εάν χωρίς τον «Πρώτο» δεν μπορεί να υπάρξει σύνοδος, κατά τον 34ο κανόνα των Αποστόλων, τότε ο «Πρώτος» δεν έχει απλώς «πρωτείο τιμής», αλλά την εξουσία να συγκαλεί τη σύνοδο και να προεδρεύει σ' αυτήν, όχι κατά κάποιον τρόπο εξουσιοδοτημένος από αυτήν, αλλά ipso jure. Αυτό υπόκειται ως εκκλησιολογική αρχή στην περίπτωση των Πατριαρχικών Συνόδων, στην οποία έχομε το σχήμα «ο Πατριάρχης και η περί αυτόν Σύνοδος», δηλαδή δύο παράλληλα, αν και αλληλένδετα, όργανα, ενώ στην περίπτωση, κατά την οποία το κυρίαρχον όργανο είναι η Σύνοδος (π.χ. στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος), ο «Πρώτος» ενεργεί ως μέρος της Συνόδου και υπογράφει ως «πρόεδρός» της. Είτε, πάντως, το πρωτείο νοηθεί ως παράλληλο, αλλά πάντοτε αλληλένδετο, προς τη Σύνοδο, είτε νοηθεί ως όργανο εντός της Συνόδου, η παρουσία του είναι συστατικό στοιχείο του συνοδικού θεσμού, και δεν πρόκειται απλώς περί τιμητικού τίτλου.
Όπου, συνεπώς, Σύνοδος, εκεί και πρωτείο. Και όπου πρωτείο, εκεί και Σύνοδος. Με βάση την εκκλησιολογική αυτή αρχή, τόσο η συνοδικότητα όσο και το πρωτείο αποτελούν απαραίτητα και συστατικά στοιχεία της Εκκλησίας σε όλα τα επίπεδα της ζωής της, χρονικά και τοπικά. Σε καμία χρονική περίοδο δεν μπορεί η Εκκλησία να υπάρξει χωρίς αυτά, δηλαδή τα στοιχεία αυτά δεν επιδέχονται μεταρρύθμιση ή εκσυγχρονισμό. Αλλά και σε κανένα τοπικό επίπεδο δεν είναι νοητή η ύπαρξη της Εκκλησίας χωρίς αυτά…
Το πρωτείο αυτό ουδέποτε ήταν, ούτε μπορεί να είναι, πρωτείο παγκόσμιας δικαιοδοσίας. Τόσο ο Ρώμης όσο και, μετά το σχίσμα, ο Κωνσταντινουπόλεως, ουδέποτε είχαν, και ουδέποτε μπορεί να έχουν, κανονικό δικαίωμα επεμβάσεως σε άλλες, εκτός της δικής τους, τοπικές Εκκλησίες ή Πατριαρχικές δικαιοδοσίες, εκτός εάν αυτό τους ζητηθεί από τις Εκκλησίες αυτές.
Το πρωτείο αυτό μπορεί να ασκηθεί μόνο στο πλαίσιο της συνοδικότητας και όχι εκτός αυτής, κατά το γράμμα και το πνεύμα του 34ου Κανόνος των Αποστόλων, το οποίο ήδη εξετάσαμε. Η Σύνοδος δεν μπορεί να έχει συμβουλευτικό, αλλά αποφασιστικό χαρακτήρα στη λήψη των αποφάσεων. Ο Πρώτος είναι εκφραστής της ομοφωνίας (ή της πλειοψηφίας) της Συνόδου του…».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατακλείει το προλογικό σημείωμα αυτού με δοξολογική και ευχαριστήρια γραφή για το συντελεσθέν σημαντικό και ευλογημένο έργο της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας γράφοντας μεταξύ άλλων και τα εξής: «Δοξάζοντες τον Θεόν, τον καταξιώσαντα ημάς περαιώσαι εν χρηστότητι και εν ελέει και οικτιρμοίς τας εργασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας κατά το παρελθόν έτος και εισελθείν εις τον νέον ενιαυτόν της χρηστότητος Αυτού, ευχόμεθα πάσι τοις εντευξομένοις εις την μετά χείρας Επετηρίδα τα άφθαρτα και αθάνατα δώρα του Θεού, την αγάπην Του, την ειρήνην, την δικαιοσύνην, την καταλλαγήν, την δύναμιν της Αναστάσεως και την απόλαυσιν της αιωνίου και ακηράτου ζωής, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω και Θεώ ημών, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν».



Υ.Γ.: Το παρόν κείμενο, το οποίο έχει επετειακό χαρακτήρα λόγω της συμπληρώσεως ενός έτους από της συγκλήσεως και ενάρξεως των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης εν Κρήτη Συνόδου της Ορθοδοξίας, αφιερούται αξιοχρέως στον «Πρώτο» της Ορθοδοξίας, ήτοι στον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο,  σε όλους τους Προκαθημένους και λοιπούς Επισκόπους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, οι οποίοι έλαβαν μέρος στο μέγα αυτό εκκλησιαστικό, πνευματικό και ιστορικό Πανορθοδόξου και Παγχριστιανικής διαστάσεως και σημασίας γεγονός. 



ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ