Σελίδες

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΤΟΥ Α΄ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ Γ΄ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ - ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΑ 105 ΈΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΑΥΤΟΥ (1912-2017)

Γράφει ο Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ ΓΡΑΦΟΜΕΝΑ
ΥΠΟ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΤΟΥ Α΄
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ

 ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ  Γ΄ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ
Επετειακό Αφιέρωμα για τα 105 Έτη από την Κοίμησή Αυτού (1912-2017)
 Το επίσημο Ημερολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το έτος 2012, κατόπιν σχετικής εμπνευσμένης πρωτοβουλίας και εισηγήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου Α΄, ήταν αφιερωμένο «ένεκα τιμής», αξιοχρέως και ευλαβώς, στον αοίδιμο Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄, ο οποίος δύο φορές εξελέγη στον Οικουμενικό Θρόνο (1878-1884 και 1901-1912) και τρεις φορές καθαγίασε το Άγιο Μύρο (1879, 1903 και 1912), επί τη συμπληρώσει  εκατονταετηρίδος από της μεταστάσεώς του εις Κύριον (1912-2012).
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο προλογικό του σημείωμα στο Ημερολόγιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου με υιϊκή γραφίδα ως άλλος Ρωμανός ο Μελωδός εξυμνούσε τα μεγαλεία του μεγαλοπρεπούς εκείνου Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄.
Στο παρόν άρθρο μας αναδημοσιεύουμε σε απλούστερη γλώσσα προς το ευρύ αναγνωστικό κοινό, το γλαφυρό και παραστατικό επετειακό εκείνο κείμενο του Πατριάρχου Βαρθολομαίου επ’ ευκαιρία της συμπληρώσεως εφέτος των 105 ετών (1912-2017) από της κοιμήσεως του αοιδίμου και μεγαλοπρεπούς Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, το οποίο έχει ως εξής:

«Η καθ’ ημάς Μήτηρ Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία, πορευόμενη τον ιστορικό επίγειο αυτής βίο και οδεύουσα προς τα έσχατα, προς την ημέρα του Κυρίου την ένδοξη και επιφανή, περί τα τέλη του ΙΘ΄ και τις αρχές του Κ΄ αιώνων, σε κρίσιμη αληθώς εποχή και καμπή, λόγω των επιπιπτόντων τότε συνεχώς στο σκάφος αυτής αλλεπάλληλων κυμάτων του ολίγες δεκαετίες ενωρίτερα αφυπνισθέντος εθνοφυλετισμού, είχε την αγαθή τύχη να έχει στο πηδάλιο αυτής ως καλό και ικανό οιακοστρόφο τον νυν τιμώμενο και διά της αφιερώσεως του Ημερολογίου αοίδιμο εκ των προκατόχων μας Ιωακείμ τον Γ΄ από της προς Κύριον εκδημίας του οποίου συμπληρώνεται κατά το έτος 2012 (13 Νοεμβρίου 1912-13 Νοεμβρίου 2012) μια εκατονταετία.
Ο μακαριστός εδόξασε τον ένδοξο Οικουμενικό Θρόνο επ’ αγαθώ πάντοτε της Εκκλησίας και του ευσεβούς ημών Γένους, και δικαίως, ασφαλώς, ανατίθεται σ’ αυτόν ο Τόμος του Ημερολογίου του έτους 2012 σε αναγνώριση, τιμή και μνήμη των κόπων και θυσιών αυτού.
Ο άξιος πολλών επαίνων λαμπρός αυτός Πρωθιεράρχης ετέθη, θεία συνάρσει, επί την λυχνία εις φωτισμό των εγγύς και των μακράν και διηύθυνε το πλοίο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ευθαρσώς και δεξιοστρόφως μετά συνέσεως πολλής, διακρίσεως, εμπειρίας μεγάλης, δικαιοσύνης, αληθείας, προαότητος και θυσιαστικής αυταπαρνήσεως, μακράν της τύρβης και της ανέσεως.
Αφιερώθη στην εκκλησιαστική διακονία αισθανόμενος ένα πόθο: «μίαν υπουργούσαν εν αυτώ σκέψιν, πώς κάλλιον να εργασθή υπέρ της Εκκλησίας, πώς κάλλιον να εξυπηρετήση τω λαώ αυτής, πώς εν νόμω και λόγω και δικαιοσύνη κάλλιον να δυνηθή να αντιτάξη το κραταιότατον αυτής όπλον, τον Τίμιον Σταυρόν, εις τους πειρασμούς». Στις δύο πατριαρχικές θητείες του διακόνησε πιστώς τα συμφέροντα της Εκκλησίας χωρίς να ζητεί κάτι άλλο, ει μη μόνον την ανόρθρωση των πεπτωκότων, των αδικημένων, των κατατρεγμένων, των διωκομένων, με ένα λόγο, την σωτηρία του ποιμνίου.
Οι περίοδοι αυτές συνέπεσαν προς την ένταση των σχέσεων μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Βαλκανική και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία έθετε σε κίνδυνο την Ειρήνη και την ενότητα του σώματος του Χριστού. Η πατριαρχική διακονία του όμως εδικαίωσε τις προσδοκίες της Μητρός Εκκλησίας, της όλης Ορθοδοξίας και ιδιαιτέρως του λαού του Θεού, και ανέδειξε τον διορθόδοξον και Οικουμενικό χαρακτήρα του παλλαδίου τούτου, του Κέντρου του πανίερου Θρόνου της βασιλίδος των πόλεων.
Ένα από τα πρώτα μελήματα του Πρωθιεράρχου ήταν η αποκατάσταση των σχέσεων και η εδραίωση της εν Χριστώ ενότητος μεταξύ των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών προς το κοινό αγαθό, «ίνα, παύσωσιν αι κατά τόπους λυπηραί συντριβαί, αι αντιπίπτουσαι ταις κανονικαίς συνοδικαίς διατάξεσι και τοις ευαγγελικώς δεδογματισμένοις». Δεν έδωσε νυσταγμό στα βλέφαρα, φροντίζοντας τα συμφέροντα σύμπαντος του ορθοδόξου πληρώματος, «ίνα μη χείμαρρος ασεβείας εξογκούμενος εν ορμή, παρελκύση τα πρόβατα του Χριστού εις απώλειαν ή αυτό υποσείση το της ενότητος έρεισμα, δι’ ου στερρώς υποβαστάζεται το όλον της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας Πανάρχαιον και αμετάτρεπτον στήριγμα».
Ανάλογη υπήρξε η μέριμνα αυτού και για την επικοινωνία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς την χριστιανική οικουμένη και γι’ αυτό εξαπέλυσε την ιστορική εκείνη Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο «Τοις Μακαριωτάτοις και Αγιωτάτοις Πατριάρχαις Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων και ταις εν Χριστώ Αδελφαίς Εκκλησίαις ταις εν Κύπρω, Ρωσσία, Ελλάδι, Ρουμανία, Σερβία και Μαυροβουνίω» εν έτει 1902. «Το σημαντικόν αυτό κείμενον, γνωστόν εις την χριστιανικήν οικουμένην ως Εγκύκλιος του 1902, απετέλεσε, κατά κοινήν ομολογίαν, την Πρώτην κατά τον εικοστόν αιώνα εκδήλωσιν του Οικουμενικού Θρόνου υπέρ της προωθήσεως της Χριστιανικής ενότητος, και υπήρξε, καθώς εδήλωνε χαρακτηριστικώς, ο μακαριστός Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, πρόδρομος της Οικουμενικής Εκκλησιαστικής κινήσεως».
Ο αοίδιμος Πατριάρχης ανεδείχθη μεγαλουργός και πρωτοπόρος σε όλους τους τομείς της εκκλησιαστικής αυτού δραστηριότητος, καινοτόμος και προοδευτικός, το δε έργο αυτού παραμένει κεχαραγμένο με χρυσά γράμματα στις δέλτους της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αναγνωρίζεται από όλους.
Είναι αδύνατον να εκτιμηθεί η συνεισφορά αυτού στην κοινή ωφέλεια του εκκλησιαστικού σώματος. Η αναδιάρθωση της κατά Χάλκην Ιεράς Θεολογικής Σχολής, η σύσταση της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης, η ίδρυση Σχολής Εκκλησιαστικής Μουσικής, η ανοικοδόμηση του κτηρίου της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής, η εύτολμη και άοκνη προστασία της παιδείας, η σύσταση Ορφανοτροφείου Θηλέων, η απόκτηση του κτηρίου του Ορφανοτροφείου Πριγκήπου διά δωρεάς της αειμνήστου ευεργέτιδος Ελένης Ζαρίφη, η μέριμνα διά την επανίδρυση εν έτει 1880 του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, η πρωτοβουλία αυτού για την έκδοση της περιπύστου και απαραμίλλου μέχρι και σήμερα  περιοδικής εκδόσεως «Εκκλησιαστική Αλήθεια», και πλείστα αλλά, γνωστά και άγνωστα, ομιλούν ευγλώττως.
Όλως ιδιαιτέρα πτυχή του πολυκύμαντου βίου του μακαριστού Πατριάρχου αποτελεί η μετά την παραίτηση από του Θρόνου εν έτει 1884 εγκαταβίωσή του στο Αγιώνυμο Όρος του Άθω, για να επιδιώξει τον μονήρη βίο που επιθυμούσε, παραμένοντας στο Ησυχαστήριο του κυματόπληκτου  Μυλοποτάμου. Εκεί αγάπησε και αγαπήθηκε πολύ όσον ουδείς άλλος, υπό των οικιστών της Ερήμου. Ασφαλώς έργο της Θείας Προνοίας ήταν η επιλογή του ενδιαιτήματος τούτου, καθότι ιδρυτής αυτού τυγχάνει ο πολιστής της Αθωνικής Ερήμου κοινοβιάρχης Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, κτίτωρ και της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας και Πατήρ του Αγιορειτικού Μοναχισμού.
Η απόσυρση έναν είχε σκοπό, ως έλεγε ο ίδιος ο Πατριάρχης: «ίνα ώδε λάθωμεν βιούντες εν τερματισμώ προς αποφυγήν και των του κόσμου οχλήσεων και πειρασμών… επιθυμίαν δ’ υποκάρδιον είχομεν ίνα μη επανέλθωμεν εις τα του κόσμου, καίπερ και εν ταύτη τη εκουσίω ημών απομονώσει δεν επαύσαμεν εν ενδελεχεί μερίμνη διαπορευόμενοι περί των εν τη Εκκλησία και τω Γένει ημών ανελισσομένων, χαίροντες εν τη αυτού χαρά και θλιβόμενοι εν ταις θλίψεσιν αυτού».
Ζούσε μετριώτατα και λιτότατα, με άσκηση αυστηρά, με μελέτη λιπαρά και ανυστάκτω προσευχή, με ακαταπόνητες πεζοπορίες, μη εγκαταλείποντας κάθε αφορμή για να υποκαύσει την φιλοτιμία και τον ζήλο των οικιστών του Αγίου Όρους στους κατά Θεόν αγώνες και στην προσευχή «όπως ο Κύριος, ταις πρεσβείαις της Παναγίας Μητρός του, ρύσηται πάσης αλγηδόνος και λύπης και πειρασμών και θλίψεων».
Πάντοτε πτωχός και πάντοτε πλούσιος, εγκατέλιπε πλήρως τον εαυτό του στη Θεία Πρόνοια. Ακάματος και ασύγκριτος ήταν η συμμετοχή στις μακρές ακολουθίες, ώστε ο βιογράφος αυτού να γράφει: «Και ενώ παλαιοί και εξησκημένοι μοναχοί κατεπονούντο από τας μακράς του χειμώνος αγρυπνίας και εζήτουν πρόχειρόν τινα ανάπαυσιν, μόνος αυτός παρέμενεν ακαταπόνητος και ανένδοτος προ των φυσικών του ανθρώπου αναγκών».
Η πάγκοινη χαρά, η οποία ακολούθησε την επανεκλογή αυτού στο Πατριαρχικό αξίωμα εν έτει 1901 μαρτυρεί το πνευματικό μεγαλείο του αειμνήστου Ηγέτου του Πανιέρου Θρόνου της Ορθοδοξίας. Εδέχθη το άγγελμα και την θεία βουλή αμερίμνως και αταράχως, παρά τις θερμές εκδηλώσεις: «το γεγονός αστραπιαίως μεταδοθέν εν τη πρωτευούση του Όρους και εις τας πλησίον Μονάς, τα κελλία και τα σκηνώματα, προκάλεσε μεγάλην γενικώς χαράν, πανταχόθεν δε ποικίλαι εξεδηλώθησαν δια κωδωνοκρουσιών και φωταψιών και ενδείξεις της πλημμυρούσης τον τόπον αγαλλιάσεως».
Σύσσωμος η Εκκλησία του Χριστού, ομόθυμη προσήλωσε το βλέμμα προς την Ιερά κορυφή του Άθω και προσείδε ετέρα ιερά και πολυσέβαστη κορυφή, ακεραία, άκακη, αμίαντη, συνετή, μη επηρεαζόμενη υπό των του κόσμου και υπό των πέριξ αυτού καταστάσεων και ανθρώπων, επιδιωκόντων συνήθως ίδια οφέλη.
Δεόμενος συνεχώς προς την Υπεραγία Θεοτόκο να διαρρήξη τας «ερινύας των δαιμόνων» και να «διαλύη ως αφρούς θαλαττίους τας συκοφαντίας και τα θράση και τας ανθρωπίνους αδυναμίας» και να «ματαιώνη τας σκευωρίας των πονηρών», ο Πατριάρχης Ιωακείμ ανερχόταν και πάλι με στέρεο πόδι τις βαθμίδες του περιβλέπτου θρόνου, φέροντας ως ισχύ ακατάβλητο όλων των Ορθοδόξων τέκνων του την αγάπη και ανυπόκριτη εκτίμηση.
Η προσφορά όμως του μακαριστού Πατριάρχου στην Εκκλησία δεν θα ηδύνατο να πραγματοποιηθεί άνευ σκληρού πνευματικού αγώνος και βαθείας εσωτερικής καλλιεργείας. Ήταν αληθώς εγκρατευτής αυστηρός, λίαν φιλακόλουθος, καθώς τελούσε καθημερινώς ο ίδιος την ακολουθία του Όρθρου και του Εσπερινού, και συχνά την θεία λειτουργία στο πατριαρχικό παρεκκλήσιο του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, νηστευτής, ασκητικός, φιλάνθρωπος και ακένωτος θησαυρός των του Χριστού πενήτων αδελφών, πάντοτε ήρεμος και ατάραχος, ανεξίκακος, λάτρης της μονώσεως και της ησυχίας. Χαρακτηριστικώς ο διακεκριμένος λογοτέχνης ευσεβέστατος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης περιγράφει την πατρική σχέση αυτού προς το άμεσο ποίμνιο αυτού στην Πόλη: «Μετά την Θείαν Λειτουργίαν οι των διαφόρων ισναφίων χριστιανοί ησθάνοντο άρρητον ευχαρίστησιν να ευλογηθώσιν υπό του λατρευτού των Εθνάρχου, όστις γεμάτος από χαράν πάντοτε ευλογούσε αυτούς με την μεγαλοπρεπή εκείνην ευλογίαν του και με το στοργικόν μειδίαμα εις τα χείλη του».
Μετά την μακαρία κοίμηση, ο ευκλεής αυτός βλαστός του πολυδινήτου Βοσπόρου έλαβε αληθώς αγήραστο έπαινο και τον τάφο επισημότατο, όχι περισσότερο αυτός όπου κείται, αλλά εκείνος ο τάφος όπου η δόξα αυτού καταλείπεται αείμνηστη: «Ανδρών γαρ επιφανών πάσα γη τάφος, και ου στηλών μόνον εν τη οικεία σημαίνει επιγραφή, αλλά και εν τη μη προσηκούση, άγραφος μνήμη παρ’ εκάστω της γνώμης μάλλον ή του έργου ενδιαιτάται» (Θουκυδ. Ιστορίαι, Επιτάφιος Περικλέους, 2, 43, 2-3).
Κατακλείοντες την παρούσα οφειλετική τιμητική αναφορά στην ζωή και την θυσιαστική μαρτυρία κατά την ματαία και έμπονη τρίβο της επιγείου βιοτής του εκ των προκατόχων ημών αοιδίμου Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄ του ως στερρού αδάμαντος κοσμούντος τον στέφανο του Οικουμενικού Θρόνου παρακαλούμε αυτόν να εύχεται εξ ουρανών διηνεκώς υπέρ της Εκκλησίας ταύτης διά την εκπλήρωση της συνόλου οικουμενικούς αποστολής αυτής…

Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος»


ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΩΝ