ΜΠΑΛΟΥΚΛΙΩΤΙΣΣΑ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΕΞΩΚΑΣΤΡΙΝΗ
ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
Ο
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ κατά τον ενθρονιστήριο λόγο του (2
Νοεμβρίου 1991) είχε δηλώσει τον καθαγιασμό νέας ποσότητος Αγίου Μύρου κατά την
Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα του 1992 και με δική του πρωτοβουλία εξεδόθη και
κυκλοφόρησε κατά την περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής του 1992 ένα
πολύ αξιόλογο αφιερωματικό τευχίδιο, στο οποίο καταγράφεται ένα σύντομο
ιστορικό σημείωμα που αφορά το Άγιο Μύρο καθώς και η Ιερά Ακολουθία Καθαγιασμού
του Αγίου Μύρου, η οποία άρχεται την Κυριακή των Βαΐων και
περατούται την Αγία και Μεγάλη Πέμπτη στο πάνσεπτο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Εκείνο το σύντομο ιστορικό σημείωμα περί του Αγίου Μύρου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επαυξημένο και με περισσότερα στοιχεία από τον γράφοντα, έχει ως εξής: «Στην Ορθόδοξη κατ Ανατολάς Εκκλησία, το Άγιο Μύρο καθαγιάζεται για να χρησιμεύσει κατά την τέλεση του Μυστηρίου του Χρίσματος ως ορατό σημείο της μεταδόσεως των χαρισμάτων του Αγίου και τελεταρχικού Πνεύματος προς τους Βαπτιζομένους.
Γράφει
ο Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
«ΝΥΝ
ΚΑΙΡΟΣ ΕΠΕΣΤΗ»
ΚΑΤΑ ΤΟ «ΑΝΑΛΟΓΙΚΩΣ ΣΥΝΑΜΦΟΤΕΡΟΝ»
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΡΣΕΩΣ ΤΗΣ
ΙΣΧΥΟΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΩΝ ΤΟΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΩΝ
· Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χάριν της εκκλησιαστικής
ενότητος και πνευματικής ωφελείας παρεχώρησε διά του εν έτει 1908 Πατριαρχικού
και Συνοδικού Τόμου τις Ορθόδοξες εκκλησιαστικές επαρχίες της Διασποράς στην Εκκλησία
της Ελλάδος και διά της εν έτει 1922 νέας Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως
επανυπήγαγε αυτές στην απόλυτη εκκλησιαστική δικαιοδοσία του.
· Ανάμεσα στον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1908
και την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, η οποία αφορά τις πατριαρχικές
εκκλησιαστικές επαρχίες των λεγομένων «Νέων
Χωρών» υπάρχουν πολλές ομοιότητες τόσο για την έκδοσή τους όσο και για την
δυνατότητα άρσεως ισχύος της δευτέρας όπως άλλοτε και εκείνου του 1908 διά
νεωτέρας Πατριαρχικής Πράξεως του έτους 1922.
· Το «διά λόγους
καιρικής ανάγκης», το «άχρι καιρού»
και το «επιτροπικώς» αποτελούν τις
θεμελιώδεις βάσεις για το «αναλογικώς
συναμφότερον» περί της εκδόσεως και άρσεως ισχύος της Πατριαρχικής και
Συνοδικής Πράξεως του 1928, όπως και κατά το πάλαι του Πατριαρχικού και
Συνοδικού Τόμου του 1908.
Ίσως ο τίτλος του παρόντος κειμένου να ξενίζει, να προκαλεί και να σκανδαλίζει τινές των εχόντων την ασθένεια της λησμονιάς και ακόμη χειρότερα και χείριστα της αγνωμοσύνης έναντι της μαρτυρικώς καθαγιασμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, αλλ’ όμως είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτός (ο τίτλος) εκπηγάζει από την αξιολόγηση των σοφών και μετά πάσης περισπουδάστου γραφής συνταχθέντων εκκλησιαστικών κανονικής – διοικητικής φύσεως κειμένων των λεγομένων Πατριαρχικών και Συνοδικών Τόμων και Πράξεων, όπως εκδόθηκαν υπό της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του εσταυρωμένου Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Γράφει ο
Θεολόγος - Εκκλησιαστικός Ιστορικός - Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ
ΙΕΡΕΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΑΠΟΓΛΟΥ (ή ΜΑΥΡΙΔΗΣ )
Ο ΚΑΛΟΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ (1909-1960)
ΕΝΑΣ ΑΞΙΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑΡΕΤΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ ΛΕΥΙΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΑΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ
· Ιστορικό αφιέρωμα ένεκα αιωνίου μνήμης
και τιμής για τον βίο και το εν γένει εκκλησιαστικό και ποιμαντικό έργο του
αοιδίμου Ιερέως Ιωάννου Αράπογλου στην Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής.
Πολλές φορές παντελώς εσφαλμένα έχει διατυπωθεί και γραφεί από ορισμένους ότι η αγιότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί εν τω κόσμω και ότι κρύπτεται «εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης», πρόκειται δηλαδή για κάτι ακατόρθωτο τόσο για τους κληρικούς όσο και τους λαϊκούς οι οποίοι διαβιούν και διακονούν μέσα στον κόσμο με όλες τις συνεπακόλουθες μέριμνες και ζάλες του βίου τούτου. Αυτή η άκρως εκτός ορθοδόξου θεολογίας και παραδόσεως αντίληψη διαψεύδεται περιτράνως στο πρόσωπο αμέτρητων ανθρώπων, κληρικών και λαϊκών, όλων των αιώνων και των εποχών, οι οποίοι όντες εν τω κόσμω, ενίκησαν τον κόσμο, κατά την θεϊκή ρήση του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού: «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (ΙΩ.16,33), αφού με τον όλο καθαρό και πνευματικό βίο καθώς και την εν γένει πολιτεία τους, απέδειξαν ότι ο Ευαγγελικός λόγος δεν είναι κάτι το ανεφάρμοστο για έναν άλλον, εκτός του γήινου, ουτοπικό κόσμο, ούτε πάλι ότι η αγιότητα είναι προνόμιο των ολίγων και εκλεκτών οι οποίοι εγκαταλείπουν τον κόσμο τούτο.
Γράφει ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός-Νομικός κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς
ΤΑΔΕ ΓΡΑΦΕΙ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ Ο
ΧΑΛΚΙΤΗΣ
Η ΕΠΙ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΙΑ
(1971-2021)
ΕΝ ΣΙΩΠΗ ΙΕΡΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ της ΧΑΛΚΗΣ
· Η επί τη συμπληρώσει πεντηκονταετίας όλης (1971-2021)
από την αδίκως και παρανόμως επιβληθείσα υπό του τουρκικού κράτους αναστολή
λειτουργίας της κατά Χάλκην Ιεράς Θεολογικής Σχολής του Οικουμενικού
Πατριαρχείου προλογική γραφή του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στην
Επετηρίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το έτος 2021.
Άκρως οξύμωρο και αντιφατικό – πλην όμως εύκολο να ερμηνευθεί – είναι το γεγονός ότι ενώ ο Eσωτερικός Kανονισμός του 1951, ο οποίος υπήρξε προϊόν επισταμένης και ενδελεχούς προεργασίας πολλών ετών για την αναπροσαρμογή της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής στις νέες απαιτήσεις της τότε εποχής καθώς και παρά το γεγονός ότι ο πρώτος αυτός κανονισμός έγινε δεκτός και καθιερώθηκε επισήμως από την Τουρκική Πολιτεία, εντούτοις το ίδιο το τουρκικό κράτος αυτοαναιρούμενο επέβαλε την παύση λειτουργίας της Σχολής με το ψευδεπίγραφο επιχείρημα ότι στα όρια της τουρκικής επικράτειας ήταν αντισυνταγματική η λειτουργία ανωτάτων ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων πλην των κρατικών πανεπιστημίων και ακαδημιών. Το ανεδαφικόν όμως του επιχειρήματος αυτού είναι ότι στο Άρθρο 3 του Κανονισμού του 1951, τον οποίο συνέταξε ο σοφός Καθηγητής της Σχολής Εμμανουήλ Φωτιάδης, ορίζεται σαφώς ότι: «η σχολή απαρτίζεται εκ τριταξίου Λυκειακού Τμήματος και εκ τετραταξίου ειδικού θεολογικού τμήματος. Οι αποφοιτώντες εκ του θεολογικού τμήματος λογίζονται λαβόντες μόρφωσιν ισοβάθμιο προς την διδομένην υπό Σχολών ειδικότητος, παρεχουσών μόρφωσιν ενός τουλάχιστον επί πλέον έτους υπέρ την λυκειακήν. Εις αμφότερα τα τμήματα η μόρφωσις παρέχεται δωρεάν, είναι δε αμφότερα εσωτερικά». Ενώ δηλαδή το τουρκικό κράτος επικυρώνοντας τον Κανονισμό του 1951 ανεγνώριζε τη λειτουργία της Σχολής ως μεταλυκειακής σχολής ειδικότητος και όχι ως ανωτάτου πανεπιστημιακού τμήματος ή Ακαδημίας, εντούτοις προέβη στην παύση της λειτουργίας της και επί 50 έτη (1971-2021) αρνείται να χορηγήσει την πολυπόθητη σχετική άδεια παρόλο που σε όλη την τουρκική επικράτεια λειτουργούν σήμερα δεκάδες ιδιωτικά πανεπιστήμια. Γίνεται δε ευκόλως αντιληπτό ότι το όλο ζήτημα δεν είναι νομικό αλλά πρωτίστως πολιτικό και άπτεται αυτού τούτου του πυρήνος ενός κράτους Δικαίου, το οποίο οφείλει να σέβεται τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών του και μάλιστα όταν αυτοί ανήκουν σε κάποια μη μουσουλμανική μειονότητα, όπως είναι η Ελληνική Ορθόδοξη μειονότητα.